Όλη η αλήθεια (πίσω από την προπαγάνδα) για τον αναβαλλόμενο φόρο των ελληνικών τραπεζών

Published on October 9, 2026 at 1:15 PM

Πώς μια λογιστική απαίτηση δισεκατομμυρίων βοήθησε τις ελληνικές τράπεζες να αποφύγουν μεγαλύτερες ανακεφαλαιοποιήσεις, γιατί δεν είναι απλώς "εικονικά κεφάλαια" και τι θα συμβεί όταν εξαντληθεί το φορολογικό τους απόθεμα.

Από τον Κέλσο | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Η ιστορία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος μετά το 2010 είναι γεμάτη από παράδοξα. Ένα από τα μεγαλύτερα είναι ότι οι τράπεζες μπόρεσαν να εμφανίζουν στα κεφάλαιά τους δισεκατομμύρια ευρώ που δεν προέρχονταν ούτε από μετόχους ούτε από κέρδη ούτε από πραγματική εισροή μετρητών. Προέρχονταν από φόρους που, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, δεν θα χρειαζόταν να πληρώσουν στο μέλλον. Αυτό είναι το περίφημο ζήτημα του αναβαλλόμενου φόρου.

Για πολλούς, πρόκειται για ένα λογιστικό τέχνασμα που επέτρεψε στις τράπεζες να εμφανίζονται ισχυρότερες από όσο πραγματικά ήταν. Για άλλους, ήταν ένας αναγκαίος μηχανισμός σταθεροποίησης, χωρίς τον οποίο οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης θα ήταν πολύ μεγαλύτερες και το κόστος για την ελληνική οικονομία ενδεχομένως βαρύτερο. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.

Ο αναβαλλόμενος φόρος δεν δημιουργήθηκε από το μηδέν. Αντανακλούσε πραγματικές ζημίες και φορολογικές διαφορές. Όμως η μετατροπή του σε εποπτικά αναγνωρίσιμο κεφάλαιο στηρίχθηκε σε μια ειδική νομοθετική παρέμβαση, η οποία μετέφερε μέρος του κινδύνου από τους τραπεζικούς ισολογισμούς στο ελληνικό Δημόσιο. Για να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη, πρέπει να επιστρέψουμε στα χρόνια της ελληνικής κρίσης.

1. Τι είναι τελικά ο αναβαλλόμενος φόρος;

Ας ξεκινήσουμε από ένα απλό παράδειγμα. Μια τράπεζα έχει χορηγήσει δάνειο 100 εκατ. ευρώ. Ο δανειολήπτης αδυνατεί να το αποπληρώσει και η τράπεζα εκτιμά ότι θα εισπράξει μόλις 40 εκατ. ευρώ. Αναγνωρίζει, επομένως, λογιστική ζημία 60 εκατ. ευρώ. Όμως η φορολογική νομοθεσία μπορεί να μην επιτρέπει την άμεση έκπτωση ολόκληρης της ζημίας. Η τράπεζα θα μπορέσει να την εκπέσει φορολογικά αργότερα, όταν εκπληρωθούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Έτσι δημιουργείται μια διαφορά μεταξύ λογιστικής και φορολογικής αναγνώρισης.

Αν υποθέσουμε φορολογικό συντελεστή 29%, η δυνητική μελλοντική φορολογική ωφέλεια είναι:

Η τράπεζα μπορεί, εφόσον πληρούνται οι λογιστικές προϋποθέσεις, να αναγνωρίσει στον ισολογισμό της μια αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση €17,4 εκατ. Αυτή η απαίτηση έχει οικονομική αξία. Εφόσον στο μέλλον υπάρξουν επαρκή φορολογητέα κέρδη και η ζημία καταστεί φορολογικά εκπεστέα, η τράπεζα θα πληρώσει λιγότερους φόρους. Δεν πρόκειται για χρήματα στο ταμείο. Πρόκειται για δικαίωμα μελλοντικής φορολογικής ελάφρυνσης.

Ούτε είναι κάτι που συναντάμε αποκλειστικά στις τράπεζες. Αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις εμφανίζονται στους ισολογισμούς πολλών επιχειρήσεων, σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα. Το ιδιαίτερο στοιχείο της ελληνικής περίπτωσης δεν είναι η ύπαρξη του αναβαλλόμενου φόρου. Είναι ότι ένα μέρος του απέκτησε ειδική κρατική προστασία και αναγνωρίστηκε στα βασικά εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών.

