Το Βέλγιο επιχειρεί να περιορίσει ένα δημοσιονομικό έλλειμμα που υπερβαίνει το 5% του ΑΕΠ, με την κυβέρνηση να επιδιώκει εξοικονόμηση €10 δισ. έως το 2029. Όμως οι σχεδιαζόμενες περικοπές, οι φορολογικές παρεμβάσεις και η αυξανόμενη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής έχουν προκαλέσει μαζικές κινητοποιήσεις.

Από τον Τηλέμαχο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η δημοσιονομική κρίση βγήκε στους δρόμους
Την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026, περίπου 30.000 άνθρωποι, σύμφωνα με την αστυνομία, συγκεντρώθηκαν στις Βρυξέλλες για να διαμαρτυρηθούν κατά των δημοσιονομικών μέτρων που προωθεί η κυβέρνηση του Μπαρτ Ντε Βέβερ.
Οι διοργανωτές υπολόγισαν τη συμμετοχή σε 50.000. Εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, εκπαιδευτικοί και φοιτητές διαδήλωσαν εναντίον μιας πολιτικής που θεωρούν ότι μεταφέρει το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.
Η κινητοποίηση επηρέασε τις δημόσιες συγκοινωνίες, τις αερομεταφορές, τα σχολεία και τις υπηρεσίες φροντίδας παιδιών. Στο περιθώριο της διαδήλωσης σημειώθηκαν επεισόδια μεταξύ αστυνομικών και ομάδων νεαρών διαδηλωτών, με χρήση δακρυγόνων και υδροβόλων.
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις διαχώρισαν τη θέση τους από τα επεισόδια, ενώ η αστυνομία επιβεβαίωσε ότι η κύρια πορεία πραγματοποιήθηκε ειρηνικά. Ωστόσο, τα επεισόδια δεν αποτελούν το σημαντικότερο στοιχείο της ημέρας. Η πραγματική είδηση βρίσκεται πίσω από τις εικόνες των διαδηλώσεων.
Μια από τις πλουσιότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη δημοσιονομικής προσαρμογής, την οποία σημαντικό μέρος της κοινωνίας αρνείται να αποδεχθεί με τους όρους που προτείνει η κυβέρνηση.
Και αυτό δεν είναι αποκλειστικά βελγικό πρόβλημα.
Το έλλειμμα που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί
Η κυβέρνηση Ντε Βέβερ επιχειρεί να περιορίσει ένα δημοσιονομικό έλλειμμα που υπερβαίνει το 5% του ΑΕΠ. Ο στόχος της είναι να εξασφαλίσει εξοικονόμηση περίπου €10 δισ. έως το τέλος της κοινοβουλευτικής περιόδου το 2029. Πρόκειται για μια σημαντική δημοσιονομική παρέμβαση, ιδιαίτερα για μια χώρα όπου οι δημόσιες δαπάνες, οι κοινωνικές παροχές και οι υπηρεσίες του κράτους αποτελούν κεντρικά στοιχεία του οικονομικού μοντέλου.
Το Βέλγιο δεν αντιμετωπίζει σήμερα μια κρίση αντίστοιχη με εκείνη της Ελλάδας το 2010. Δεν έχει αποκλειστεί από τις αγορές. Δεν βρίσκεται σε πρόγραμμα διεθνούς διάσωσης. Δεν αντιμετωπίζει άμεση αδυναμία πληρωμών. Ωστόσο, η απουσία άμεσης κρίσης δεν σημαίνει και απουσία δημοσιονομικού προβλήματος.
Το έλλειμμα παραμένει υψηλό, το δημόσιο χρέος είναι ήδη μεγάλο και η εξυπηρέτησή του γίνεται ακριβότερη όταν τα παλαιότερα ομόλογα αναχρηματοδοτούνται με υψηλότερα επιτόκια.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, εάν δεν περιοριστεί εγκαίρως η δημοσιονομική ανισορροπία, η μελλοντική προσαρμογή θα είναι περισσότερο επώδυνη. Τα συνδικάτα απαντούν ότι οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να επωμιστούν διαρκώς το κόστος προηγούμενων πολιτικών επιλογών.
Και οι δύο πλευρές αναφέρονται στο μέλλον της χώρας. Αλλά διαφωνούν ριζικά για το πώς πρέπει να προστατευθεί.
