Η δολοφονία ενός δημοτικού υπαλλήλου στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης άνοιξε μια νέα, ιδιαίτερα φορτισμένη συζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες γύρω από τα όρια της τεχνολογίας στην αστυνόμευση.
Λίγες εβδομάδες πριν από τη δολοφονία του Xavier Bautista, το δημοτικό συμβούλιο της πόλης είχε αποφασίσει να καταργήσει το σύστημα ανίχνευσης πυροβολισμών ShotSpotter, ύστερα από έντονες πιέσεις προοδευτικών ακτιβιστών που το χαρακτήριζαν εργαλείο μαζικής επιτήρησης και φυλετικών διακρίσεων.
Η υπόθεση επανέφερε στο προσκήνιο ένα ευρύτερο φαινόμενο που εξαπλώνεται στις ΗΠΑ: την αυξανόμενη αντίθεση μέρους της αμερικανικής Αριστεράς απέναντι στις τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται από τις αστυνομικές αρχές, με το επιχείρημα ότι ενισχύουν την κρατική επιτήρηση και πλήττουν δυσανάλογα τις μειονότητες.
Μια δολοφονία που προκάλεσε πολιτική θύελλα
Ο Xavier Bautista μεγάλωσε στη συνοικία The Port του Κέιμπριτζ, μια παραδοσιακά εργατική περιοχή όπου ζούσαν κυρίως Αφροαμερικανοί και Λατινοαμερικανοί.
Τα τελευταία χρόνια η γειτονιά άλλαξε ριζικά, καθώς η επέκταση του Harvard και του MIT οδήγησε σε έντονο εξευγενισμό (gentrification) και εκτόξευση των τιμών των ακινήτων.
Παρά τις αλλαγές, ο Bautista παρέμεινε δεμένος με τη γειτονιά του. Συνήθιζε να πηγαίνει τον πεντάχρονο γιο του στην ίδια παιδική χαρά όπου έπαιζε και ο ίδιος μικρός.
Τα ξημερώματα της 4ης Ιουλίου, καθώς πήγαινε στη δουλειά του στο Τμήμα Δημοσίων Έργων του δήμου, δέχθηκε πυροβολισμούς από ένοπλους με καλυμμένα πρόσωπα, λίγα μόλις μέτρα από το πάρκο.
Παρέμεινε τραυματισμένος στο οδόστρωμα για περισσότερο από μία ώρα, μέχρι που ένας περαστικός τον εντόπισε. Όταν έφτασαν οι διασώστες, ήταν ήδη νεκρός.
Το ερώτημα που συγκλόνισε την πόλη
Η τραγωδία απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη διάσταση όταν έγινε γνωστό ότι λίγες εβδομάδες πριν από τη δολοφονία, το δημοτικό συμβούλιο είχε αποφασίσει να απενεργοποιήσει το ShotSpotter.
Το σύστημα χρησιμοποιούσε αισθητήρες που εντόπιζαν αυτόματα τους πυροβολισμούς και ειδοποιούσαν άμεσα τις αστυνομικές και διασωστικές υπηρεσίες για την ακριβή τοποθεσία του περιστατικού.
Ένας από αυτούς τους αισθητήρες βρισκόταν σε απόσταση λίγων μέτρων από το σημείο όπου ο Bautista έμεινε αβοήθητος.
Μετά τον θάνατό του, περισσότεροι από 200 κάτοικοι συγκεντρώθηκαν σε δημόσια συνεδρίαση του δήμου ζητώντας εξηγήσεις.
Το βασικό ερώτημα ήταν απλό:
Γιατί αποσύρθηκε μια τεχνολογία που είχε σχεδιαστεί ακριβώς για να επιτρέπει ταχύτερη επέμβαση σε περιστατικά ένοπλης βίας;
Η νέα γενιά "προοδευτικών" πολιτικών
Κεντρικό πρόσωπο της υπόθεσης ήταν η Ayah Al-Zubi, 24 ετών, απόφοιτος του Harvard και αυτοπροσδιοριζόμενη ως δημοκρατική σοσιαλίστρια.
Μετά την εκλογή της στο δημοτικό συμβούλιο ανέλαβε αμέσως την προεδρία της επιτροπής δημόσιας ασφάλειας.
Παρότι δεν είχε επαγγελματική εμπειρία στην αστυνόμευση ή στη δημόσια ασφάλεια και δεν είχε ζήσει ποτέ σε υποβαθμισμένη γειτονιά, έθεσε ως πρώτη πολιτική προτεραιότητα την κατάργηση του ShotSpotter.
Η ίδια και οι υποστηρικτές της υποστήριξαν ότι το σύστημα ενίσχυε τη φυλετική επιτήρηση, επειδή οι αισθητήρες ήταν τοποθετημένοι κυρίως σε γειτονιές με μεγάλο ποσοστό μαύρων και ισπανόφωνων κατοίκων.