2. Γιατί δημιουργήθηκαν τόσο τεράστιες φορολογικές απαιτήσεις στις ελληνικές τράπεζες;

Η απάντηση βρίσκεται κυρίως σε δύο γεγονότα. Πρώτον, στο PSI του 2012. Η αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους προκάλεσε μεγάλες ζημίες στους κατόχους ελληνικών κρατικών ομολόγων, μεταξύ των οποίων βρίσκονταν οι ελληνικές τράπεζες. Οι ζημίες αυτές ήταν πραγματικές. Δεν επρόκειτο για λογιστική επινόηση: οι τράπεζες υπέστησαν ουσιαστική απομείωση της αξίας των περιουσιακών τους στοιχείων. Δεύτερον, στην κατάρρευση της ποιότητας των τραπεζικών δανείων. Η βαθιά ύφεση, η εκτίναξη της ανεργίας και η αδυναμία επιχειρήσεων και νοικοκυριών να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους οδήγησαν σε τεράστιες προβλέψεις πιστωτικών ζημιών.

Ένα σημαντικό μέρος των προβλέψεων αυτών δεν αναγνωριζόταν αμέσως φορολογικά, δημιουργώντας αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε απάντησή της προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2025, επιβεβαίωσε ότι οι απαιτήσεις αυτές συσσωρεύτηκαν λόγω του PSI και των μεγάλων προβλέψεων της περιόδου της κρίσης. Επομένως, η βάση του αναβαλλόμενου φόρου ήταν υπαρκτή.

Το ερώτημα ήταν αν οι τράπεζες θα μπορούσαν ποτέ να αξιοποιήσουν αυτές τις φορολογικές απαιτήσεις. Και εδώ βρισκόταν το μεγάλο πρόβλημα.

3. Η μεγάλη αντίφαση: Πώς μπορείς να έχεις φορολογικό όφελος όταν δεν έχεις κέρδη;

Κανονικά, η αξία μιας αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης εξαρτάται από τη δυνατότητα της επιχείρησης να πραγματοποιήσει επαρκή μελλοντικά φορολογητέα κέρδη. Αν μια τράπεζα έχει φορολογική απαίτηση €2 δισ., αλλά δεν προβλέπεται να πραγματοποιήσει αρκετά κέρδη ώστε να την αξιοποιήσει, η οικονομική αξία αυτής της απαίτησης είναι αμφίβολη. Αυτό ακριβώς συνέβαινε στην Ελλάδα. Οι τράπεζες είχαν υποστεί τεράστιες ζημίες, η οικονομία βρισκόταν σε βαθιά ύφεση και κανείς δεν μπορούσε να εγγυηθεί την επιστροφή τους σε διατηρήσιμη κερδοφορία.


Παράλληλα, οι ευρωπαϊκοί εποπτικοί κανόνες αντιμετώπιζαν αυστηρά τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που εξαρτώνται από μελλοντικά κέρδη. Αυτές οι απαιτήσεις, στον βαθμό που υπάγονται στις σχετικές εποπτικές αφαιρέσεις, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται όπως τα μετρητά ή τα κεφάλαια που έχουν εισφέρει οι μέτοχοι. Άρα δημιουργήθηκε ένας φαύλος κύκλος. Οι τράπεζες είχαν μεγάλες ζημίες, οι ζημίες δημιουργούσαν αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, αλλά η αδυναμία εξασφάλισης μελλοντικών κερδών περιόριζε την εποπτική χρησιμότητα αυτών των απαιτήσεων. Η λύση που επιλέχθηκε ήταν εξαιρετικά σημαντική: το ελληνικό Δημόσιο ανέλαβε να καταστήσει ορισμένες από αυτές τις απαιτήσεις ανεξάρτητες από τη μελλοντική κερδοφορία των τραπεζών.

4. Η παρέμβαση του 2014: Όταν το Δημόσιο έγινε ο τελικός εγγυητής

Με το άρθρο  27Α του νόμου 4172/2013, που προστέθηκε το 2014 και τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, θεσπίστηκε ειδικός μηχανισμός μετατροπής επιλέξιμων αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων σε οριστικές και εκκαθαρισμένες απαιτήσεις έναντι του ελληνικού Δημοσίου. Αυτός είναι ο μηχανισμός DTC (Deferred Tax Credit). Η ουσία του ήταν ότι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η φορολογική απαίτηση μπορούσε να αποκτήσει αξία ακόμη και εάν η τράπεζα δεν πραγματοποιούσε μελλοντικά κέρδη.