Η προειδοποίηση του Ντε Βέβερ για την παγίδα των τόκων
Ο Βέλγος πρωθυπουργός υποστήριξε στις 8 Οκτωβρίου ότι η χώρα πρέπει να λάβει δύσκολα μέτρα τώρα, ώστε να αποφύγει έναν μελλοντικό φαύλο κύκλο χρέους και τόκων. Η οικονομική λογική του επιχειρήματος είναι συγκεκριμένη. Όταν ένα κράτος παρουσιάζει επίμονα δημοσιονομικά ελλείμματα, χρειάζεται νέο δανεισμό για να χρηματοδοτεί τη διαφορά ανάμεσα στα έσοδα και στις δαπάνες του.
Ο νέος δανεισμός αυξάνει το συνολικό χρέος. Το μεγαλύτερο χρέος δημιουργεί πρόσθετες υποχρεώσεις τόκων. Εάν οι τόκοι αυξάνονται ταχύτερα από τα φορολογικά έσοδα, η κυβέρνηση αποκτά λιγότερα περιθώρια για άλλες δαπάνες.
Και εάν συνεχίσει να δανείζεται για να καλύπτει και το αυξανόμενο κόστος των τόκων, η δημοσιονομική θέση της μπορεί να επιδεινωθεί περαιτέρω.
Δεν πρόκειται για μια αυτόματη πορεία προς τη χρεοκοπία. Η δυναμική του χρέους εξαρτάται από την οικονομική ανάπτυξη, τα επιτόκια, το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα και την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Αλλά η βασική προειδοποίηση είναι πραγματική. Όσο περισσότερο καθυστερεί η προσαρμογή μιας οικονομίας με διαρθρωτικά υψηλά ελλείμματα, τόσο μεγαλύτερο μπορεί να γίνει το μελλοντικό κόστος της.
Το παράδοξο της προληπτικής λιτότητας
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο πολιτικό δίλημμα. Όταν μια κυβέρνηση αντιμετωπίζει ήδη κρίση χρηματοδότησης, η ανάγκη προσαρμογής είναι ορατή. Οι επενδυτές απαιτούν πολύ υψηλά επιτόκια. Οι τράπεζες πιέζονται. Η κυβέρνηση δυσκολεύεται να δανειστεί. Η οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με άμεσο κίνδυνο.
Σε μια τέτοια κατάσταση, οι πολίτες μπορούν τουλάχιστον να αντιληφθούν την ύπαρξη του προβλήματος, ακόμη και αν διαφωνούν με τις προτεινόμενες λύσεις.
Η περίπτωση του Βελγίου είναι διαφορετική. Η οικονομία συνεχίζει να λειτουργεί. Οι μισθοί καταβάλλονται. Οι συντάξεις πληρώνονται. Οι δημόσιες υπηρεσίες εξακολουθούν να παρέχονται.
Γιατί λοιπόν πρέπει να περιοριστούν οι δαπάνες τώρα;
Η κυβέρνηση απαντά: για να μη χρειαστούν πολύ μεγαλύτερες περικοπές αργότερα.
Οι διαδηλωτές απαντούν: επειδή μια μελλοντική κρίση είναι πιθανή, δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιβαρυνθούν σήμερα εκείνοι που ήδη δυσκολεύονται.
Αυτή είναι η πολιτική δυσκολία της προληπτικής δημοσιονομικής προσαρμογής.
Η κυβέρνηση καλείται να επιβάλει ένα άμεσο και ορατό κόστος προκειμένου να αποτρέψει ένα μελλοντικό κόστος που δεν είναι βέβαιο πότε και με ποια ένταση θα εμφανιστεί.
Γιατί οι εργαζόμενοι αντιδρούν
Οι κινητοποιήσεις οργανώθηκαν από τις δύο μεγάλες συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες, τη σοσιαλιστική FGTB/ABVV και τη χριστιανική CSC/ACV. Οι οργανώσεις αυτές υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση επιλέγει μια άνιση κατανομή των δημοσιονομικών βαρών.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκονται οι σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις στις δημόσιες δαπάνες, οι αλλαγές στην κοινωνική πολιτική και το ενδεχόμενο αύξησης του ΦΠΑ. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ζητούν μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση των υψηλότερων εισοδημάτων αντί για περικοπές που επηρεάζουν ευρύτερα την κοινωνία.
