Διακοπές, μια πολυτέλεια για εκατομμύρια Ευρωπαίους

Published on August 7, 2026 at 6:08 PM

Για εκατομμύρια Ευρωπαίους, οι καλοκαιρινές διακοπές δεν αποτελούν πλέον μια αυτονόητη ανάπαυλα μετά από έναν χρόνο εργασίας. Είναι μια δαπάνη που απλώς δεν χωρά στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων, στην οποία η δυνατότητα μιας εβδομάδας μακριά από το σπίτι εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη χώρα στην οποία ζει κανείς, το εισόδημά του και, κυρίως, από το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα που απομένει μετά την κάλυψη των βασικών αναγκών.

Το 2025 σχεδόν τρεις στους δέκα πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ηλικίας 16 ετών και άνω δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να κάνουν μία εβδομάδα διακοπών μακριά από το σπίτι τους.

Πρόκειται για ένα εντυπωσιακά υψηλό ποσοστό για μία από τις πλουσιότερες οικονομικές περιοχές του κόσμου.

Και ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι, αντί να συνεχιστεί η βελτίωση των προηγούμενων ετών, το ποσοστό αυξήθηκε κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024.

Η εικόνα σε βάθος δεκαετίας παραμένει σαφώς καλύτερη: σε σύγκριση με πριν από δέκα χρόνια, το ποσοστό των Ευρωπαίων που αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν μία εβδομάδα διακοπών έχει μειωθεί κατά 7,7 ποσοστιαίες μονάδες.

Ωστόσο, η πρόσφατη αντιστροφή της τάσης αποτελεί ένα ακόμη σημάδι ότι η κρίση κόστους ζωής αρχίζει να επηρεάζει όχι μόνο τις καθημερινές αγορές αλλά και εκείνες τις δαπάνες που συνδέονται με την ποιότητα ζωής.

Η Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες με τη μεγαλύτερη «φτώχεια διακοπών»

Η γεωγραφία του προβλήματος είναι αποκαλυπτική.

Οι μεγαλύτερες αναλογίες πολιτών που δήλωσαν ότι δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά μία εβδομάδα διακοπών καταγράφηκαν το 2025 σε:

Ρουμανία, Ελλάδα, Βουλγαρία και Ουγγαρία.

Στον αντίποδα βρίσκονται χώρες της βόρειας και δυτικής Ευρώπης.

Στο Λουξεμβούργο, τη Σουηδία και την Ολλανδία καταγράφονται τα χαμηλότερα ποσοστά πολιτών που στερούνται αυτή τη δυνατότητα.

Η θέση της Ελλάδας αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες τουριστικές οικονομίες της Ευρώπης.

Η χώρα υποδέχεται κάθε χρόνο εκατομμύρια ξένους επισκέπτες, διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους αριθμούς τουριστικών κλινών αναλογικά με τον πληθυσμό της και ο τουρισμός αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας.

Κι όμως, ένα σημαντικό μέρος των ίδιων των Ελλήνων δυσκολεύεται να συμμετάσχει σε αυτή την οικονομία ως καταναλωτής.

Δημιουργείται έτσι ένα παράδοξο: μια χώρα που αποτελεί διεθνή προορισμό διακοπών βρίσκεται ταυτόχρονα στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης ως προς τους πολίτες που δεν μπορούν να πληρώσουν τις δικές τους διακοπές.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι διακοπές

Η συγκεκριμένη μέτρηση έχει μεγαλύτερη κοινωνική σημασία από όση ίσως φαίνεται αρχικά.

Η αδυναμία πληρωμής μιας εβδομάδας διακοπών χρησιμοποιείται ως ένας από τους δείκτες υλικής στέρησης, επειδή δείχνει πόσο οικονομικό περιθώριο διαθέτει ένα νοικοκυριό πέρα από τις απολύτως βασικές υποχρεώσεις του.

Και στην περίπτωση της Ελλάδας, της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας, τα στοιχεία για τις διακοπές συμπίπτουν με ένα ευρύτερο κοινωνικό πρόβλημα.