Για παράδειγμα, εάν η τράπεζα εμφάνιζε λογιστικές ζημίες, μπορούσε να ενεργοποιηθεί η μετατροπή αναλογικού μέρους των επιλέξιμων απαιτήσεων σε απαίτηση έναντι του Δημοσίου. Ο μηχανισμός δεν ισοδυναμούσε με ανεπιφύλακτη καταβολή μετρητών. Προέβλεπε συμψηφισμό με φορολογικές υποχρεώσεις και, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, αξίωση έναντι του κράτους για το μη συμψηφισμένο ποσό. Παράλληλα, η ενεργοποίησή του συνεπαγόταν την έκδοση δικαιωμάτων μετατροπής υπέρ του Δημοσίου, με δυνατότητα απόκτησης μετοχών και συνεπώς αραίωσης των υφιστάμενων μετόχων.

Το καθοριστικό αποτέλεσμα ήταν εποπτικό. Οι επιλέξιμες φορολογικές απαιτήσεις, επειδή μπορούσαν να μετατραπούν σε αξιώσεις έναντι του κράτους και δεν εξαρτώνταν πλέον αποκλειστικά από μελλοντική κερδοφορία, δεν αφαιρούνταν από τα βασικά εποπτικά κεφάλαια με τον τρόπο που θα αφαιρούνταν οι αντίστοιχες μη προστατευμένες απαιτήσεις. Με απλά λόγια, το κράτος επέτρεψε σε μια μελλοντική φορολογική ωφέλεια να λειτουργήσει ως κεφαλαιακό στήριγμα.

Δεν έβαλε εκείνη τη στιγμή ισόποσα μετρητά στην τράπεζα. Ανέλαβε όμως μια ενδεχόμενη υποχρέωση, η οποία είχε πραγματική εποπτική αξία.

5. Πόσο μειώθηκαν οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης;

Αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό και ταυτόχρονα το πιο δύσκολο ερώτημα. Η αναγνώριση των DTC στα εποπτικά κεφάλαια περιόρισε σημαντικά την ανάγκη άντλησης νέων κεφαλαίων από ιδιώτες επενδυτές ή το Δημόσιο. Όμως πρέπει να διαχωρίσουμε δύο διαφορετικά μεγέθη. Το πρώτο είναι το ποσό των DTC που αναγνωρίζεται στα εποπτικά κεφάλαια. Το δεύτερο είναι τα πραγματικά κεφάλαια που θα απαιτούνταν σε ένα υποθετικό σενάριο όπου ο μηχανισμός δεν είχε θεσπιστεί. Τα δύο ποσά δεν είναι αναγκαστικά ίσα.

Για να υπολογιστεί με ακρίβεια πόσο περιορίστηκαν οι ιστορικές ανακεφαλαιοποιήσεις, θα έπρεπε να ανακατασκευαστούν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις κάθε τράπεζας, κατά την ημερομηνία κάθε άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων και κάθε ανακεφαλαιοποίησης, χωρίς την αναγνώριση των επιλέξιμων DTC. Θα έπρεπε επίσης να ληφθούν υπόψη οι πιθανές αλλαγές στη διαχείριση ενεργητικού, στην έκδοση νέων μετοχών και στη διάθεση περιουσιακών στοιχείων.Επομένως, δεν είναι επιστημονικά σωστό να υποστηρίξουμε ότι οι ανακεφαλαιοποιήσεις μειώθηκαν κατά ένα συγκεκριμένο ποσό μόνο και μόνο επειδή σήμερα υπάρχουν αντίστοιχα δισεκατομμύρια DTC.

Μπορούμε, ωστόσο, να δείξουμε πόσο μεγάλη είναι η επίδρασή τους στην κεφαλαιακή εικόνα των τραπεζών.

6. Το μέγεθος του μηχανισμού: Δισεκατομμύρια ευρώ εποπτικών κεφαλαίων

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τον Ιούνιο του 2025 οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ανέρχονταν σε €11,8 δισ. και αντιπροσώπευαν το 44,6% των βασικών εποπτικών κεφαλαίων CET1. Ένα χρόνο νωρίτερα, τον Ιούνιο του 2024, το αντίστοιχο ποσό ήταν περίπου €12,5 δισ., ή το 50% των CET1.