Τα επιχειρήματα κατά του ShotSpotter
Κατά τη διάρκεια των δημόσιων ακροάσεων, οι επικριτές της τεχνολογίας διατύπωσαν σειρά επιχειρημάτων.
Υποστήριξαν ότι:
- οι αισθητήρες βρίσκονται δυσανάλογα σε συνοικίες μειονοτήτων,
- το σύστημα παρουσιάζει υψηλό ποσοστό λανθασμένων συναγερμών,
- δεν μειώνει την εγκληματικότητα,
- στο μέλλον θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την καταγραφή ιδιωτικών συνομιλιών,
- τα δεδομένα του ενδέχεται να αξιοποιηθούν από μελλοντικές κυβερνήσεις ή από ομοσπονδιακές υπηρεσίες με πιο αυστηρή μεταναστευτική πολιτική.
Η συζήτηση μετατοπίστηκε έτσι από την πραγματική λειτουργία του συστήματος στις πιθανές μελλοντικές χρήσεις του.
Παρά τις αντιδράσεις της αστυνομίας, το δημοτικό συμβούλιο ενέκρινε τελικά την κατάργηση του ShotSpotter με πέντε ψήφους υπέρ, δύο κατά και δύο αποχές.
Από το ShotSpotter στα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης
Η υπόθεση του Κέιμπριτζ δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό.
Τα τελευταία χρόνια αρκετές αμερικανικές πόλεις εξετάζουν την κατάργηση ή τον περιορισμό συστημάτων όπως το Flock Safety, το οποίο χρησιμοποιεί κάμερες αναγνώρισης πινακίδων κυκλοφορίας για τον εντοπισμό δραστών, την ανεύρεση απαχθέντων παιδιών και τον εντοπισμό κλεμμένων οχημάτων.
Οι επικριτές θεωρούν ότι τέτοιες τεχνολογίες δημιουργούν μια κοινωνία συνεχούς παρακολούθησης, ενώ οι υποστηρικτές τους απαντούν ότι αποτελούν πολύτιμα εργαλεία για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και τη διάσωση ανθρώπινων ζωών.
Μια νέα μορφή πολιτικού ακτιβισμού
Σύμφωνα με την ανάλυση, μετά την επιστροφή του Donald Trump στην προεδρία, η προοδευτική πολιτική δράση στις ΗΠΑ έχει αλλάξει χαρακτήρα.
Κατά την πρώτη θητεία του Trump, το μεγαλύτερο μέρος της κινητοποίησης στρεφόταν εναντίον του ίδιου του προέδρου.
Σήμερα, η αντιπαράθεση μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο γύρω από τεχνολογίες που θεωρούνται σύμβολα της κρατικής εξουσίας, της επιτήρησης και της οικονομικής ισχύος.
Έτσι, αντικείμενα όπως τα συστήματα ανίχνευσης πυροβολισμών, οι κάμερες αναγνώρισης πινακίδων, ακόμη και μεγάλα κέντρα δεδομένων (data centers), μετατρέπονται σε πολιτικά σύμβολα ευρύτερων ιδεολογικών συγκρούσεων.
Η τεχνολογία στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης
Η αλματώδης ανάπτυξη της υπολογιστικής ισχύος και της τεχνητής νοημοσύνης έχει αλλάξει σχεδόν κάθε τομέα της οικονομίας, από την υγεία και τη βιομηχανία μέχρι τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Οι ίδιες τεχνολογίες αξιοποιούνται πλέον και από τις αστυνομικές αρχές για την αυτοματοποίηση διαδικασιών, την ταχύτερη αναγνώριση προτύπων και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του εγκλήματος.
Οι επικριτές τους όμως θεωρούν ότι η αυξανόμενη χρήση τέτοιων εργαλείων δημιουργεί κινδύνους για τα ατομικά δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες.
Το δίλημμα της επόμενης ημέρας
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι κάθε νέα τεχνολογία μπορεί να δημιουργήσει απρόβλεπτες συνέπειες. Η εμπειρία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Ωστόσο, η συζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να έχει μετατοπιστεί από την αξιολόγηση της πραγματικής αποτελεσματικότητας των τεχνολογιών στην αστυνόμευση προς υποθετικά σενάρια μελλοντικής κατάχρησης.
Για τους επικριτές αυτής της προσέγγισης, η υπόθεση του Xavier Bautista αποτελεί μια οδυνηρή υπενθύμιση ότι οι πολιτικές αποφάσεις γύρω από την τεχνολογία δεν είναι αφηρημένες ιδεολογικές συζητήσεις.
Μπορεί να έχουν άμεσες συνέπειες στην καθημερινή ζωή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποδειχθούν ζήτημα ζωής και θανάτου.
Alicia Nieves (Unherd)
Απόδοση/Προσαρμογή: Ν.Χ.
Add comment
Comments