Από τους Χαναναίους και τους Φιλισταίους μέχρι την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τον Σιωνισμό και τη Νάκμπα του 1948. Πότε εμφανίστηκε πραγματικά το παλαιστινιακό έθνος; Και θα είχε γεννηθεί χωρίς τη σύγκρουση με το εβραϊκό εθνικό κίνημα;

Από την Αργώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Υπήρχαν Παλαιστίνιοι πριν από την ίδρυση του Ισραήλ; Αποτελούν συνέχεια ενός αρχαίου λαού ή πρόκειται για μια εθνική ταυτότητα που δημιουργήθηκε τον 20ό αιώνα; Και τελικά, τι ακριβώς σημαίνει όταν μιλάμε για "παλαιστινιακό έθνος"; Τα ερωτήματα αυτά βρίσκονται στον πυρήνα μιας από τις πιο φορτισμένες ιστορικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις της εποχής μας. Η συζήτηση συχνά εγκλωβίζεται ανάμεσα σε δύο απόλυτες αφηγήσεις.
Σύμφωνα με την πρώτη, οι Παλαιστίνιοι αποτελούν έναν πανάρχαιο λαό, με αδιάσπαστη εθνική συνέχεια από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τη δεύτερη, η παλαιστινιακή ταυτότητα είναι μια πρόσφατη πολιτική κατασκευή, η οποία εμφανίστηκε αποκλειστικά ως αντίδραση στον Σιωνισμό και στην ίδρυση του Ισραήλ. Η ιστορική πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη.
Οι πρόγονοι των σημερινών Παλαιστινίων κατοικούσαν στην περιοχή πολλούς αιώνες πριν εμφανιστεί ο σύγχρονος παλαιστινιακός εθνικισμός. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αντιλαμβάνονταν πάντοτε τον εαυτό τους ως μέλη ενός ξεχωριστού παλαιστινιακού έθνους. Για να κατανοήσουμε τη διαφορά, πρέπει να επιστρέψουμε πολύ πίσω στην ιστορία.
Από τη Χαναάν στους Φιλισταίους: Η παγίδα της αρχαίας καταγωγής
Κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ., η περιοχή που σήμερα περιλαμβάνει το Ισραήλ και τα παλαιστινιακά εδάφη αποτελούσε μέρος της ιστορικής Χαναάν. Εκεί κατοικούσαν πληθυσμοί σημιτικών κυρίως γλωσσών, οργανωμένοι σε πόλεις - κράτη και τοπικά βασίλεια. Δεν υπήρχε ενιαίο χαναανιτικό έθνος με τη σύγχρονη έννοια. Μέσα από αυτό το πολιτισμικό περιβάλλον αναδύθηκαν οι αρχαίοι Ισραηλίτες, ενώ περίπου τον 12ο αιώνα π.Χ. εμφανίστηκαν στη νότια παράκτια περιοχή οι Φιλισταίοι.
Οι τελευταίοι εγκαταστάθηκαν κυρίως σε πέντε πόλεις: τη Γάζα, την Ασκαλώνα, την Άζωτο, τη Γαθ και την Εκρών. Από το όνομά τους προέρχεται, μέσω της ελληνικής και λατινικής παράδοσης, η ονομασία Παλαιστίνη. Εδώ, όμως, βρίσκεται μια σημαντική ιστορική παρεξήγηση. Η ετυμολογική σχέση μεταξύ Φιλισταίων και Παλαιστίνης δεν αποδεικνύει ότι οι σημερινοί Παλαιστίνιοι αποτελούν τους αποκλειστικούς ή άμεσους απογόνους των αρχαίων Φιλισταίων. Στους αιώνες που ακολούθησαν, η περιοχή γνώρισε αλλεπάλληλες κατακτήσεις, μετακινήσεις πληθυσμών, πολιτισμικές αφομοιώσεις και θρησκευτικές μεταβολές.
Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι, Πέρσες, Έλληνες, Ρωμαίοι και Βυζαντινοί άφησαν το αποτύπωμά τους. Οι πληθυσμοί δεν εξαφανίζονταν υποχρεωτικά κάθε φορά που άλλαζε η εξουσία. Συχνά παρέμεναν στον τόπο τους, υιοθετώντας νέες γλώσσες, θρησκείες και πολιτικές ταυτότητες. Αυτό είναι καθοριστικό για την κατανόηση της παλαιστινιακής ιστορίας: η πληθυσμιακή συνέχεια δεν συνεπάγεται αυτομάτως συνέχεια της εθνικής συνείδησης.