Το 44,6% είναι ένα εντυπωσιακό ποσοστό. Σημαίνει ότι σχεδόν 45 λεπτά από κάθε ευρώ βασικών εποπτικών κεφαλαίων του τραπεζικού συστήματος αντιστοιχούσαν σε αυτόν τον ειδικό φορολογικό μηχανισμό. Ας κάνουμε έναν ενδεικτικό υπολογισμό. Με δείκτη CET1 15,8% και DTC ίσο με το 44,6% των CET1, αν αφαιρούσαμε μηχανικά ολόκληρο το ποσό των DTC, διατηρώντας αμετάβλητα τα σταθμισμένα στοιχεία ενεργητικού και όλες τις άλλες παραμέτρους, ο δείκτης θα υποχωρούσε περίπου στο:  15,8% Χ (1 - 44,6%) = 8,75%.

Αυτό δεν είναι πραγματικός εποπτικός δείκτης ούτε πρόβλεψη της επίδρασης μιας νομοθετικής αλλαγής. Είναι ένα στατικό αριθμητικό πείραμα που δείχνει πόσο μεγάλη είναι η συμμετοχή των DTC στη σύνθεση των κεφαλαίων. Και εξηγεί γιατί ο μηχανισμός υπήρξε τόσο σημαντικός. Χωρίς αυτόν, οι τράπεζες θα χρειάζονταν περισσότερα άλλα επιλέξιμα κεφάλαια για να εμφανίσουν αντίστοιχη κεφαλαιακή επάρκεια.

7. Πρόκειται για πραγματικά κεφάλαια ή για λογιστική ψευδαίσθηση;

Η απάντηση είναι ότι δεν πρόκειται ούτε για ανύπαρκτο περιουσιακό στοιχείο ούτε για κεφάλαιο ίδιας ποιότητας με τα μετρητά ή τα συσσωρευμένα κέρδη. Η φορολογική απαίτηση έχει νομική και οικονομική βάση. Όμως η δυνατότητα απορρόφησης ζημιών διαφέρει από εκείνη των κεφαλαίων που προέρχονται από κερδοφορία ή εισφορές μετόχων. Ένα ευρώ μετρητών μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα για την κάλυψη υποχρεώσεων. Ένα ευρώ αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης δεν προσφέρει αντίστοιχη ρευστότητα.

Ακόμη και όταν ο μηχανισμός προβλέπει αξίωση έναντι του Δημοσίου, η ενεργοποίηση αυτής της αξίωσης εξαρτάται από συγκεκριμένες νομικές προϋποθέσεις. Γι' αυτό και οι εποπτικές αρχές επιδιώκουν τη μείωση του ποσοστού DTC στα τραπεζικά κεφάλαια. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην αξιολόγηση του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος το 2026, επισήμανε ότι η μεγάλη συμμετοχή των DTC εξακολουθεί να επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα των κεφαλαίων και ενισχύει τη σύνδεση τραπεζών και κράτους.

Αυτή είναι και η βαθύτερη οικονομική διάσταση του θέματος. Η ελληνική κρίση ήταν ταυτόχρονα δημοσιονομική και τραπεζική. Το Δημόσιο αντιμετώπιζε πρόβλημα χρέους, ενώ οι τράπεζες αντιμετώπιζαν πρόβλημα κεφαλαίων. Ο μηχανισμός DTC βοήθησε να σταθεροποιηθεί το τραπεζικό σύστημα, αλλά δημιούργησε έναν μακροχρόνιο δεσμό ανάμεσα στην πιστοληπτική αξιοπιστία του κράτους και την ποιότητα των τραπεζικών κεφαλαίων.

8. Τι θα συνέβαινε εάν αύριο καταργούνταν ο αναβαλλόμενος φόρος;

Πρώτα πρέπει να διευκρινίσουμε τι ακριβώς σημαίνει "κατάργηση". Άλλο πράγμα είναι να απαγορευτεί η δημιουργία νέων επιλέξιμων DTC, άλλο να επιταχυνθεί η απόσβεση των υφιστάμενων και εντελώς διαφορετικό να αφαιρεθεί αιφνιδίως η εποπτική αναγνώρισή τους. Στο τελευταίο, ακραίο σενάριο, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι σοβαρές. Οι τράπεζες θα έβλεπαν τα αναγνωρισμένα εποπτικά τους κεφάλαια να περιορίζονται σημαντικά, εφόσον δεν υπήρχε μεταβατική ρύθμιση ή άλλη αντισταθμιστική αναγνώριση. Αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει ανάγκες αύξησης κεφαλαίου, περιορισμό μερισμάτων, συγκράτηση της πιστωτικής επέκτασης ή πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων.