Η διαφωνία δεν αφορά μόνο το ύψος της προσαρμογής. Αφορά την κατανομή της. Ένα μέτρο που αποφέρει €1 δισ. στον προϋπολογισμό μπορεί να έχει πολύ διαφορετικές κοινωνικές συνέπειες ανάλογα με το πώς εφαρμόζεται.
Μια οριζόντια αύξηση έμμεσων φόρων μπορεί να επηρεάζει αναλογικά περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδήματα. Μια αύξηση της φορολογίας υψηλών εισοδημάτων ή περιουσιακών στοιχείων μπορεί να μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος του βάρους σε οικονομικά ισχυρότερες ομάδες.
Αλλά ούτε αυτή η επιλογή είναι χωρίς κόστος.
Υψηλότερη φορολογία μπορεί, ανάλογα με τον σχεδιασμό της, να επηρεάσει την αποταμίευση, τις επενδύσεις, την επιχειρηματική δραστηριότητα ή τη φορολογική συμπεριφορά. Η δημοσιονομική πολιτική δεν μπορεί επομένως να αξιολογείται μόνο με βάση το ποσό που εξοικονομείται.
Πρέπει να εξετάζεται και η επίδρασή της στην ανάπτυξη, στην κοινωνική συνοχή και στα οικονομικά κίνητρα.
Η παιδεία γίνεται νέο πεδίο κοινωνικής σύγκρουσης
Η συμμετοχή των μαθητών και φοιτητών στις κινητοποιήσεις προσθέτει μια ιδιαίτερα σημαντική διάσταση. Οι διαδηλώσεις δεν περιορίζονται στους εργαζομένους που φοβούνται απώλειες εισοδήματος ή στους συνταξιούχους που ανησυχούν για τις παροχές τους.
Στους δρόμους βρίσκονται και νέοι που θεωρούν ότι οι αλλαγές στην εκπαιδευτική πολιτική περιορίζουν τις μελλοντικές τους ευκαιρίες. Οι μαθητικές κινητοποιήσεις ξεκίνησαν νωρίτερα τον Οκτώβριο στη Λιέγη και επεκτάθηκαν στις Βρυξέλλες.
Οι διαδηλωτές καταγγέλλουν αύξηση του κόστους εκπαίδευσης, υπερπλήρεις αίθουσες και μεταρρυθμίσεις που φοβούνται ότι θα καταστήσουν δυσκολότερη την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση.
Η συζήτηση αποκτά έτσι μια βαθύτερη οικονομική διάσταση. Η παιδεία αποτελεί δημόσια δαπάνη. Αποτελεί όμως και επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Ένα κράτος που περιορίζει μη παραγωγικές δαπάνες μπορεί να βελτιώσει τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική του θέση.
Ένα κράτος που υποβαθμίζει την ποιότητα της εκπαίδευσης ενδέχεται να μειώσει τη μελλοντική παραγωγικότητα της οικονομίας του.
Η διάκριση είναι κρίσιμη. Δεν έχουν όλες οι δημόσιες δαπάνες την ίδια οικονομική αξία.
Η δημοσιονομική προσαρμογή μπορεί να αποδειχθεί αυτοϋπονομευόμενη
Υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα που συχνά υποτιμάται. Οι περικοπές δημόσιων δαπανών δεν μειώνουν πάντοτε το έλλειμμα κατά το ίδιο ποσό. Ας υποθέσουμε ότι μια κυβέρνηση περιορίζει δαπάνες κατά €1 δισ. Εάν η μείωση αυτή περιορίσει τη ζήτηση, την απασχόληση και τα εισοδήματα, τα φορολογικά έσοδα μπορεί επίσης να μειωθούν.
Παράλληλα, ορισμένες κοινωνικές δαπάνες ενδέχεται να αυξηθούν λόγω της οικονομικής επιβράδυνσης. Άρα το καθαρό δημοσιονομικό όφελος μπορεί να είναι μικρότερο από €1 δισ. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι περικοπές είναι αναποτελεσματικές.