Πότε εμφανίστηκε το όνομα «Παλαιστίνη»;
Η ονομασία δεν είναι επινόηση του 20ού αιώνα. Ο Ηρόδοτος χρησιμοποιούσε ήδη τον 5ο αιώνα π.Χ. τον όρο "Παλαιστίνη Συρίη", αναφερόμενος σε περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Αργότερα, μετά την εξέγερση του Μπαρ Κοχμπά, η ρωμαϊκή διοίκηση μετονόμασε την επαρχία της Ιουδαίας σε Syria Palaestina, κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ. Η μετονομασία συχνά ερμηνεύεται ως προσπάθεια περιορισμού της σύνδεσης της περιοχής με την εβραϊκή πολιτική ταυτότητα. Η συγκεκριμένη πρόθεση, πάντως, δεν τεκμηριώνεται με την ίδια βεβαιότητα με το ίδιο το γεγονός της διοικητικής μετονομασίας.
Στους επόμενους αιώνες, ο όρος συνέχισε να χρησιμοποιείται με διαφορετικές γεωγραφικές και διοικητικές σημασίες. Επομένως, η Παλαιστίνη υπήρχε ως ιστορική γεωγραφική έννοια πολύ πριν από την εμφάνιση του παλαιστινιακού εθνικισμού. Αλλά μια γεωγραφική ονομασία δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ύπαρξης ξεχωριστού έθνους. Η Μακεδονία, η Βαυαρία και η Καταλονία, για παράδειγμα, διαθέτουν ιστορικές γεωγραφικές ταυτότητες, οι οποίες δεν ταυτίζονται πάντοτε με μία και μοναδική εθνική ή κρατική πραγματικότητα.
Η αραβική κατάκτηση: Από πού προέρχονται οι σημερινοί Παλαιστίνιοι;
Η αραβομουσουλμανική κατάκτηση του 7ου αιώνα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες τομές στην ιστορία της περιοχής. Πριν από αυτήν, μεγάλο μέρος του πληθυσμού ήταν χριστιανικό, ενώ υπήρχαν επίσης εβραϊκές και σαμαρειτικές κοινότητες. Μετά την κατάκτηση, η αραβική γλώσσα και το Ισλάμ άρχισαν να εξαπλώνονται. Η διαδικασία, όμως, υπήρξε σταδιακή. Δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία που να επιτρέπουν να υποστηρίξουμε ότι ολόκληρος ο προηγούμενος πληθυσμός αντικαταστάθηκε από νεοφερμένους Άραβες.
Αντιθέτως, η ιστορική έρευνα υποστηρίζει μια πολύ πιο σύνθετη διαδικασία, στην οποία η μετανάστευση αραβικών πληθυσμών συνδυάστηκε με τη γλωσσική και θρησκευτική μεταβολή παλαιότερων κατοίκων. Αυτό σημαίνει ότι οι σημερινοί αραβόφωνοι Παλαιστίνιοι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται συλλήβδην ως απόγονοι αποκλειστικά των Αράβων κατακτητών του 7ου αιώνα. Η καταγωγή τους συνδέεται με πολλαπλά ιστορικά στρώματα του πληθυσμού της περιοχής.
Από την άλλη πλευρά, η διαπίστωση αυτής της συνέχειας δεν επιτρέπει να αποδώσουμε στους σημερινούς Παλαιστινίους μια ενιαία εθνική ταυτότητα που υπήρχε ήδη κατά την αρχαιότητα. Οι άνθρωποι που κατοικούσαν στην Ιερουσαλήμ ή στη Γάζα τον 10ο αιώνα μπορούσαν να αισθάνονται μουσουλμάνοι, χριστιανοί, Άραβες ή μέλη μιας τοπικής κοινότητας. Δεν υπάρχει λόγος να θεωρούμε ότι αντιλαμβάνονταν την εθνικότητά τους όπως ένας σημερινός Παλαιστίνιος.