Δεν σημαίνει, όμως, ότι όλες οι τράπεζες θα χρειάζονταν αυτομάτως ανακεφαλαιοποίηση ίση με το σύνολο των DTC τους. Οι πραγματικές ανάγκες θα εξαρτώνταν από τα κεφαλαιακά αποθέματα κάθε τράπεζας, τις εποπτικές απαιτήσεις, την κερδοφορία της, τις δυνατότητες οργανικής δημιουργίας κεφαλαίων και το ακριβές νομικό καθεστώς της αλλαγής. Γι' αυτό η στρατηγική που έχει επιλεγεί δεν είναι η αιφνίδια αφαίρεση, αλλά η σταδιακή αντικατάσταση αυτών των κεφαλαίων με κεφάλαια υψηλότερης ποιότητας.

9. Πότε θα «σβήσει» ο αναβαλλόμενος φόρος;

Εδώ βρίσκεται μια λεπτομέρεια με τεράστια σημασία, η οποία συχνά απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση. Η λογιστική και φορολογική απόσβεση του DTC δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την εποπτική του απόσβεση. Το αρχικό θεσμικό χρονοδιάγραμμα προέβλεπε σταδιακή μείωση των σχετικών απαιτήσεων έως το 2041. Όμως οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν συμφωνήσει με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) την ταχύτερη εποπτική απόσβεσή τους. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, οι σχεδιασμοί αυτοί προβλέπουν πλήρη εποπτική εξάλειψη των DTC περίπου την περίοδο 2031–2033, αντί του 2041.

Η επιτάχυνση συνδέεται με τη διανομή μερισμάτων. Με βάση τον συμφωνημένο μηχανισμό, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 29% των διανεμόμενων κερδών χρησιμοποιείται για πρόσθετη εποπτική απόσβεση των DTC. Ας υποθέσουμε ότι μια τράπεζα διανέμει €500 εκατ. σε μερίσματα.

Το κρίσιμο είναι ότι αυτή η απόσβεση δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι η τράπεζα χάνει αμέσως το αντίστοιχο φορολογικό δικαίωμα. Το ΔΝΤ επισημαίνει ρητά ότι, στο πλαίσιο της εθελοντικής επιτάχυνσης, η λογιστική και φορολογική αντιμετώπιση των DTC παραμένει αμετάβλητη. Επομένως, είναι δυνατόν μια τράπεζα να έχει μηδενίσει εποπτικά τα DTC της, ενώ εξακολουθεί να διαθέτει φορολογικές απαιτήσεις που θα αξιοποιηθούν σύμφωνα με το εφαρμοστέο φορολογικό χρονοδιάγραμμα.

Αυτή η διάκριση είναι καθοριστική για να κατανοήσουμε τι θα συμβεί με τη μελλοντική φορολογία των τραπεζών.

10. Γιατί οι τράπεζες θα πληρώνουν περισσότερους φόρους όταν εξαντληθούν οι φορολογικές απαιτήσεις τους;

Εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη ελληνικό παράδοξο. Οι περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις φορολογούνται σήμερα με συντελεστή 22%. Οι τράπεζες που έχουν ενταχθεί στο ειδικό καθεστώς του άρθρου 27Α φορολογούνται με συντελεστή 29%. Η διαφορά είναι επτά ποσοστιαίες μονάδες. Ας υποθέσουμε ότι μια τράπεζα και μια βιομηχανική επιχείρηση πραγματοποιούν από €1 δισ. φορολογητέα κέρδη.

Αν δεν υπάρχουν φορολογικές ζημίες προς συμψηφισμό ή άλλες εκπτώσεις, η σύγκριση είναι αποκαλυπτική.

Επιπλέον ονομαστικός φόρος για την τράπεζα €70 εκατ. για κάθε €1 δισ. φορολογητέων κερδών, υπό τις ίδιες λοιπές φορολογικές παραδοχές.