Σημαίνει ότι η επίδρασή τους εξαρτάται από το είδος των δαπανών, τη φάση του οικονομικού κύκλου και τη συνολική οικονομική πολιτική. Μια σταδιακή προσαρμογή που περιορίζει σπατάλες και προστατεύει παραγωγικές επενδύσεις μπορεί να έχει διαφορετικά αποτελέσματα από μια απότομη, οριζόντια περικοπή.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική πρόκληση για το Βέλγιο. Να μειώσει το έλλειμμα χωρίς να αποδυναμώσει υπερβολικά την οικονομία που παράγει τα φορολογικά έσοδα.
Το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος αντιμετωπίζει μια νέα πραγματικότητα
Η περίπτωση του Βελγίου αποκτά μεγαλύτερη σημασία εάν εξεταστεί στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Για πολλές δεκαετίες, οι ευρωπαϊκές οικονομίες δημιούργησαν εκτεταμένα συστήματα κοινωνικής προστασίας. Δημόσια υγεία. Εκπαίδευση. Συντάξεις. Επιδόματα ανεργίας. Κοινωνικές υπηρεσίες.
Η χρηματοδότησή τους στηριζόταν στην παραγωγικότητα των οικονομιών, στη φορολογία και, σε ορισμένες περιόδους, στον δημόσιο δανεισμό.
Όμως οι συνθήκες αλλάζουν. Ο πληθυσμός γερνά. Οι συνταξιοδοτικές ανάγκες αυξάνονται. Οι δαπάνες υγείας πιέζονται από τη δημογραφική μεταβολή και τις τεχνολογικές εξελίξεις. Η Ευρώπη χρειάζεται μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες. Η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί τεράστιες επενδύσεις.
Και το κόστος χρηματοδότησης των κρατών δεν βρίσκεται πλέον στα εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας.
Η νέα πραγματικότητα δημιουργεί έναν σκληρό ανταγωνισμό για τους διαθέσιμους δημόσιους πόρους. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος δεν απειλείται μόνο από τις πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων. Πιέζεται και από μια οικονομική εξίσωση στην οποία οι ανάγκες αυξάνονται ταχύτερα από τη δυνατότητα χρηματοδότησής τους.
Γιατί δεν αρκεί η αύξηση της φορολογίας
Τα βελγικά συνδικάτα υποστηρίζουν ότι η δημοσιονομική προσαρμογή πρέπει να στηριχθεί περισσότερο στη φορολόγηση των υψηλότερων εισοδημάτων. Η πρόταση θέτει ένα πραγματικό ζήτημα φορολογικής δικαιοσύνης.
Όμως η δυνατότητα άντλησης πρόσθετων εσόδων δεν είναι απεριόριστη. Η φορολογική βάση αντιδρά στα κίνητρα. Οι επιχειρήσεις μπορούν να αναβάλουν επενδύσεις. Τα φυσικά πρόσωπα μπορούν να μεταβάλουν την αποταμίευση ή τη φορολογική τους συμπεριφορά.
Το κεφάλαιο μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να μετακινηθεί σε άλλες χώρες. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αύξηση φόρου προκαλεί φυγή κεφαλαίων ή ότι η φορολογία υψηλών εισοδημάτων είναι αναποτελεσματική.
Σημαίνει ότι ο σχεδιασμός της έχει σημασία. Το ίδιο ισχύει και για τις περικοπές. Εάν περιορίζονται δαπάνες με χαμηλή κοινωνική και οικονομική απόδοση, το δημοσιονομικό όφελος μπορεί να είναι σημαντικό.
Εάν όμως περιορίζονται παραγωγικές επενδύσεις ή υπηρεσίες που στηρίζουν την απασχόληση, η μακροπρόθεσμη επίπτωση μπορεί να είναι αρνητική. Το πραγματικό ερώτημα επομένως δεν είναι απλώς "φόροι ή περικοπές". Είναι ποιος συνδυασμός μέτρων μπορεί να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά με το μικρότερο δυνατό οικονομικό και κοινωνικό κόστος.
Η Γαλλία, το Βέλγιο και η νέα ευρωπαϊκή δυσαρέσκεια
Οι βελγικές κινητοποιήσεις δεν πραγματοποιούνται σε απομόνωση. Στη Γαλλία, μαθητές και εκπαιδευτικοί έχουν κινητοποιηθεί για τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης. Στην Ιταλία παρατηρούνται αντίστοιχες αντιδράσεις για δημόσιες υπηρεσίες και κοινωνικές δαπάνες.