Πέντε αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας: Ένας λαός χωρίς ξεχωριστό εθνικό κράτος
Το 1516 η περιοχή πέρασε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στην οποία παρέμεινε έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για μεγάλο μέρος αυτής της περιόδου, οι περιοχές που αργότερα αποτέλεσαν τη Βρετανική Εντολή της Παλαιστίνης υπάγονταν σε διαφορετικές οθωμανικές διοικητικές ενότητες. Δεν υπήρχε ενιαίο παλαιστινιακό κράτος. Ούτε, όμως, υπήρχε κάποιος γενικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο κάθε λαός όφειλε να διαθέτει ξεχωριστό κράτος. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια πολυεθνική και πολυθρησκευτική πολιτική οντότητα. Η θρησκευτική ένταξη, η τοπική καταγωγή, η οικογένεια και η πίστη στον σουλτάνο συχνά είχαν μεγαλύτερη σημασία από την εθνικότητα.
Ένας αραβόφωνος μουσουλμάνος της Ιερουσαλήμ μπορούσε να αισθάνεται ταυτόχρονα κάτοικος της πόλης του, μέλος της μουσουλμανικής κοινότητας, Άραβας και υπήκοος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτές οι ταυτότητες δεν ήταν υποχρεωτικά ανταγωνιστικές. Η εθνική ταυτότητα, με τη σύγχρονη πολιτική σημασία της, άρχισε να αποκτά ιδιαίτερο βάρος κατά τον 19ο αιώνα, όταν ο εθνικισμός εξαπλωνόταν στην Ευρώπη και σταδιακά στη Μέση Ανατολή.
Εδώ αρχίζει η πραγματικά ενδιαφέρουσα ιστορία της παλαιστινιακής εθνογένεσης.
Ο 19ος αιώνας: Πότε οι Άραβες της Παλαιστίνης άρχισαν να γίνονται Παλαιστίνιοι;
Η εμφάνιση του σύγχρονου παλαιστινιακού εθνικισμού δεν μπορεί να αποδοθεί σε μία συγκεκριμένη ημερομηνία. Πρόκειται για μια διαδικασία που συνδέεται με την ανάπτυξη της εκπαίδευσης, των εφημερίδων, των εμπορικών δικτύων, των αστικών ελίτ και των πολιτικών κινημάτων. Ο ιστορικός Rashid Khalidi στο έργο του Palestinian Identity: The Construction of Modern National Consciousness εξετάζει πώς η τοπική συνείδηση των κατοίκων εξελίχθηκε σταδιακά σε μια διακριτή εθνική ταυτότητα. Ο Khalidi δεν αντιμετωπίζει την παλαιστινιακή εθνική συνείδηση ως αμετάβλητη κληρονομιά της αρχαιότητας. Αντίθετα, την εξετάζει ως ιστορικό προϊόν της ύστερης οθωμανικής περιόδου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα.
Επισημαίνει επίσης ότι ο Σιωνισμός αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα επιτάχυνσης της διαδικασίας, όχι όμως τη μοναδική πηγή της. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εμφάνιση της εφημερίδας Filastin στη Γιάφα το 1911.
Η χρήση της ονομασίας "Παλαιστίνη" στον τίτλο μιας αραβόφωνης εφημερίδας αποκαλύπτει ότι υπήρχε ήδη μια αναγνωρίσιμη γεωγραφική ταυτότητα, η οποία μπορούσε να αποκτήσει πολιτικό περιεχόμενο. Αυτό, βέβαια, δεν αποδεικνύει ότι όλοι οι αραβόφωνοι κάτοικοι είχαν αποκτήσει ξεχωριστή παλαιστινιακή εθνική συνείδηση. Αποδεικνύει όμως ότι η ταυτότητα αυτή δεν εμφανίστηκε ξαφνικά μετά το 1948.
Το μεγάλο δίλημμα: Παλαιστίνιοι, Σύροι ή Άραβες;
Στις αρχές του 20ού αιώνα, η παλαιστινιακή ταυτότητα ανταγωνιζόταν και συνυπήρχε με δύο άλλες πολιτικές αντιλήψεις. Η πρώτη ήταν ο παναραβισμός, δηλαδή η ιδέα ότι οι αραβόφωνοι πληθυσμοί της Μέσης Ανατολής αποτελούσαν μέρος ενός ευρύτερου αραβικού έθνους. Η δεύτερη ήταν η αντίληψη της Μεγάλης Συρίας, μιας γεωγραφικής και πολιτισμικής ενότητας που περιλάμβανε τη σημερινή Συρία, τον Λίβανο, την Ιορδανία και την Παλαιστίνη.