Η διαφορά αυτή δεν είναι αμελητέα. Σε ένα τραπεζικό σύστημα που επιδιώκει να διατηρήσει υψηλή κερδοφορία και να αυξήσει τις διανομές προς τους μετόχους, επηρεάζει άμεσα τις μακροχρόνιες προβλέψεις καθαρών κερδών. Υπάρχει όμως μια σημαντική προϋπόθεση. Ο μηδενισμός των DTC δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι τράπεζες θα συνεχίσουν επ' αόριστον να φορολογούνται με 29%. Ο υψηλότερος συντελεστής συνδέεται νομικά με την υπαγωγή στο ειδικό καθεστώς του άρθρου 27Α. Επομένως, το αν θα εξακολουθεί να εφαρμόζεται μετά την πλήρη εξάλειψη των σχετικών απαιτήσεων εξαρτάται από τη διατήρηση της υπαγωγής και το νομοθετικό πλαίσιο που θα ισχύει τότε.

Η έξοδος από το καθεστώς δεν είναι απλή λογιστική συνέπεια του μηδενισμού. Για παράδειγμα, η Εθνική Τράπεζα αναφέρει στις οικονομικές της καταστάσεις ότι απαιτούνται εποπτική έγκριση και απόφαση γενικής συνέλευσης για την έξοδο από τις διατάξεις του νόμου.

Άρα υπάρχουν δύο διαφορετικά ερωτήματα:

  • Πότε θα εξαντληθεί η φορολογική ωφέλεια των ζημιών της κρίσης;
  • Και πότε, εφόσον συμβεί, θα πάψουν οι τράπεζες να υπάγονται στο ειδικό φορολογικό καθεστώς;

Δεν είναι υποχρεωτικό να συμπίπτουν χρονικά.

11. Το παράδοξο της φορολογικής επιβάρυνσης: Από την ελάφρυνση των ζημιών στον υψηλότερο φόρο των κερδών

Για να κατανοήσουμε πλήρως τη διαφορά, πρέπει να ξεχωρίσουμε τον ονομαστικό φόρο από τον πραγματικό φόρο που καταβάλλεται. Μια τράπεζα μπορεί να εμφανίζει λογιστικό φόρο στην κατάσταση αποτελεσμάτων της, αλλά να πληρώνει μικρότερο ποσό σε μετρητά, επειδή αξιοποιεί φορολογικές εκπτώσεις που σχετίζονται με ζημίες προηγούμενων χρήσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν φορολογείται. Σημαίνει ότι οι παλαιότερες ζημίες περιορίζουν τη σημερινή φορολογική υποχρέωση.

Ας εξετάσουμε ένα υποθετικό παράδειγμα.

Διαδραστικό παράδειγμα φορολογίας

Πώς οι φορολογικά εκπεστέες ζημίες επηρεάζουν τον φόρο που πληρώνει μια τράπεζα; Μετακινήστε τους δείκτες για να δείτε τη διαφορά.

€1.000 εκ.
€400 εκ.
Φόρος τράπεζας με διαθέσιμες εκπτώσεις
€174 εκ.
Συντελεστής 29%
Φόρος άλλης ελληνικής επιχείρησης
€220 εκ.
Συντελεστής 22%
Διαφορά φορολογικής επιβάρυνσης
−€46 εκ.

Η τράπεζα πληρώνει λιγότερα χάρη στις φορολογικές εκπτώσεις προηγούμενων ετών.

Υποθετικό και απλουστευμένο παράδειγμα. Θεωρείται ότι τα κέρδη προ φόρων ισούνται με τα φορολογητέα κέρδη πριν από τις εκπτώσεις και ότι οι ζημίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν πλήρως μέχρι του ύψους των κερδών. Δεν λαμβάνονται υπόψη οι ειδικοί περιορισμοί του άρθρου 27Α, άλλες φορολογικές διαφορές ή η λογιστική επίδραση της χρήσης DTC. Η σύγκριση αφορά υποθετικές ταμειακές φορολογικές υποχρεώσεις.

Το παράδειγμα δείχνει κάτι σημαντικό. Όσο υπάρχουν αξιοποιήσιμες φορολογικές ζημίες, η πραγματική ταμειακή επιβάρυνση μιας τράπεζας μπορεί να είναι χαμηλότερη από εκείνη που υποδηλώνει ο ονομαστικός συντελεστής 29%. Όταν οι ζημίες αυτές εξαντληθούν, η φορολογική επιβάρυνση σε μετρητά θα συγκλίνει προς τον κανονικό συντελεστή που θα ισχύει για την τράπεζα. Εάν αυτός εξακολουθεί να είναι 29%, η τράπεζα θα επιβαρύνεται περισσότερο από μια τυπική ελληνική επιχείρηση που φορολογείται με 22%.

