«Δεν ήθελα να πολεμήσω στην Ουκρανία»
Όταν η Ρωσία εξαπέλυσε τη γενικευμένη εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, ο Νικίτα Ζβεζντόφ ήταν μόλις 15 ετών. Δύο χρόνια αργότερα, αμέσως μετά τα 18α γενέθλιά του, έλαβε κλήση για υποχρεωτική στρατιωτική θητεία.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι λίγο πριν είχε αποβληθεί σκόπιμα από επαγγελματική σχολή στο Κρασνογιάρσκ, ώστε να μην μπορέσει να ολοκληρώσει τις σπουδές του και να στρατευθεί. Αν και παρόμοιες καταγγελίες έχουν εμφανιστεί επανειλημμένα σε ανεξάρτητα ρωσικά μέσα ενημέρωσης, δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.
Η κλήση επιδόθηκε προσωπικά στο σπίτι του και τον Μάιο του 2024 μεταφέρθηκε στη στρατιωτική μονάδα υπ' αριθμόν 25573, κοντά στο Ουσουρίσκ της ρωσικής Άπω Ανατολής. Η συγκεκριμένη μονάδα έχει αποκτήσει ιδιαίτερα κακή φήμη σε διαδικτυακές κοινότητες, με αναφορές για θανάτους στρατιωτών, ξυλοδαρμούς, εκβιασμούς και κακομεταχείριση.
«Μας πυροβολούσαν στα πόδια ως τιμωρία»
Ο Ζβεζντόφ περιγράφει ένα περιβάλλον ακραίας βίας και εξαναγκασμού.
Σύμφωνα με την αφήγησή του, οι αξιωματικοί πίεζαν συνεχώς τους νεοσύλλεκτους να υπογράψουν επαγγελματικά συμβόλαια, ώστε να σταλούν στον πόλεμο της Ουκρανίας.
“Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου και στην οικογένειά μου ότι δεν θα υπέγραφα ποτέ συμβόλαιο”, αναφέρει. Όπως καταγγέλλει, στο κέντρο εκπαίδευσης οι τιμωρίες ήταν ακραίες.
“Αξιωματικοί πυροβολούσαν στρατιώτες στα πόδια για παραδειγματισμό. Μας υποχρέωναν να κάνουμε 200 κάμψεις φορώντας αντιασφυξιογόνο μάσκα και να τρέχουμε δεκάδες γύρους με αλεξίσφαιρο γιλέκο και επιπλέον βάρος 25 έως 30 κιλών.”
Η κατάσταση, όπως λέει, τον οδήγησε σε απόπειρα αυτοκτονίας, την οποία απέτρεψαν στελέχη της μονάδας. Λίγο αργότερα, υποστηρίζει ότι λοχίας τον ανάγκασε να υπογράψει συμβόλαιο στρατολόγησης, απειλώντας τον με ποινική δίωξη.
Παρόμοιες μαρτυρίες έχουν καταθέσει μητέρες Ρώσων στρατιωτών στην ανεξάρτητη ρωσική ιστοσελίδα ASTRA, υποστηρίζοντας ότι οι γιοι τους εξαπατήθηκαν ή πιέστηκαν να υπογράψουν συμβόλαια και στη συνέχεια στάλθηκαν στο μέτωπο.
Διαβάστε ακόμα: Πως ο πόλεμος μεταμορφώνει οβιδιακά τη Ρωσική κοινωνία
Η απόδραση από τον ρωσικό στρατό
Έναν μήνα μετά την υπογραφή, ο Ζβεζντόφ ενημερώθηκε ότι επρόκειτο να μεταφερθεί σε μονάδες εφόδου κοντά στη Μελιτόπολη, στα κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη, όπου οι απώλειες θεωρούνται ιδιαίτερα υψηλές.
“Δεν μου απέμενε άλλη επιλογή από το να δραπετεύσω”, λέει.
Με τον πρώτο του μισθό, περίπου 40.000 ρούβλια (περίπου €450), ζήτησε άδεια με το πρόσχημα ότι θα προμηθευόταν εξοπλισμό για το μέτωπο.
Παρότι βρισκόταν υπό την επιτήρηση πρώην κατάδικου που υπηρετούσε επίσης στον στρατό και όφειλε να δίνει αναφορά μέσω WhatsApp κάθε λίγες ώρες, κατάφερε να εκμεταλλευτεί τα κενά στην επιτήρηση.
Πέταξε τη στρατιωτική του στολή, πήρε τα προσωπικά του αντικείμενα και διέφυγε στην Αρμενία.