Για αρκετούς Άραβες της Παλαιστίνης, η περιοχή τους δεν αποτελούσε αρχικά αναγκαστικά τη βάση ενός ανεξάρτητου εθνικού κράτους, αλλά μέρος μιας ευρύτερης αραβικής πολιτικής κοινότητας. Αυτό αποτυπώθηκε στις πολιτικές συζητήσεις που ακολούθησαν τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1919, το πρώτο Παλαιστινιακό Αραβικό Συνέδριο εξέφρασε ισχυρές θέσεις υπέρ της σύνδεσης της Παλαιστίνης με τη Συρία. Η στάση αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική. Δείχνει ότι η παλαιστινιακή εθνική ταυτότητα δεν είχε ακόμη αποκτήσει τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Δεν σημαίνει όμως ότι δεν υπήρχε τοπική παλαιστινιακή συνείδηση.
Οι δύο ταυτότητες μπορούσαν να συνυπάρχουν.
Ο ιστορικός Muhammad Muslih, στο βιβλίο The Origins of Palestinian Nationalism, εξετάζει ακριβώς αυτή τη μετάβαση, μελετώντας την πολιτική ζωή από το 1856 έως το 1920 και τη σχέση μεταξύ οθωμανισμού, αραβικού εθνικισμού και ιδιαίτερης παλαιστινιακής ταυτότητας.
Ο Σιωνισμός: Δημιούργησε το παλαιστινιακό έθνος ή επιτάχυνε τη συγκρότησή του;
Ο πολιτικός Σιωνισμός αναπτύχθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, μέσα στο περιβάλλον του ευρωπαϊκού εθνικισμού και του αντισημιτισμού. Η επιδίωξη δημιουργίας εβραϊκής εθνικής εστίας στην ιστορική γη του Ισραήλ οδήγησε σε αυξανόμενη εβραϊκή μετανάστευση και οργανωμένη αγορά γης στην οθωμανική και αργότερα βρετανική Παλαιστίνη. Για τους αραβόφωνους κατοίκους της περιοχής, οι εξελίξεις αυτές δημιούργησαν νέα πολιτικά και κοινωνικά ερωτήματα. Ποιος θα έλεγχε τη γη; Ποιος θα αποτελούσε την πολιτική πλειοψηφία; Ποιος θα καθόριζε το μέλλον της περιοχής;
Η αντίθεση στον Σιωνισμό αποτέλεσε σταδιακά έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες συσπείρωσης του αραβικού πληθυσμού της Παλαιστίνης. Αυτό δεν αποτελεί ιστορική ιδιομορφία. Πολλά εθνικά κινήματα διαμορφώθηκαν ή ενισχύθηκαν μέσα από την αντίθεση σε μια αυτοκρατορία, μια ξένη κυριαρχία ή ένα ανταγωνιστικό εθνικό κίνημα. Ο ελληνικός εθνικισμός αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό μέσα στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αντίστοιχα, διάφορες βαλκανικές εθνικές ταυτότητες αποκρυσταλλώθηκαν μέσα από ανταγωνισμούς για τη γλώσσα, τη θρησκεία, την εκπαίδευση και τα εδάφη.
Η παλαιστινιακή περίπτωση παρουσιάζει μια επιπλέον ιδιαιτερότητα: δύο εθνικά κινήματα διεκδικούσαν πολιτική αυτοδιάθεση στην ίδια περιοχή. Η ιστορικά πιο τεκμηριωμένη διατύπωση δεν είναι ότι ο Σιωνισμός "εφηύρε" τους Παλαιστινίους, αλλά ότι η αντιπαράθεση με τον Σιωνισμό επιτάχυνε και ενίσχυσε τη συγκρότηση της ιδιαίτερης παλαιστινιακής εθνικής ταυτότητας.
Η διαφορά είναι ουσιώδης. Στην πρώτη περίπτωση υπονοείται ότι δεν υπήρχαν προηγούμενοι δεσμοί ή μορφές συλλογικής ταυτότητας. Στη δεύτερη αναγνωρίζεται ότι μια ήδη υπαρκτή τοπική κοινωνία απέκτησε σταδιακά εντονότερη και πιο διακριτή εθνική αυτοσυνείδηση.