Η αύξηση του ταμειακού φόρου δεν σημαίνει απαραίτητα ισόποση αύξηση του λογιστικού φορολογικού εξόδου εκείνης της χρονιάς, καθώς η χρήση αναβαλλόμενων απαιτήσεων έχει ήδη λογιστικές συνέπειες. Για τους επενδυτές, επομένως, είναι αναγκαίο να εξετάζουν χωριστά τον λογιστικό φόρο, τον τρέχοντα φόρο και τις πραγματικές φορολογικές πληρωμές.

12. Είναι τελικά ο αναβαλλόμενος φόρος επιδότηση προς τις τράπεζες;

Η απάντηση εξαρτάται από το ποια πτυχή εξετάζουμε. Η δυνατότητα μιας επιχείρησης να εκπέσει πραγματικές ζημίες από μελλοντικά φορολογητέα κέρδη δεν αποτελεί από μόνη της επιδότηση. Αποτελεί βασικό στοιχείο της φορολογίας επιχειρήσεων, καθώς διαφορετικά θα μπορούσε να φορολογείται το κέρδος μιας περιόδου χωρίς να λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι ζημίες προηγούμενων περιόδων. Αυτό ισχύει για τις τράπεζες όπως ισχύει, με διαφορετικούς κανόνες και περιορισμούς, και για άλλες επιχειρήσεις. Η ειδική μεταχείριση βρίσκεται στην κρατική προστασία της απαίτησης και στην ευνοϊκή εποπτική αναγνώρισή της.

Το Δημόσιο δεν πρόσφερε απλώς τη δυνατότητα συμψηφισμού μελλοντικών κερδών. Ανέλαβε, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, την υποχρέωση να αναγνωρίσει οριστική απαίτηση ακόμη και σε περίπτωση ζημιών. Αυτή η κρατική δέσμευση είχε οικονομική αξία. Μείωσε τον κίνδυνο μη αξιοποίησης της φορολογικής απαίτησης και επέτρεψε τη διατήρηση υψηλότερων εποπτικών κεφαλαίων. Από την άλλη πλευρά, η ενεργοποίηση του μηχανισμού μπορούσε να οδηγήσει σε συμμετοχή του Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο, με συνέπειες για τους υφιστάμενους μετόχους.

Επομένως, δεν είναι ακριβές να παρουσιάζεται ως δωρεάν μεταφορά μετρητών χωρίς κανένα αντάλλαγμα ή προϋπόθεση. Ούτε όμως είναι σωστό να αντιμετωπίζεται ως μια συνηθισμένη λογιστική εγγραφή χωρίς καμία επιβάρυνση ή κίνδυνο για το κράτος. Πρόκειται για έναν μηχανισμό επιμερισμού κινδύνου μεταξύ τραπεζών, μετόχων και Δημοσίου.

13. Ποιος είναι ο πραγματικός λογαριασμός για τον φορολογούμενο;

Το γεγονός ότι μια τράπεζα έχει DTC ύψους €2 ή €3 δισ. δεν σημαίνει ότι το Δημόσιο έχει ήδη καταβάλει αυτό το ποσό. Ούτε σημαίνει ότι το ποσό αποτελεί άμεσα απαιτητό δημόσιο χρέος. Σημαίνει ότι υπάρχει ένας ειδικός μηχανισμός ο οποίος μπορεί να δημιουργήσει μελλοντική υποχρέωση για το κράτος, εφόσον πληρωθούν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Πρέπει, λοιπόν, να ξεχωρίσουμε τρεις περιπτώσεις.

Αυτό εξηγεί γιατί το ΔΝΤ αντιμετωπίζει τα DTC ως ενδεχόμενη δημοσιονομική υποχρέωση και όχι απλώς ως λογιστικό χαρακτηριστικό των τραπεζών. Το κράτος, με άλλα λόγια, δεν έχει αναγκαστικά πληρώσει τον λογαριασμό. Έχει όμως αναλάβει έναν κίνδυνο που μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική δημοσιονομική επιβάρυνση υπό δυσμενείς συνθήκες.