Στην Ισπανία, η στεγαστική κρίση έχει προκαλέσει μεγάλες διαδηλώσεις. Τα αιτήματα δεν είναι ταυτόσημα. Ούτε οι οικονομικές συνθήκες των χωρών είναι ίδιες. Ωστόσο, εμφανίζεται ένα κοινό χαρακτηριστικό. Μεγάλα τμήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών αισθάνονται ότι το κόστος ζωής αυξάνεται, ενώ η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες γίνεται δυσκολότερη.
Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις υποστηρίζουν ότι δεν διαθέτουν επαρκείς δημοσιονομικούς πόρους για να ικανοποιήσουν όλες τις απαιτήσεις. Η απόσταση ανάμεσα στις κοινωνικές προσδοκίες και στις δημοσιονομικές δυνατότητες διευρύνεται.
Και αυτή η απόσταση δημιουργεί πολιτική αστάθεια.
Μπορεί η λιτότητα να γίνει πολιτικά αδύνατη;
Το ερώτημα δεν είναι υπερβολικό. Μια κυβέρνηση μπορεί να γνωρίζει ότι πρέπει να περιορίσει το έλλειμμα. Μπορεί να διαθέτει οικονομικές μελέτες που τεκμηριώνουν την ανάγκη προσαρμογής. Μπορεί να έχει προειδοποιήσεις από διεθνείς οργανισμούς και επενδυτές.
Αλλά για να εφαρμόσει τα μέτρα χρειάζεται πολιτική νομιμοποίηση. Χρειάζεται κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Χρειάζεται τη συνεργασία των κοινωνικών εταίρων. Και χρειάζεται ένα ελάχιστο επίπεδο κοινωνικής αποδοχής.
Εάν η προσαρμογή προκαλεί διαρκείς απεργίες, πολιτική πόλωση και κυβερνητικές κρίσεις, η εφαρμογή της μπορεί να καθυστερήσει ή να αποδυναμωθεί.
Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι παράδοξο. Όσο περισσότερο επιδεινώνεται η δημοσιονομική κατάσταση, τόσο μεγαλύτερη προσαρμογή απαιτείται. Αλλά όσο μεγαλύτερη προσαρμογή απαιτείται, τόσο δυσκολότερο γίνεται να εφαρμοστεί πολιτικά.
Αυτός είναι ένας διαφορετικός φαύλος κύκλος.
Όχι αποκλειστικά οικονομικός. Αλλά πολιτικοοικονομικός.
Η προθεσμία της 13ης Οκτωβρίου
Οι κινητοποιήσεις πραγματοποιούνται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή για τη βελγική κυβέρνηση. Ο Μπαρτ Ντε Βέβερ διαπραγματεύεται με τους κυβερνητικούς εταίρους την τελική μορφή του δημοσιονομικού σχεδίου.
Στόχος είναι να υπάρξει συμφωνία έως τις 13 Οκτωβρίου, όταν αναμένεται να παρουσιαστεί η δημοσιονομική κατεύθυνση στο Κοινοβούλιο. Οι διαφωνίες αφορούν τόσο το ύψος των παρεμβάσεων όσο και τον τρόπο κατανομής τους.
Η κυβέρνηση αποτελεί συνασπισμό πέντε κομμάτων, γεγονός που καθιστά απαραίτητες τις εσωτερικές διαπραγματεύσεις. Η διαδικασία επομένως εξελίσσεται ταυτόχρονα σε δύο μέτωπα. Στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού, όπου αναζητείται συμφωνία για τα μέτρα.
Και στην κοινωνία, όπου εργαζόμενοι και φοιτητές αμφισβητούν τις επιλογές της κυβέρνησης.
Η 13η Οκτωβρίου θα αποτελέσει σημαντικό πολιτικό ορόσημο, όχι όμως απαραίτητα το τέλος της αντιπαράθεσης.
Το βελγικό δίλημμα είναι ευρωπαϊκό
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δύσκολη μετάβαση. Η προηγούμενη περίοδος των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων επέτρεψε σε πολλές κυβερνήσεις να διατηρούν μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα χωρίς άμεση πίεση από το κόστος χρηματοδότησης.