1917–1948: Η περίοδος που η Παλαιστίνη γίνεται εθνικό ζήτημα
Η Διακήρυξη Μπάλφουρ του 1917 αποτέλεσε σημείο καμπής. Η βρετανική κυβέρνηση εξέφρασε την υποστήριξή της στη δημιουργία εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό στην Παλαιστίνη, προβλέποντας παράλληλα ότι δεν θα θίγονταν τα αστικά και θρησκευτικά δικαιώματα των υφιστάμενων μη εβραϊκών κοινοτήτων. Η διατύπωση είχε μια σημαντική πολιτική ασυμμετρία: αναγνώριζε ρητά την εβραϊκή εθνική επιδίωξη, χωρίς αντίστοιχη ρητή αναφορά στα πολιτικά ή εθνικά δικαιώματα της αραβικής πλειονότητας.
Κατά τη διάρκεια της Βρετανικής Εντολής, οι εβραϊκοί και αραβικοί πολιτικοί θεσμοί αναπτύχθηκαν μέσα σε ένα ολοένα πιο συγκρουσιακό περιβάλλον. Οι αραβικές εξεγέρσεις και ιδιαίτερα η μεγάλη εξέγερση του 1936–1939 κατέδειξαν ότι η παλαιστινιακή πολιτική κινητοποίηση είχε αποκτήσει πλέον σαφώς εθνικά χαρακτηριστικά. Η περίοδος αυτή είναι κρίσιμη και για τον Khalidi, ο οποίος προσδιορίζει ειδικά τα χρόνια 1917–1923 ως καθοριστικά για τη διαμόρφωση της σύγχρονης παλαιστινιακής ταυτότητας.
Το παλαιστινιακό εθνικό κίνημα, επομένως, προϋπήρχε της ίδρυσης του Ισραήλ. Η δημιουργία του ισραηλινού κράτους δεν το γέννησε από το μηδέν. Θα επηρέαζε, ωστόσο, βαθύτατα τη μετέπειτα εξέλιξή του.
1948: Η Νάκμπα και η εθνική ταυτότητα της προσφυγιάς
Το 1948 υπήρξε μια ιστορική τομή. Ο πόλεμος που συνόδευσε την ίδρυση του Ισραήλ οδήγησε στον εκτοπισμό ή τη φυγή περίπου 700.000–750.000 Παλαιστινίων Αράβων από τις εστίες τους. Σύμφωνα με την υπηρεσία του ΟΗΕ για τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες, την UNRWA, περίπου 750.000 άνθρωποι χρειάζονταν βοήθεια όταν άρχισε να λειτουργεί η υπηρεσία το 1950.
Για τους Παλαιστινίους, τα γεγονότα αυτά έμειναν γνωστά ως Νάκμπα, δηλαδή "Καταστροφή". Η ιστορική έρευνα έχει εξετάσει εκτενώς τους διαφορετικούς μηχανισμούς του εκτοπισμού: στρατιωτικές επιχειρήσεις, άμεσες εκδιώξεις, φόβο, κατάρρευση τοπικών κοινωνιών και φυγή από εμπόλεμες περιοχές. Ο Ισραηλινός ιστορικός Benny Morris, στο έργο του The Birth of the Palestinian Refugee Problem Revisited, αναλύει τις διαδοχικές φάσεις της παλαιστινιακής εξόδου, τις αποφάσεις των ισραηλινών αρχών και την παρεμπόδιση της επιστροφής των προσφύγων.
Οι ιστορικοί διαφωνούν για τον βαθμό στον οποίο υπήρξε κεντρικός και προαποφασισμένος σχεδιασμός της εκδίωξης. Δεν αμφισβητείται, ωστόσο, η πραγματικότητα του μαζικού εκτοπισμού. Από την άποψη της εθνογένεσης, η σημασία του 1948 υπήρξε τεράστια. Οι Παλαιστίνιοι βρέθηκαν διασκορπισμένοι στη Δυτική Όχθη, στη Γάζα, στην Ιορδανία, στον Λίβανο, στη Συρία και σε άλλες χώρες. Η κοινή εμπειρία της απώλειας της πατρίδας, της προσφυγιάς και της διεκδίκησης επιστροφής αποτέλεσε ισχυρό συνεκτικό στοιχείο. Το 1948 δεν δημιούργησε το παλαιστινιακό έθνος από το μηδέν. Συνέβαλε, όμως, καθοριστικά στην εδραίωση μιας κοινής εθνικής μνήμης.