14. Το τελευταίο απομεινάρι της ελληνικής τραπεζικής κρίσης

Η Ελλάδα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από την περίοδο κατά την οποία οι τράπεζες εξαρτώνταν από διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις, έκτακτους μηχανισμούς ρευστότητας και κρατική στήριξη. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν περιοριστεί σημαντικά στους τραπεζικούς ισολογισμούς, οι τράπεζες έχουν επιστρέψει σε κερδοφορία και η διανομή μερισμάτων έχει επανέλθει. Ωστόσο, η παρουσία των DTC υπενθυμίζει ότι η εξυγίανση δεν έχει ολοκληρωθεί σε κάθε διάσταση. Ένα μεγάλο μέρος των εποπτικών κεφαλαίων εξακολουθεί να συνδέεται με ζημίες που πραγματοποιήθηκαν πριν από περισσότερο από μία δεκαετία.


Η επιτάχυνση της απόσβεσης αποτελεί γι' αυτό σημαντική εξέλιξη. Όσο οι τράπεζες αντικαθιστούν τη φορολογική αυτή στήριξη με κεφάλαια που προέρχονται από διατηρούμενα κέρδη και άλλες πηγές, τόσο βελτιώνεται η ποιότητα της κεφαλαιακής τους βάσης. Η πρόκληση είναι να γίνει αυτή η μετάβαση χωρίς να υπονομευθεί η πιστωτική επέκταση, η κεφαλαιακή επάρκεια ή η δυνατότητα διανομής κερδών. Και υπάρχει μια τελευταία διάσταση: η φορολογία.

Η ολοκλήρωση της εποπτικής απόσβεσης δεν σημαίνει ότι όλες οι παλαιές φορολογικές απαιτήσεις έχουν εξαντληθεί. Όταν όμως εξαντληθούν και αυτές, οι τράπεζες θα χάσουν ένα σημαντικό μέσο περιορισμού των πραγματικών φορολογικών πληρωμών τους. Εάν τότε εξακολουθούν να υπάγονται στον συντελεστή 29%, θα βρίσκονται σε δυσμενέστερη ονομαστική φορολογική θέση από τις περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις.

Αυτό είναι ένα ζήτημα που θα αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία όσο πλησιάζει η ολοκλήρωση της μετάβασης.

Συμπέρασμα: Ο αναβαλλόμενος φόρος δεν ήταν ψεύτικος, αλλά ούτε και δωρεάν

Ο αναβαλλόμενος φόρος των ελληνικών τραπεζών δεν δημιουργήθηκε από μια αυθαίρετη λογιστική εγγραφή. Προήλθε από πραγματικές ζημίες του PSI και της οικονομικής κρίσης. Η ειδική νομοθετική μεταχείρισή του, όμως, επέτρεψε να διατηρηθούν στα εποπτικά κεφάλαια ποσά τα οποία, χωρίς την κρατική προστασία, θα αντιμετωπίζονταν πολύ αυστηρότερα. Αυτό συνέβαλε ουσιαστικά στη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και περιόρισε την ανάγκη εξεύρεσης άλλων κεφαλαίων.

Το τίμημα ήταν η δημιουργία μιας μακροχρόνιας σύνδεσης ανάμεσα στο κράτος και στις τράπεζες. Σήμερα, περισσότερο από μία δεκαετία αργότερα, το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σε θέση να περιορίσει αυτή την εξάρτηση με δικούς του πόρους. Η πλήρης εποπτική απόσβεση των DTC θα αποτελέσει σημαντικό ορόσημο. Δεν θα σημαίνει απαραιτήτως την ταυτόχρονη εξάντληση των φορολογικών δικαιωμάτων, ούτε την αυτόματη αλλαγή του φορολογικού συντελεστή.

Η πραγματική ολοκλήρωση της τραπεζικής εξυγίανσης θα έρθει όταν οι τράπεζες δεν θα χρειάζονται πλέον τις κρατικά προστατευμένες φορολογικές απαιτήσεις για να στηρίζουν την κεφαλαιακή τους εικόνα. Και τότε θα τεθεί με μεγαλύτερη καθαρότητα ένα νέο ερώτημα: αν το έκτακτο καθεστώς που δημιουργήθηκε για να αντιμετωπίσει την κρίση πρέπει να συνεχίσει να καθορίζει τη φορολογία ενός τραπεζικού συστήματος που έχει επιστρέψει στην κανονικότητα.

Add comment

Comments

There are no comments yet.