Οι τρεις χώρες εμφάνισαν το 2025 και τα υψηλότερα ποσοστά σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης μεταξύ των νέων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτό σημαίνει ότι η "φτώχεια των διακοπών" δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς ως αδυναμία πραγματοποίησης ενός ταξιδιού.

Αποτελεί περισσότερο ένδειξη της πίεσης που ασκείται στα νοικοκυριά όταν το εισόδημα απορροφάται από στέγαση, ενέργεια, τρόφιμα, μεταφορές και άλλες βασικές ανάγκες.

Όταν μετά την πληρωμή όλων αυτών δεν περισσεύει αρκετό διαθέσιμο εισόδημα, οι διακοπές είναι συνήθως μία από τις πρώτες δαπάνες που περικόπτονται.


Γιατί οι διακοπές γίνονται ακριβότερες

Το κόστος των διακοπών έχει αυξηθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια.

Οι πιέσεις προέρχονται ταυτόχρονα από διαφορετικές πλευρές: διαμονή, μεταφορές και εστίαση.

Η άνοδος των τιμών των ξενοδοχείων και των βραχυχρόνιων μισθώσεων σε δημοφιλείς προορισμούς έχει αυξήσει σημαντικά το κόστος μιας οικογενειακής εβδομάδας.

Παράλληλα, αεροπορικά και ακτοπλοϊκά εισιτήρια, καύσιμα και έξοδα μετακίνησης επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τον προϋπολογισμό.

Και όταν ο ταξιδιώτης φτάσει στον προορισμό του, έρχεται αντιμέτωπος με το αυξημένο κόστος φαγητού, ποτού και καθημερινών υπηρεσιών.

Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και μια σχετικά λιτή εβδομάδα διακοπών μπορεί να απαιτεί ένα ποσό δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το μηνιαίο εισόδημα ενός εργαζομένου.

Για ένα νοικοκυριό με παιδιά, η επιβάρυνση είναι φυσικά ακόμη μεγαλύτερη.

Η αγοραστική δύναμη είναι το κλειδί

Οι ονομαστικοί μισθοί από μόνοι τους δεν αρκούν για να εξηγήσουν το φαινόμενο.

Το κρίσιμο μέγεθος είναι η αγοραστική δύναμη.

Ένας εργαζόμενος μπορεί να έχει δει τον μισθό του να αυξάνεται τα τελευταία χρόνια και παρ’ όλα αυτά να αισθάνεται φτωχότερος, εάν ταυτόχρονα έχουν αυξηθεί περισσότερο το ενοίκιο, τα τρόφιμα, η ενέργεια και οι υπηρεσίες.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά μετά το μεγάλο πληθωριστικό κύμα των προηγούμενων ετών.

Ο πληθωρισμός μπορεί να έχει επιβραδυνθεί, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι οι τιμές επέστρεψαν στα προηγούμενα επίπεδα.

Σημαίνει απλώς ότι αυξάνονται με μικρότερη ταχύτητα.

Έτσι, η συσσωρευμένη αύξηση του κόστους ζωής εξακολουθεί να επηρεάζει το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών.

«Οι διακοπές γίνονται πολυτέλεια για λίγους»

Η Esther Lynch, γενική γραμματέας της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων, υποστηρίζει ότι η δυνατότητα των εργαζομένων να κάνουν διακοπές δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως περιττή πολυτέλεια.

Η ξεκούραση και ο χρόνος με την οικογένεια και τους φίλους, σημειώνει, είναι σημαντικοί για τη σωματική και ψυχική υγεία.

Κατά την ίδια, μετά από έναν ολόκληρο χρόνο εργασίας, η δυνατότητα μιας περιόδου πραγματικής ανάπαυσης θα έπρεπε να θεωρείται στοιχειώδες μέρος της ποιότητας ζωής των εργαζομένων.

Ωστόσο, όπως προειδοποιεί, για όλο και περισσότερους ανθρώπους αυτή η δυνατότητα κινδυνεύει να μετατραπεί σε προνόμιο.

Η Lynch συνδέει τα στοιχεία και με την κατάσταση της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας, υποστηρίζοντας ότι η εξάπλωση επισφαλών και χαμηλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας αφήνει εκατομμύρια εργαζομένους χωρίς το διαθέσιμο εισόδημα που απαιτείται για κάτι περισσότερο από την κάλυψη των βασικών τους αναγκών.

Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η αναφορά της στους εργαζομένους που συνεχίζουν να εργάζονται μέσα στις ακραίες θερμοκρασίες του καλοκαιριού – από τα χωράφια και τις αποθήκες μέχρι την αντιμετώπιση των πυρκαγιών – χωρίς να έχουν απαραίτητα τη δυνατότητα να πληρώσουν οι ίδιοι μερικές ημέρες διακοπών.

Οι Ευρωπαίοι προτιμούν τη χώρα τους

Υπάρχει όμως και μία δεύτερη ενδιαφέρουσα διάσταση στα στοιχεία της Eurostat.

Όταν οι Ευρωπαίοι ταξιδεύουν, στην πλειονότητά τους επιλέγουν να παραμείνουν μέσα στη χώρα τους.

Το 70% των ταξιδιών των Ευρωπαίων τουριστών το 2024 πραγματοποιήθηκε στο εσωτερικό της χώρας κατοικίας τους.

Η τάση είναι ιδιαίτερα ισχυρή σε ορισμένες μεγάλες τουριστικές χώρες.

Στη Ρουμανία, το 90% των ταξιδιών ήταν εσωτερικού.

Στην Ισπανία το αντίστοιχο ποσοστό έφτασε το 88%, ενώ σε Γαλλία, Πορτογαλία και Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 85%.

Με άλλα λόγια, μόλις περίπου 15 στα 100 ταξίδια που πραγματοποιούν οι κάτοικοι της Ελλάδας είναι ταξίδια εκτός χώρας.

Η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική σε μικρότερα κράτη, όπου η μετάβαση στο εξωτερικό είναι πολύ ευκολότερη και συχνά απαιτεί μικρές αποστάσεις.

Το Λουξεμβούργο καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό ταξιδιών στο εξωτερικό, στο 78%, ενώ ακολουθούν το Βέλγιο με 62% και η Μάλτα με 48%.

Τέσσερις νύχτες εντός ΕΕ, οκτώ εκτός

Διαφορετική είναι και η διάρκεια των ταξιδιών.

Ένα ταξίδι Ευρωπαίου πολίτη εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαρκεί κατά μέσο όρο τέσσερις νύχτες.

Όταν όμως ο προορισμός βρίσκεται εκτός ΕΕ, η μέση διάρκεια διπλασιάζεται και φτάνει τις οκτώ νύχτες.

Η διαφορά είναι λογική.

Τα μακρινότερα και ακριβότερα ταξίδια απαιτούν μεγαλύτερο αρχικό κόστος μετακίνησης, με αποτέλεσμα οι ταξιδιώτες που έχουν την οικονομική δυνατότητα να τα πραγματοποιήσουν να επιλέγουν μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής.

Αντίθετα, τα ταξίδια μικρότερης απόστασης προσφέρονται περισσότερο για ολιγοήμερες αποδράσεις.

Το ελληνικό παράδοξο

Για την Ελλάδα, όμως, τα στοιχεία δημιουργούν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αντίφαση.

Από τη μία πλευρά, οι Έλληνες που ταξιδεύουν επιλέγουν σε συντριπτικό βαθμό την ίδια τους τη χώρα.

Από την άλλη, η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των κρατών με τα υψηλότερα ποσοστά ανθρώπων που δεν μπορούν να κάνουν ούτε μία εβδομάδα διακοπών.

Και αυτό συμβαίνει σε μια χώρα με τεράστια ακτογραμμή, εκατοντάδες κατοικημένα νησιά, ορεινούς προορισμούς και μια τουριστική βιομηχανία που αποτελεί βασικό τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας.

Το πρόβλημα επομένως δεν είναι η έλλειψη επιλογών.

Είναι πρωτίστως οικονομικό.

Για ένα ελληνικό νοικοκυριό, ακόμη και οι διακοπές εντός Ελλάδας μπορούν να μετατραπούν σε ιδιαίτερα ακριβή υπόθεση όταν προστεθούν το κατάλυμα, τα ακτοπλοϊκά ή τα καύσιμα, η εστίαση και οι καθημερινές δαπάνες.