Ένα εθνικό κίνημα που μέχρι τότε συνδεόταν πρωτίστως με τη διεκδίκηση πολιτικού ελέγχου μιας συγκεκριμένης περιοχής μετατράπηκε και σε κίνημα ενός πληθυσμού που είχε σε μεγάλο βαθμό εκτοπιστεί από αυτήν.
Από τον παναραβισμό στην ανεξάρτητη παλαιστινιακή πολιτική ταυτότητα
Η περίοδος μετά το 1948 παρουσιάζει ένα ακόμη ιστορικό παράδοξο. Παρότι η παλαιστινιακή ταυτότητα είχε ενισχυθεί, οι Παλαιστίνιοι δεν απέκτησαν ανεξάρτητο κράτος. Η Δυτική Όχθη πέρασε υπό ιορδανικό έλεγχο και προσαρτήθηκε από την Ιορδανία το 1950, ενώ η Γάζα τέθηκε υπό αιγυπτιακή διοίκηση. Ταυτόχρονα, ο παναραβισμός, ιδιαίτερα υπό τον Αιγύπτιο πρόεδρο Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ, ασκούσε ισχυρή πολιτική επιρροή. Για ένα μέρος της αραβικής πολιτικής ηγεσίας, η απελευθέρωση της Παλαιστίνης αποτελούσε υπόθεση ολόκληρου του αραβικού κόσμου.
Η ίδρυση της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ) το 1964 αποτέλεσε σημαντικό βήμα προς τη θεσμική έκφραση της ιδιαίτερης παλαιστινιακής εθνικής ταυτότητας. Μετά τον πόλεμο του 1967, κατά τον οποίο το Ισραήλ κατέλαβε τη Δυτική Όχθη, την Ανατολική Ιερουσαλήμ και τη Γάζα, η ιδέα μιας αυτόνομης παλαιστινιακής πολιτικής εκπροσώπησης απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Η σταδιακή ανάδειξη της ΟΑΠ ως βασικού εκπροσώπου του παλαιστινιακού εθνικού κινήματος επιβεβαίωσε μια ιστορική μετατόπιση: η παλαιστινιακή υπόθεση δεν αντιμετωπιζόταν πλέον αποκλειστικά ως μέρος ενός ευρύτερου αραβικού εθνικού σχεδίου.
Η παλαιστινιακή εθνική ταυτότητα είχε αποκτήσει σαφώς διακριτό πολιτικό περιεχόμενο.
Το μεγάλο ιστορικό ερώτημα: Θα υπήρχε παλαιστινιακό έθνος χωρίς τον Σιωνισμό;
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο και ενδιαφέρον ερώτημα ολόκληρης της ανάλυσης. Ας υποθέσουμε ότι στα τέλη του 19ου αιώνα δεν είχε εμφανιστεί το οργανωμένο σιωνιστικό κίνημα και ότι δεν είχε αναπτυχθεί η πολιτική επιδίωξη δημιουργίας εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη. Θα είχε προκύψει, παρ' όλα αυτά, ένα ανεξάρτητο παλαιστινιακό εθνικό κίνημα; Η ιστορία δεν επιτρέπει βέβαιες απαντήσεις σε γεγονότα που δεν συνέβησαν. Επιτρέπει, όμως, να εξετάσουμε τις πιθανές διαδρομές.
Η πρώτη εκδοχή: Η ενσωμάτωση σε μια Μεγάλη Συρία
Στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρχαν ισχυρά πολιτικά ρεύματα που αντιμετώπιζαν την Παλαιστίνη ως μέρος μιας ευρύτερης συριακής ενότητας. Χωρίς την αντιπαράθεση γύρω από την εβραϊκή εθνική εστία, η τοπική αραβική κοινωνία θα μπορούσε ενδεχομένως να είχε ενταχθεί σε ένα ευρύτερο συριακό κράτος. Η υπόθεση αυτή δεν είναι αυθαίρετη. Στηρίζεται σε υπαρκτές πολιτικές αντιλήψεις της εποχής. Δεν μπορούμε, ωστόσο, να γνωρίζουμε αν μια τέτοια κρατική ενότητα θα επιβίωνε ή αν θα αναπτύσσονταν αργότερα τοπικά εθνικά κινήματα.
