Οι περισσότεροι πόλεμοι που έχει δώσει το Ισραήλ από την ίδρυσή του χαρακτηρίζονταν από έναν κοινό παρονομαστή.
Ήταν πόλεμοι αντίδρασης.
Το 1948, το 1973, το 1991, αλλά και στις συγκρούσεις με τη Χεζμπολάχ ή τη Χαμάς, η Ιερουσαλήμ απάντησε σε εξωτερικές επιθέσεις ή σε άμεσες απειλές για την εθνική της ασφάλεια.
Υπήρξαν όμως τρεις εξαιρέσεις.
Τρεις στρατιωτικές επιχειρήσεις που δεν σχεδιάστηκαν απλώς για να αντιμετωπίσουν μια κρίση, αλλά για να αλλάξουν συνολικά την πολιτική αρχιτεκτονική της Μέσης Ανατολής.
- Η κρίση του Σουέζ το 1956.
- Η εισβολή στον Λίβανο το 1982.
- Και ο πόλεμος κατά του Ιράν το 2026.
Παρά τις διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, και οι τρεις επιχειρήσεις είχαν έναν κοινό στρατηγικό στόχο: να διαμορφώσουν μια νέα περιφερειακή ισορροπία ισχύος μέσω της ανατροπής ή της αποδυνάμωσης των βασικών αντιπάλων του Ισραήλ.
Το προηγούμενο του Σουέζ
Το 1956, η στρατιωτική επέμβαση εναντίον της Αιγύπτου δεν είχε ως μοναδικό αντικείμενο την ελεύθερη ναυσιπλοΐα ή τη Διώρυγα του Σουέζ.
Η ισραηλινή ηγεσία πίστευε ότι η ανατροπή του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ θα μπορούσε να αλλάξει συνολικά τον αραβικό κόσμο. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική.
Παρά τη στρατιωτική επιτυχία, οι διεθνείς πιέσεις υποχρέωσαν το Ισραήλ να αποχωρήσει, ενώ ο Νάσερ αναδείχθηκε τελικά σε σύμβολο του αραβικού εθνικισμού.
Η στρατιωτική νίκη δεν μετατράπηκε ποτέ σε στρατηγική νίκη.
Το στοίχημα του Λιβάνου
Είκοσι έξι χρόνια αργότερα, η κυβέρνηση του Μεναχέμ Μπέγκιν επιχείρησε κάτι ακόμη πιο φιλόδοξο. Η εισβολή στον Λίβανο παρουσιάστηκε ως απάντηση στις επιθέσεις της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Στην πραγματικότητα, όμως, στόχευε πολύ ευρύτερα.
Το σχέδιο προέβλεπε την εγκαθίδρυση μιας φιλικής κυβέρνησης στη Βηρυτό και, μέσω αυτής, την αλλαγή των περιφερειακών ισορροπιών.
Το αποτέλεσμα υπήρξε ακριβώς το αντίθετο.
Η μακροχρόνια ισραηλινή παρουσία στον Λίβανο συνέβαλε τελικά στην ανάδυση της Χεζμπολάχ ως της ισχυρότερης φιλοϊρανικής δύναμης στην περιοχή.
Διαβάστε ακόμα: Δύο χρόνια πολέμου στη Γάζα: Τι έχει πετύχει το Ισραήλ;
Το νέο σχέδιο για το Ιράν
Ο πόλεμος του 2026 παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με εκείνες τις δύο ιστορικές περιπτώσεις.
Δεν πρόκειται μόνο για μία επιχείρηση εξουδετέρωσης στρατιωτικών απειλών. Αποτελεί μια προσπάθεια συνολικής αναδιάταξης της Μέσης Ανατολής.
Η αποδυνάμωση ή ακόμη και η αλλαγή του ιρανικού καθεστώτος αντιμετωπίζεται ως το πρώτο βήμα για τη δημιουργία μιας νέας περιφερειακής τάξης ασφαλείας, στην οποία το Ισραήλ θα κατέχει ακόμη πιο κεντρικό ρόλο.
Η ιστορία προειδοποιεί
Οι πόλεμοι που ξεκινούν με σκοπό τη γεωπολιτική αναμόρφωση μιας ολόκληρης περιοχής σπάνια εξελίσσονται σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις είναι δυνατόν να επιτύχουν τους άμεσους στόχους τους.
Η πολιτική αναδιάταξη μιας ολόκληρης περιφέρειας, όμως, αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη.
Οι τοπικές κοινωνίες, οι περιφερειακές δυνάμεις και οι μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις επηρεάζουν τις εξελίξεις με τρόπους που δύσκολα μπορούν να προβλεφθούν εκ των προτέρων.
Η Μέση Ανατολή δεν αλλάζει μόνο με στρατιωτική ισχύ
Η εμπειρία του Σουέζ και του Λιβάνου δείχνει ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν αρκεί από μόνη της για να δημιουργήσει μια νέα πολιτική πραγματικότητα.
Οι στρατιωτικές νίκες μπορούν να ανατρέψουν κυβερνήσεις, να καταστρέψουν στρατιωτικές υποδομές και να μεταβάλουν προσωρινά τους συσχετισμούς ισχύος.
Δεν αρκούν όμως πάντα για να διαμορφώσουν σταθερές πολιτικές ισορροπίες.
Συχνά δημιουργούν νέα κέντρα αντίστασης και νέους περιφερειακούς ανταγωνισμούς.
Η αβεβαιότητα της επόμενης ημέρας
Η σύγκρουση με το Ιράν εξελίσσεται ακόμη και είναι πολύ νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα. Ωστόσο, ένα ερώτημα κυριαρχεί ήδη στη διεθνή συζήτηση:
Μπορεί μια στρατιωτική επιχείρηση να μετατραπεί σε διαρκή γεωπολιτική αναδιάταξη;
Ή μήπως, όπως συνέβη το 1956 και το 1982, η πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής θα αποδειχθεί ισχυρότερη από οποιονδήποτε στρατηγικό σχεδιασμό;
Η ιστορία της περιοχής δείχνει ότι οι πόλεμοι είναι πολύ ευκολότερο να ξεκινήσουν παρά να ελέγξουν τις πολιτικές συνέπειες που ακολουθούν.
Add comment
Comments