Η νέα περίοδος είναι διαφορετική. Οι αγορές απαιτούν μεγαλύτερες αποδόσεις. Οι δημοσιονομικές ανάγκες αυξάνονται. Η οικονομική ανάπτυξη παραμένει περιορισμένη σε αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες. Και οι κοινωνίες δεν είναι διατεθειμένες να αποδεχθούν εύκολα μείωση του βιοτικού τους επιπέδου.
Το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με λογιστικές περικοπές.
Χρειάζεται καλύτερη κατανομή δαπανών, αποτελεσματικότερη δημόσια διοίκηση, διεύρυνση της παραγωγικής βάσης και φορολογικό σύστημα που να εξασφαλίζει επαρκή έσοδα χωρίς να υπονομεύει την οικονομική δραστηριότητα.
Κυρίως όμως χρειάζεται μια πολιτική συζήτηση που να αναγνωρίζει ότι οι διαθέσιμοι πόροι είναι περιορισμένοι.
Ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό;
Η βελγική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η σημερινή προσαρμογή προστατεύει τις μελλοντικές γενιές από ένα μεγαλύτερο δημοσιονομικό βάρος. Οι διαδηλωτές απαντούν ότι οι σημερινές γενιές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται απλώς ως η πηγή χρηματοδότησης της προσαρμογής.
Και οι δύο πλευρές θέτουν πραγματικά ζητήματα. Ένα κράτος που συσσωρεύει συνεχώς χρέος μεταφέρει υποχρεώσεις στο μέλλον. Ένα κράτος που περιορίζει χωρίς επαρκή αξιολόγηση την παιδεία, την υγεία και τις παραγωγικές επενδύσεις μπορεί επίσης να μεταφέρει σημαντικό κόστος στις μελλοντικές γενιές.
Η διαγενεακή δικαιοσύνη δεν εξαντλείται επομένως στη μείωση του χρέους. Περιλαμβάνει και την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, των υποδομών και των οικονομικών ευκαιριών που παραδίδονται στους επόμενους.
Αυτή είναι η πραγματική δυσκολία της δημοσιονομικής πολιτικής. Δεν αρκεί να ισοσκελιστούν οι αριθμοί. Πρέπει να διατηρηθεί και η παραγωγική δυνατότητα της κοινωνίας.
Η νέα ευρωπαϊκή πολιτική σύγκρουση
Οι 30.000 διαδηλωτές στις Βρυξέλλες δεν αποτελούν από μόνοι τους ένδειξη ότι το Βέλγιο βρίσκεται στα πρόθυρα δημοσιονομικής κρίσης. Αποτελούν όμως μια σημαντική ένδειξη του πολιτικού κόστους που μπορεί να συνοδεύει την προσπάθεια αποτροπής μιας τέτοιας κρίσης.
Και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο μήνυμα της σημερινής ημέρας. Η Ευρώπη δεν βρίσκεται μόνο μπροστά σε ένα πρόβλημα υψηλού χρέους. Βρίσκεται μπροστά σε μια βαθύτερη σύγκρουση ανάμεσα σε τρεις στόχους:
- Τη διατήρηση του κοινωνικού κράτους.
- Τη χρηματοδότηση νέων αναγκών, από την άμυνα έως την ενέργεια.
- Και τη σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών.
Η επίτευξη και των τριών στόχων απαιτεί οικονομική ανάπτυξη, παραγωγικότητα και πολιτικές επιλογές που συχνά συνεπάγονται πραγματικές θυσίες. Οι κυβερνήσεις μπορούν να αναβάλουν αυτές τις επιλογές μέσω νέου δανεισμού.
Αλλά δεν μπορούν να τις αναβάλλουν επ’ αόριστον χωρίς κόστος. Από την άλλη πλευρά, η επιβολή δημοσιονομικής προσαρμογής χωρίς επαρκή κοινωνική συναίνεση μπορεί να οδηγήσει σε πολιτική αποσταθεροποίηση, η οποία τελικά δυσχεραίνει την ίδια την προσαρμογή.
Το Βέλγιο δείχνει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής πολιτικής δεν είναι πλέον μόνο πόσο χρέος μπορούν να αντέξουν οι οικονομίες. Είναι και πόση προσαρμογή μπορούν να αντέξουν οι κοινωνίες.
Και αυτή η σύγκρουση ενδέχεται να αποτελέσει ένα από τα καθοριστικά πολιτικά ζητήματα της Ευρώπης τα επόμενα χρόνια.


Add comment
Comments