Η δεύτερη εκδοχή: Ένα ξεχωριστό αραβικό κράτος της Παλαιστίνης
Η ύπαρξη τοπικών οικονομικών δικτύων, αστικών κέντρων, πολιτισμικών παραδόσεων και μιας ιστορικής γεωγραφικής ονομασίας θα μπορούσε να είχε ευνοήσει τη συγκρότηση ξεχωριστού κράτους. Η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δημιούργησε νέες πολιτικές οντότητες σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Η Ιορδανία, ο Λίβανος, η Συρία και το Ιράκ απέκτησαν τις σύγχρονες κρατικές μορφές τους μέσα από διαδικασίες στις οποίες οι ευρωπαϊκές δυνάμεις διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο.
Δεν είναι αδύνατο να είχε ακολουθήσει αντίστοιχη πορεία και η Παλαιστίνη.
Η τρίτη εκδοχή: Μια ευρύτερη αραβική εθνική ταυτότητα
Θα μπορούσε επίσης η τοπική παλαιστινιακή συνείδηση να είχε παραμείνει κυρίως περιφερειακή, στο πλαίσιο μιας ισχυρότερης αραβικής εθνικής ταυτότητας. Αυτό θα ήταν συμβατό με τις ιδέες του παναραβισμού που αναπτύχθηκαν κατά τον 20ό αιώνα. Ωστόσο, η ιστορική εξέλιξη άλλων αραβικών κρατών δείχνει ότι η κοινή γλώσσα και η ευρύτερη αραβική ταυτότητα δεν απέτρεψαν την ανάπτυξη ιδιαίτερων εθνικών συνειδήσεων.
Η ύπαρξη Αιγυπτίων, Ιρακινών, Σύρων και Ιορδανών ως διακριτών πολιτικών εθνικών κοινοτήτων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Κατά συνέπεια, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο ότι χωρίς τον Σιωνισμό δεν θα είχε υπάρξει παλαιστινιακό έθνος. Μπορούμε, όμως, να υποστηρίξουμε ότι χωρίς τον Σιωνισμό και τη σύγκρουση που ακολούθησε, η διαδικασία διαμόρφωσης της παλαιστινιακής εθνικής ταυτότητας πιθανότατα θα είχε ακολουθήσει διαφορετική ιστορική διαδρομή.
Το ποια ακριβώς θα ήταν αυτή παραμένει άγνωστο.
Τι λένε οι ιστορικοί: Τρεις διαφορετικές οπτικές
Η ιστοριογραφία προσφέρει σημαντικές ερμηνευτικές διαφορές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ιστορικοί διαφωνούν για κάθε βασικό γεγονός. Ο Rashid Khalidi δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη σταδιακή συγκρότηση της παλαιστινιακής ταυτότητας μέσα από την κοινωνική ζωή, την εκπαίδευση, τις τοπικές παραδόσεις, τον Τύπο και τις πολιτικές συγκρούσεις της ύστερης οθωμανικής και βρετανικής περιόδου. Ο Muhammad Muslih εξετάζει την ανάδυση του παλαιστινιακού εθνικισμού μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του ανταγωνισμού μεταξύ οθωμανισμού, παναραβισμού και τοπικών πολιτικών κινημάτων.
Ο Benny Morris επικεντρώνεται ιδιαίτερα στην ιστορία της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης και του 1948, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο ο πόλεμος, οι στρατιωτικές αποφάσεις και το προσφυγικό ζήτημα επηρέασαν τη μετέπειτα εξέλιξη της παλαιστινιακής κοινωνίας. Οι τρεις προσεγγίσεις δεν είναι απολύτως αντίθετες, ούτε εξετάζουν ακριβώς το ίδιο ερώτημα. Μας βοηθούν, όμως, να διαχωρίσουμε τρεις διαφορετικές διαδικασίες: την εμφάνιση της εθνικής συνείδησης, την πολιτική της συγκρότηση και τη μεταμόρφωσή της μέσα από τον πόλεμο και τον εκτοπισμό.
Τι σημαίνει τελικά «ιστορικό έθνος»;
Η παλαιστινιακή περίπτωση φέρνει στην επιφάνεια ένα γενικότερο ζήτημα της ιστορίας των εθνών. Τα περισσότερα σύγχρονα έθνη δεν υπήρχαν με τη σημερινή πολιτική και πολιτισμική μορφή τους κατά την αρχαιότητα. Η εθνική ταυτότητα δεν είναι απαραίτητα μια αμετάβλητη κληρονομιά που μεταφέρεται αυτούσια από γενιά σε γενιά. Συχνά συγκροτείται μέσα από κοινές ιστορικές εμπειρίες, γλώσσα, θεσμούς, πολιτικές διεκδικήσεις και συλλογική μνήμη. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι φανταστική με την καθημερινή έννοια της λέξης.
