Ένα χαρτοφυλάκιο "κόκκινων" δανείων μπορεί να πωληθεί στο 15% της συνολικής ονομαστικής του αξίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δάνειο μέσα στο χαρτοφυλάκιο αγοράστηκε στο 15%. Και το κυπριακό πλαίσιο, που συχνά προβάλλεται ως πρότυπο, δεν προβλέπει αυτόματη εξαγορά με την ίδια έκπτωση: δίνει στον δανειολήπτη τη δυνατότητα να υποβάλει πρόταση αγοράς πριν από την πώληση.

Από τον Τηλέμαχο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η πρόταση να δίνεται στον δανειολήπτη η δυνατότητα να αποκτήσει το δάνειό του πριν αυτό μεταβιβαστεί σε fund έχει ισχυρό κοινωνικό επιχείρημα: αν ένας επενδυτής αγοράζει μια απαίτηση με μεγάλη έκπτωση, γιατί να μην μπορεί να την αποκτήσει ο ίδιος ο οφειλέτης με ανάλογους όρους; Το ΠΑΣΟΚ έχει διατυπώσει δημόσια την πρόταση ως δικαίωμα του δανειολήπτη να αποκτά το δάνειό του πριν από τη μεταβίβαση σε fund και σε "αντίστοιχη ευνοϊκή τιμή". Σε παλαιότερη τροπολογία του κόμματος προβλεπόταν η πρόσκληση προς τον οφειλέτη στο ποσό στο οποίο θα προσφερόταν η απαίτηση στο fund.
Η συζήτηση συχνά επικαλείται και την Κύπρο. Εκεί πράγματι προβλέπεται διαδικασία πριν από την πώληση: το άρθρο 18 του κυπριακού νόμου 169(I)/2015 δίνει στους δανειολήπτες, στους εγγυητές και στους παρόχους εξασφαλίσεων τη δυνατότητα να υποβάλουν πρόταση αγοράς μέσα σε προθεσμία 45 ημερών. Όταν πωλείται μέρος χαρτοφυλακίου, προβλέπεται ενημέρωση του συγκεκριμένου δανειολήπτη· όταν πρόκειται για ολόκληρο χαρτοφυλάκιο, προβλέπεται δημοσίευση της πρόθεσης πώλησης.
Αυτό είναι δικαίωμα υποβολής πρότασης. Ο κυπριακός νόμος δεν ορίζει συγκεκριμένο ποσοστό εξαγοράς ούτε κατοχυρώνει ότι ο πιστωτής υποχρεώνεται να δεχθεί την προσφορά του δανειολήπτη. Δεν θεσπίζει, επομένως, αυτόματη εξαγορά στο ίδιο ποσοστό με το οποίο πωλήθηκε ολόκληρο το χαρτοφυλάκιο. Η διαφορά έχει σημασία. Άλλο να εξασφαλίζεται στον οφειλέτη χρόνος και δυνατότητα να καταθέσει προσφορά πριν από την πώληση· άλλο να έχει κατοχυρωμένο δικαίωμα να αποκτήσει την απαίτηση σε προκαθορισμένη τιμή, την οποία ο πιστωτής είναι υποχρεωμένος να δεχθεί.
Διαβάστε ακόμα: Ο μύθος των 50 δισ. που «χαρίστηκαν» στις τράπεζες
Μία τιμή για το σύνολο, διαφορετικές αξίες μέσα στο χαρτοφυλάκιο
Ας υποθέσουμε ότι μια τράπεζα πουλά ένα χαρτοφυλάκιο με συνολική ονομαστική απαίτηση €100 εκατ. αντί €15 εκατ. . Η μέση τιμή της συναλλαγής είναι 15 λεπτά για κάθε ευρώ ονομαστικής απαίτησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δάνειο αποτιμήθηκε χωριστά στο 15% του υπολοίπου του. Στο ίδιο χαρτοφυλάκιο μπορεί να υπάρχουν οφειλές χωρίς αξιόλογη εξασφάλιση και με ελάχιστη πιθανότητα είσπραξης, αλλά και δάνεια που καλύπτονται από ακίνητα ή άλλες εμπράγματες ασφάλειες. Η αξία τους για τον αγοραστή εξαρτάται από το αναμενόμενο ποσό ανάκτησης, τον χρόνο είσπραξης, τα δικαστικά και διαχειριστικά έξοδα και τους κινδύνους της διαδικασίας.
Η ελληνική νομοθεσία επιτρέπει η πώληση να αφορά είτε μεμονωμένες απαιτήσεις είτε ομάδες απαιτήσεων. Άρα μπορεί να συμφωνείται ένα τίμημα για ένα σύνολο δανείων, χωρίς να υπάρχει μία ενιαία τιμή που εφαρμόζεται μηχανικά σε κάθε δάνειο. Χρειάζεται, ωστόσο, μια διευκρίνιση: το ότι μια συναλλαγή έγινε σε επίπεδο χαρτοφυλακίου δεν αποδεικνύει ότι κανείς δεν εξέτασε τα δάνεια ένα προς ένα. Ο αγοραστής μπορεί να έχει αναλύσει τα δεδομένα κάθε απαίτησης, τις εξασφαλίσεις και τις πιθανότητες ανάκτησης για να υποβάλει συνολική προσφορά. Αυτό διαφέρει από το να έχει συμφωνηθεί ή να έχει γνωστοποιηθεί ξεχωριστό τίμημα αγοράς για κάθε δάνειο.
Οι ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές για τις πωλήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων περιγράφουν ακριβώς αυτή τη διάκριση: σε ομοιογενή χαρτοφυλάκια μπορεί να χρησιμοποιηθεί αναλογική κατανομή της συνολικής τιμής, ενώ σε πιο σύνθετα χαρτοφυλάκια με διαφορετικές εξασφαλίσεις η αναλογική μέθοδος μπορεί να μην είναι κατάλληλη και να απαιτείται κατανομή ανά απαίτηση.
