Μύθοι και αλήθειες για τον αναβαλλόμενο φόρο των τραπεζών - τι φοβάται η αγορά

Published on July 1, 2026 at 1:13 PM

Ανησυχίες προκαλεί στο επενδυτικό κοινό και στις τραπεζικές διοικήσεις η διαρκής αναμόχλευση του θέματος του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών και οι νέες συζητήσεις για επιτάχυνση της απόσβεσής του.

Το ζήτημα δεν είναι απλώς τεχνικό ή φορολογικό, αλλά συνδέεται άμεσα με τα κεφάλαια των τραπεζών, τη δυνατότητά τους να χρηματοδοτούν την οικονομία και τη συνολική εικόνα σταθερότητας της χώρας.

Οι ελληνικές συστημικές τράπεζες συμφώνησαν ήδη μόνες τους, σε ταχύτερη απάλειψή του από τα ίδια κεφάλαιά τους και η επιτάχυνση αυτή φέρνει την πλήρη απάλειψη του αναβαλλόμενου φόρου από τα ίδια κεφάλαιά τους 8 χρόνια νωρίτερα.

Αλλά αν έπρεπε να το κάνουν τώρα μέχρι το 2028, θα έπρεπε να σβήσουν ταυτόχρονα €8 δισ. από τα ίδια κεφάλαιά τους, κάτι που θα τα οδηγούσε σε χαμηλότερα επίπεδα, για να δίνουν οι τράπεζες απρόσκοπτα δάνεια και να χρηματοδοτούν την ελληνική οικονομία, υποχρεώνοντας σε μεγάλες αυξήσεις κεφαλαίου ή σε νέα κρίση ρευστότητας την οικονομία με επιχειρήσεις και νοικοκυριά σε αδυναμία να δανειστούν.

Υπάρχει όμως πέραν των όσων λέει η ΤτΕ και διαρρέουν οι τραπεζικές πηγές κι άλλος ανομολόγητος φόβος των τραπεζών. Ότι εισήλθαμε σε προεκλογική περίοδο και οι συνήθεις κοινωνικές επιβαρύνσεις των τραπεζών μπορεί να περάσουν σε νέα φάση με εμπεδωμένη μια αντίληψη ότι οι τράπεζες περίπου, "φταίνε για όλα" η οποία θα ευνοεί σταθερά νέες επιβαρύνσεις διαταράσσοντας την εμπιστοσύνη που έχουν κατακτήσει έναντι του επενδυτικού κοινού, με την καθιέρωση μερισμάτων και ενδιάμεσων μερισμάτων.

 Για το θέμα του αναβαλλόμενοι φόρου, η Τράπεζα της Ελλάδος εξέδωσε σχετική ανακοίνωση για ενημέρωση του κοινού, ενώ τραπεζικές πηγές μπήκαν στη λογική να εξηγήσουν αναλυτικά εκ νέου τι εστί αναβαλλόμενος φόρος που δεν αποτελεί άλλωστε και κάποια ελληνική "πατέντα", αλλά μια διεθνή πρακτική που επιτρέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία και εφαρμόζεται κι αλλού.

Ο αναβαλλόμενος φόρος δημιουργήθηκε από τις μεγάλες ζημίες της κρίσης, κυρίως από το "κούρεμα" PSI και τις διαγραφές "κόκκινων" δανείων. Οι ζημίες αυτές συμψηφίζονται με μελλοντικά κέρδη, γι’ αυτό και οι τράπεζες εμφανίζουν λογιστική κερδοφορία χωρίς αντίστοιχη φορολογητέα βάση.


Με τη νομοθεσία του 2014 και του 2017, μέρος του αναβαλλόμενου φόρου αναγνωρίστηκε ως εποπτικό κεφάλαιο, με εγγύηση του Δημοσίου και με προμήθεια που πληρώνουν οι τράπεζες, ώστε να αποφευχθούν τότε μεγαλύτερες ανακεφαλαιοποιήσεις.

Στην πράξη, ο αναβαλλόμενος φόρος ήδη μειώνεται και μάλιστα ταχύτερα από το αρχικό σχέδιο. Από το 2025 οι τράπεζες εφαρμόζουν επιταχυνόμενη απόσβεση, ενώ μειώνουν τα κεφάλαιά τους και κατά ποσό ίσο με το 29% των μερισμάτων που διανέμουν.

Έτσι, όσο αυξάνονται τα μερίσματα, τόσο επιταχύνεται η μείωση του αναβαλλόμενου φόρου. Το 2025 η απόσβεση έφθασε τα €1,5 δισ., υπερδιπλάσια από ότι προέβλεπε ο νόμος.

Με βάση τα επιχειρηματικά σχέδια, η πλήρης απόσβεση αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2032-2033, δηλαδή αρκετά νωρίτερα από το αρχικό χρονοδιάγραμμα. Αυτό σημαίνει ότι η επιτάχυνση έχει ήδη γίνει με ελεγχόμενο τρόπο και με την έγκριση των εποπτικών αρχών.

Το βασικό σημείο ανησυχίας όμως αφορά το ενδεχόμενο μιας νέας, απότομης επιτάχυνσης. Αν, για παράδειγμα, επιβαλλόταν πλήρης απόσβεση έως το 2028, το υπόλοιπο του αναβαλλόμενου φόρου θα έφθανε περίπου τα €8 δισ., δηλαδή σχεδόν το 30% των κεφαλαίων CET1.

Σε αυτή την περίπτωση, οι τράπεζες θα έπρεπε να καλύψουν ένα αντίστοιχο κεφαλαιακό κενό, πιθανότατα με αυξήσεις κεφαλαίου που δεν θα σχετίζονταν με ανάπτυξη, αλλά με αλλαγή κανόνων.

Μια τέτοια εξέλιξη θα πίεζε τους κεφαλαιακούς δείκτες, θα δυσκόλευε την προσέλκυση επενδυτών και θα περιόριζε τη δυνατότητα νέων δανείων, σε μια περίοδο που η πιστωτική επέκταση στην Ελλάδα κινείται με υψηλούς ρυθμούς. Παράλληλα, θα έστελνε αρνητικό μήνυμα για τη σταθερότητα του θεσμικού πλαισίου.

Σε ότι αφορά τη φορολογία, οι τράπεζες επισημαίνουν ότι δεν ισχύει πλήρως η εικόνα ότι "δεν πληρώνουν φόρους". Φορολογούνται με υψηλότερο συντελεστή από άλλες επιχειρήσεις, καταβάλλουν προμήθεια για την εγγύηση του αναβαλλόμενου φόρου και επιβαρύνονται με ΦΠΑ που δεν μπορούν να συμψηφίσουν, με συνολικό κόστος εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ ετησίως.

Αντίστοιχα, η σύγκριση της κερδοφορίας τους με την Ευρώπη χρειάζεται προσοχή, καθώς σε αρκετές χώρες του Νότου τα επίπεδα είναι παρόμοια, τόσο ως ποσοστό του ΑΕΠ όσο και ως προς τα επιτοκιακά περιθώρια.

 

Νίκος Κωτσικόπουλος (Capital.gr)

Add comment

Comments

There are no comments yet.