Έξι μήνες αργότερα οι ρωσικές αρχές εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης για λιποταξία, όμως εκείνος είχε ήδη φύγει μέσω Βοσνίας και Κροατίας.
Η δύσκολη διαδρομή προς το άσυλο
Στην Κροατία υπέβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου, όμως πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία ταξίδεψε στη Γερμανία τον Δεκέμβριο του 2025, όπου κατέθεσε νέα αίτηση. Οι γερμανικές αρχές την απέρριψαν, επικαλούμενες τον Κανονισμό του Δουβλίνου, σύμφωνα με τον οποίο υπεύθυνη για την εξέταση της υπόθεσής του είναι η Κροατία, ως πρώτη χώρα εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι γερμανικές αρχές διαθέτουν προθεσμία έξι μηνών για να τον μεταφέρουν στην Κροατία. Εάν αυτή παρέλθει χωρίς μεταφορά, η ευθύνη της υπόθεσης περνά στη Γερμανία.
Γιατί οι Ρώσοι λιποτάκτες δύσκολα παίρνουν άσυλο
Παρά τις δημόσιες δηλώσεις προηγούμενων γερμανικών κυβερνήσεων ότι αναγνωρίζουν τη λιποταξία και την άρνηση στράτευσης ως λόγους προστασίας, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποστηρίζουν ότι στην πράξη οι πιθανότητες επιτυχίας είναι ελάχιστες.
Ο Αλεξέι Κόζλοφ, μέλος της οργάνωσης Solidarus στο Βερολίνο, επισημαίνει ότι το γερμανικό δίκαιο δεν θεωρεί από μόνο του τη στρατιωτική επιστράτευση ή την αποστολή στο μέτωπο επαρκή λόγο χορήγησης ασύλου.
Απαιτείται να αποδειχθεί ότι ο αιτών διώκεται προσωπικά για πολιτικούς λόγους.
Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Μετανάστευσης και Προσφύγων (BAMF) επιβεβαιώνει ότι κάθε αίτηση εξετάζεται εξατομικευμένα και προστασία παρέχεται μόνο όταν διαπιστώνεται βάσιμος και προσωπικός φόβος δίωξης.
Καταγγελίες για μυστικές φυλακές και βασανιστήρια
Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποστηρίζουν ότι οι Ρώσοι στρατιώτες που αρνούνται να πολεμήσουν συχνά οδηγούνται σε παράνομα κέντρα κράτησης.
Η οργάνωση FEDRO αναφέρει ότι έχει εντοπίσει 29 παράνομες εγκαταστάσεις από την έναρξη της εισβολής, στις οποίες στρατιώτες κρατούνται σε απάνθρωπες συνθήκες.
Σύμφωνα με τις καταγγελίες, υφίστανται ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια, στέρηση τροφής, εκβιασμούς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δολοφονίες.
Οι περισσότερες από αυτές τις εγκαταστάσεις βρίσκονται στις κατεχόμενες περιοχές του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ, ενώ ορισμένες λειτουργούν και εντός της Ρωσίας.
Πρώην Ρώσος αξιωματικός, που παρουσιάζεται με το ψευδώνυμο Ντανίιλ, περιγράφει ότι κρατήθηκε σε αυτοσχέδιο κέντρο βασανιστηρίων μέσα σε ορυχείο της περιοχής του Ντονέτσκ, επειδή αρνήθηκε μαζί με τη μονάδα του να επιστρέψει στο μέτωπο.
Εκκλησιαστικό άσυλο αντί για απέλαση
Μετά την απόρριψη της αίτησής του, ο Ζβεζντόφ βρήκε προσωρινή προστασία μέσω του θεσμού του εκκλησιαστικού ασύλου. Φιλοξενείται σήμερα σε προτεσταντική εκκλησία κοντά στο Άαχεν, όπου ζει σε δωμάτιο με ακόμη εννέα άτομα και εργάζεται καθημερινά στην κουζίνα και στις εργασίες συντήρησης του χώρου.
Στις 16 Ιουνίου, η γερμανική αστυνομία επισκέφθηκε το κέντρο φιλοξενίας όπου διέμενε προηγουμένως, προκειμένου να τον μεταφέρει στη Λειψία και από εκεί στην Κροατία με πτήση απέλασης.
Η μεταφορά δεν πραγματοποιήθηκε και πλέον ο νεαρός περιμένει με αγωνία τη λήξη της εξάμηνης προθεσμίας, μετά την οποία η Γερμανία θα αναλάβει επισήμως την εξέταση της υπόθεσής του.
Αν και εφόσον απορριφθεί και πάλι η αίτησή του, δηλώνει ότι πιθανότατα θα αναζητήσει καταφύγιο σε χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Add comment
Comments