Σημαίνει ότι είναι ιστορική. Ο Benedict Anderson, στο κλασικό έργο Imagined Communities, περιέγραψε τα έθνη ως "φαντασιακές κοινότητες": κοινωνίες των οποίων τα μέλη αισθάνονται ότι ανήκουν σε ένα κοινό σύνολο, παρότι δεν γνωρίζουν προσωπικά τη συντριπτική πλειονότητα των συμπατριωτών τους. Η έννοια δεν υποδηλώνει ότι τα έθνη είναι ψεύτικα. Υποδηλώνει ότι η συλλογική εθνική ταυτότητα προϋποθέτει μια κοινή αντίληψη του ανήκειν.
Στην περίπτωση των Παλαιστινίων, αυτή η αντίληψη διαμορφώθηκε μέσα από μια μακρά ιστορική διαδικασία και ενισχύθηκε ιδιαίτερα από τις συγκρούσεις του 20ού αιώνα.
Συμπέρασμα: Οι Παλαιστίνιοι δεν είναι αρχαίο έθνος με τη σύγχρονη έννοια — αλλά ούτε εφεύρεση του 1948
Η αναζήτηση της ιστορικής ρίζας του παλαιστινιακού έθνους καταλήγει σε ένα συμπέρασμα που δεν χωρά εύκολα στα συνθήματα της σημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης. Η Παλαιστίνη υπήρξε ιστορική γεωγραφική περιοχή επί πολλούς αιώνες. Οι πληθυσμοί από τους οποίους προέρχονται οι σημερινοί Παλαιστίνιοι έχουν σύνθετες ρίζες, που εκτείνονται βαθιά στο παρελθόν της ανατολικής Μεσογείου. Όμως η παλαιστινιακή εθνική ταυτότητα, ως ξεχωριστή πολιτική συνείδηση, αποτελεί κατά κύριο λόγο προϊόν της νεότερης εποχής.
Άρχισε να αποκτά σαφέστερα χαρακτηριστικά στα τέλη του 19ου αιώνα, ενισχύθηκε στις πρώτες δεκαετίες του 20ού και εδραιώθηκε μέσα από τις εμπειρίες του 1948 και των επόμενων δεκαετιών. Ο Σιωνισμός διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην επιτάχυνση αυτής της διαδικασίας. Δεν αποτελεί, όμως, επαρκή εξήγηση για το σύνολο των ιστορικών και πολιτισμικών στοιχείων που συγκρότησαν την παλαιστινιακή ταυτότητα. Υπάρχει, τέλος, μια ουσιώδης διάκριση που συχνά χάνεται στον δημόσιο διάλογο. Η ιστορική ηλικία ενός έθνους δεν αποτελεί μέτρο της πολιτικής του νομιμοποίησης.
Το γεγονός ότι μια εθνική ταυτότητα αποκρυσταλλώθηκε τον 19ο ή τον 20ό αιώνα δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο πραγματική από κάποια άλλη. Αντίστοιχα, η επίκληση αρχαίων ιστορικών δεσμών δεν αρκεί από μόνη της για να καθορίσει τα σύγχρονα δικαιώματα, τα σύνορα ή την κυριαρχία. Ίσως, λοιπόν, το σημαντικότερο ιστορικό ερώτημα να μην είναι αν οι Παλαιστίνιοι υπήρχαν ως έθνος πριν από δύο ή τρεις χιλιάδες χρόνια.
Είναι πώς μια κοινωνία με πολλαπλές τοπικές, θρησκευτικές και αραβικές ταυτότητες μετατράπηκε, μέσα σε λίγες γενιές, σε ένα διακριτό έθνος με κοινή πολιτική συνείδηση - και γιατί η σύγκρουση με ένα άλλο εθνικό κίνημα υπήρξε τόσο καθοριστική σε αυτή τη μεταμόρφωση.
Αυτή είναι η ιστορία που βρίσκεται πίσω από το σύγχρονο Παλαιστινιακό.
Add comment
Comments