Επομένως, το 15% δείχνει τη μέση τιμή του χαρτοφυλακίου. Δεν αποκαλύπτει από μόνο του πόσο "κόστισε" στον αγοραστή κάθε επιμέρους δάνειο.
Γιατί εξακολουθεί να οφείλεται το 100%;
Το παράδοξο είναι μόνο φαινομενικό. Η τιμή που πληρώνει ο αγοραστής για να αποκτήσει μια απαίτηση δεν ταυτίζεται αυτομάτως με το ποσό που οφείλει ο δανειολήπτης βάσει της δανειακής σύμβασης. Αν μια οφειλή €100.000 αγοραστεί από ένα fund έναντι €15.000 , ο αγοραστής καταβάλλει 15.000 ευρώ στην τράπεζα για να αποκτήσει την απαίτηση. Δεν πληρώνει €15.000 στον δανειολήπτη για να σβήσει το χρέος του. Αποκτά το δικαίωμα να επιδιώξει την είσπραξη της απαίτησης, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και το ισχύον δίκαιο. Η πώληση αλλάζει τον δικαιούχο· δεν διαγράφει από μόνη της το υπόλοιπο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε απαίτηση είναι αυτομάτως ορθή ή ότι ο δανειολήπτης δεν έχει προστασίες. Η μεταβίβαση δεν επιτρέπεται να χειροτερεύει την ουσιαστική και δικονομική θέση του οφειλέτη, ενώ ζητήματα όπως το ακριβές υπόλοιπο, οι καταβολές, οι τόκοι και η νομιμότητα της απαίτησης μπορούν να αμφισβητηθούν με τα προβλεπόμενα μέσα. Το βασικό σημείο είναι ότι η χαμηλή τιμή αγοράς δεν διαγράφει από μόνη της το χρέος.
Η ίδια λογική ισχύει στα κρατικά ομόλογα. Αν ένας επενδυτής φοβηθεί ότι ένα κράτος οδηγείται σε χρεοκοπία και πουλήσει στη δευτερογενή αγορά ομόλογο ονομαστικής αξίας €100 για €25 ευρώ, το κράτος δεν κερδίζει αυτομάτως κούρεμα 75%. Αν ήταν έτσι, η Ελλάδα θα ήταν σήμερα σχεδόν αδάνειστη. Ο αγοραστής αποκτά το ομόλογο και τα δικαιώματα που αυτό προβλέπει. Το κράτος εξακολουθεί να έχει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον τίτλο, εκτός αν υπάρξει αναδιάρθρωση, επαναγορά ή άλλη συμφωνία που μεταβάλλει την οφειλή.
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να ξεχωρίζουμε την τιμή στην οποία αλλάζει χέρια ένα περιουσιακό στοιχείο από την ονομαστική υποχρέωση που αυτό αντιπροσωπεύει.
Το δικαίωμα εξαγοράς χρειάζεται σαφείς κανόνες
Το κυπριακό παράδειγμα δείχνει έναν τρόπο να δοθεί στον δανειολήπτη ευκαιρία παρέμβασης πριν από την πώληση. Δεν λύνει, όμως, από μόνο του το ζήτημα της τιμής. Ούτε θεσπίζει δικαίωμα εξαγοράς στην αναλογία της συνολικής τιμής του χαρτοφυλακίου. Αν στην Ελλάδα θεσπιστεί ισχυρότερο δικαίωμα, πρέπει να διευκρινιστεί πώς θα υπολογίζεται η τιμή για το συγκεκριμένο δάνειο. Μια απλή αναλογική κατανομή με βάση το υπόλοιπο είναι εύκολη, αλλά μπορεί να αδικεί οφειλέτες και αγοραστές όταν τα δάνεια έχουν πολύ διαφορετικές εξασφαλίσεις και πιθανότητες είσπραξης. Από την άλλη, μια εσωτερική εκτίμηση του fund δεν αρκεί χωρίς διαφάνεια, έλεγχο και δυνατότητα αμφισβήτησης.
Ένας εφαρμόσιμος κανόνας θα μπορούσε να προβλέπει έγκαιρη ενημέρωση για την τιμή ή τη μέθοδο κατανομής που αφορά το συγκεκριμένο δάνειο, σαφή προθεσμία υποβολής πρότασης και δυνατότητα ανεξάρτητης αποτίμησης όταν υπάρχει διαφωνία. Θα έπρεπε επίσης να ξεκαθαρίζει αν ο δανειολήπτης απλώς υποβάλλει προσφορά ή αν έχει δικαίωμα να εξαγοράσει την απαίτηση με τους ίδιους όρους που προσφέρει ο τρίτος. Το πολιτικό ερώτημα παραμένει θεμιτό: πρέπει ο δανειολήπτης να έχει προτεραιότητα απέναντι σε έναν επενδυτή που αγοράζει την απαίτηση; Το κυπριακό δίκαιο απαντά δίνοντας τη δυνατότητα υποβολής πρότασης μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία. Δεν απαντά ότι ο δανειολήπτης δικαιούται αυτομάτως να πληρώσει το ίδιο ποσοστό που προέκυψε από την πώληση ολόκληρου του χαρτοφυλακίου.
Το 15% μπορεί να είναι η τιμή του συνολικού πακέτου. Για να γίνει τιμή εξαγοράς ενός συγκεκριμένου δανείου, χρειάζεται κανόνας που να ορίζει πώς αποτιμάται αυτό το δάνειο μέσα στο πακέτο.


Add comment
Comments