Σε δημοφιλείς προορισμούς και κατά την περίοδο αιχμής, το συνολικό κόστος μπορεί να γίνει απαγορευτικό για ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων.

Όταν ο τουρισμός ανεβάζει τις τιμές για τους ίδιους τους κατοίκους

Εδώ εμφανίζεται και μία από τις μεγάλες αντιφάσεις των επιτυχημένων τουριστικών οικονομιών.

Η μεγάλη διεθνής ζήτηση δημιουργεί εισόδημα, θέσεις εργασίας και φορολογικά έσοδα.

Ταυτόχρονα όμως μπορεί να ωθήσει προς τα πάνω τις τιμές των καταλυμάτων και πολλών υπηρεσιών στους δημοφιλέστερους προορισμούς.

Ένα ξενοδοχείο, ένα διαμέρισμα ή ένα εστιατόριο σε έναν διεθνώς αναγνωρισμένο προορισμό δεν τιμολογεί πλέον τις υπηρεσίες του αποκλειστικά με βάση την αγοραστική δύναμη του τοπικού πληθυσμού.

Τιμολογεί με βάση τη διεθνή ζήτηση.

Και εκεί μπορεί να δημιουργηθεί ένα σημαντικό χάσμα.

Ο επισκέπτης από μια χώρα με σημαντικά υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα ανταγωνίζεται για το ίδιο δωμάτιο, το ίδιο ακτοπλοϊκό εισιτήριο και την ίδια υπηρεσία με τον Έλληνα εργαζόμενο.

Για την τουριστική επιχείρηση αυτή είναι φυσιολογική λειτουργία της αγοράς.

Για το ελληνικό νοικοκυριό όμως μπορεί να σημαίνει ότι οι διακοπές στην ίδια του τη χώρα γίνονται ολοένα ακριβότερες.

Οι διακοπές ως δείκτης ποιότητας ζωής

Το πραγματικό ερώτημα επομένως δεν είναι εάν οι διακοπές αποτελούν "ανάγκη" με την ίδια έννοια που αποτελούν η τροφή ή η κατοικία.

Προφανώς όχι.

Η δυνατότητα όμως ενός εργαζομένου να διαθέτει ένα μικρό μέρος του ετήσιου εισοδήματός του για αναψυχή, ξεκούραση και χρόνο με την οικογένειά του αποτελεί σημαντικό δείκτη του πραγματικού βιοτικού επιπέδου.

Μια κοινωνία στην οποία η εργασία επαρκεί μόνο για την πληρωμή ενοικίου, λογαριασμών, τροφίμων και μετακινήσεων μπορεί να εμφανίζει αύξηση του ΑΕΠ και των ονομαστικών μισθών, χωρίς η βελτίωση αυτή να μεταφράζεται αναγκαστικά σε αντίστοιχη βελτίωση της καθημερινότητας.

Γι’ αυτό και τα στοιχεία της Eurostat για τις διακοπές λένε τελικά κάτι πολύ περισσότερο από το πόσοι Ευρωπαίοι πηγαίνουν στη θάλασσα ή ταξιδεύουν στο εξωτερικό.

Μετρούν, έστω έμμεσα, πόσος οικονομικός χώρος απομένει στους πολίτες για να ζήσουν πέρα από τις απολύτως βασικές τους ανάγκες.

Και το γεγονός ότι σχεδόν τρεις στους δέκα Ευρωπαίους εξακολουθούν να μην μπορούν να χρηματοδοτήσουν ούτε μία εβδομάδα μακριά από το σπίτι δείχνει ότι, παρά την πρόοδο της τελευταίας δεκαετίας, το χάσμα στην ποιότητα ζωής μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει μεγάλο.

Για την Ελλάδα, η προειδοποίηση είναι ακόμη πιο έντονη.

Μια από τις μεγαλύτερες τουριστικές οικονομίες της Ευρώπης βρίσκεται ταυτόχρονα ανάμεσα στις χώρες όπου οι ίδιοι οι πολίτες δυσκολεύονται περισσότερο να γίνουν… τουρίστες. 

 

 

Inês Trindade Pereira και Damaso Jaivenois (Euronews)

Απόδοση/Προσαρμογή: Μ.Κ.

Add comment

Comments

There are no comments yet.