Το αντικείμενό μου, η Ιστορία, βρίσκεται σε τελική παρακμή. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να της έδωσε τη χαριστική βολή, όμως η ασθένεια είχε αρχίσει ήδη από τα τέλη του 20ού αιώνα.

Από τον Chris Doyle | Counterpunch Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Ε.Μ. | Greece2Day
Η εξαφάνιση του αναγνωστικού κοινού, η παραπληροφόρηση, τα fake news και η πολιτική χειραγώγηση αποδυνάμωσαν θανάσιμα την Ιστορία ως επιστημονικό πεδίο και ως στοιχείο της δημόσιας ζωής.
Οι προπτυχιακοί φοιτητές εγκαταλείπουν τις ιστορικές σπουδές, ενώ ακόμη και κάτοχοι διδακτορικών δυσκολεύονται να βρουν εργασία διδάσκοντας ή γράφοντας Ιστορία.
Για το επάγγελμά μου, ίσως πέφτει πλέον η αυλαία. Και η χρονική συγκυρία δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο ειρωνική. Γιατί σήμερα χρειαζόμαστε την Ιστορία περισσότερο από ποτέ.
Χωρίς Ιστορία, πλέουμε χωρίς πυξίδα
Χωρίς ιστορική γνώση, παραδινόμαστε σε μια θάλασσα γεγονότων χωρίς προηγούμενο, αιτία ή νόημα. Όταν αποκοπτόμαστε από το παρελθόν, γινόμαστε εύκολη λεία για εκείνους που θέλουν να χρησιμοποιήσουν την Ιστορία για τους δικούς τους σκοπούς.
- Για όσους αρνούνται τα ιστορικά προηγούμενα διακηρύσσοντας ότι "κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί ποτέ ξανά".
- Για εκείνους που ξεκινούν πολέμους υποστηρίζοντας ότι τα θύματά τους "δεν έχουν δική τους Ιστορία" ανεξάρτητη από εκείνη του επιτιθέμενου.
- Για όσους μπορούν να μετατρέψουν, μέσα από την πολιτική αφήγηση, ακόμη και μια αιματηρή εξέγερση σε μια "ημέρα αγάπης".
Ο Τζορτζ Όργουελ είχε δίκιο όταν προειδοποιούσε ότι όποιος ελέγχει το παρελθόν ελέγχει και το μέλλον. Αγνοούμε αυτή την προειδοποίηση με δική μας ευθύνη. Υπάρχει κάτι βαθιά τραγικό σε μια κοινωνία που σκοτώνει ακριβώς εκείνο το εργαλείο που θα μπορούσε να τη σώσει.
Η προειδοποίηση είχε έρθει πριν από 30 χρόνια
Απέκτησα το διδακτορικό μου στην Ιστορία πριν από περίπου τρεις δεκαετίες, ακριβώς την εποχή που τα πράγματα άρχιζαν να διαλύονται.
Τότε δεν το αντιλαμβανόμουν.
Το 1994, όμως, ο σπουδαίος ιστορικός Έρικ Χόμπσμπαουμ έγραφε στον πρόλογο του μνημειώδους έργου του για τον 20ό αιώνα, "Η Εποχή των Άκρων" (The Age of Extremes), ότι οι περισσότεροι νέοι άνδρες και γυναίκες στο τέλος του αιώνα μεγάλωναν μέσα σε ένα είδος "διαρκούς παρόντος", αποκομμένοι από τα ιστορικά γεγονότα που είχαν διαμορφώσει την εποχή τους.
Ο Χόμπσμπαουμ απέδιδε αυτή τη συλλογική αμνησία στον φρενήρη ρυθμό της σύγχρονης ζωής και στη στρέβλωση που προκαλούσε ο αδιάκοπος ειδησεογραφικός κύκλος.
Ήταν μια πρώιμη προειδοποίηση.
Σήμερα η ασθένεια ίσως έχει προχωρήσει πέρα από το σημείο επιστροφής.
Μικρές οθόνες, μικρότερες ιδέες
Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ότι παραδώσαμε μεγάλο μέρος της πνευματικής μας ζωής στις μικρές οθόνες – και μαζί τους, πολύ συχνά, στις μικρές ιδέες.
Η διαδικασία συνέβη "σταδιακά και μετά ξαφνικά", για να δανειστούμε τη γνωστή φράση του Έρνεστ Χέμινγουεϊ για τη χρεοκοπία.
Τα social media και το iPhone εμφανίστηκαν σχεδόν ταυτόχρονα κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα και άλλαξαν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουμε πληροφορίες.
Η Rose Horowitch, σε πρόσφατο δοκίμιό της στο The Atlantic με τον χαρακτηριστικό τίτλο "The End of Reading Is Here", καταγράφει τις συνέπειες.
Οι άνθρωποι δεν έγιναν ακριβώς αναλφάβητοι. Έχασαν όμως, σε μεγάλο βαθμό, την ικανότητα συγκέντρωσης που απαιτείται για να ολοκληρώσουν ένα βιβλίο. Παράλληλα, συχνά δεν διαθέτουν πλέον το λεξιλόγιο και το πλαίσιο αναφοράς που χρειάζονται για να κατανοήσουν απαιτητικότερα κείμενα.
Και όταν εξαφανίζεται το αναγνωστικό κοινό, μαζί του υποχωρεί και η Ιστορία.
Εκπαιδευτήκαμε να σκεφτόμαστε επιφανειακά
Το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι σχεδιασμένα ώστε να μας αποσπούν την προσοχή, να μας εξοργίζουν, να μας κάνουν αντιδραστικούς και τελικά να μας κρατούν διαρκώς συνδεδεμένους.
Σταδιακά απομακρυνθήκαμε από εκείνο που ο νομπελίστας οικονομολόγος Ντάνιελ Κάνεμαν περιέγραψε ως "αργή σκέψη". Τη σκέψη που απαιτεί χρόνο.
Που είναι αναλυτική, κριτική και ορθολογική.
Ακριβώς δηλαδή το είδος σκέψης πάνω στο οποίο οικοδομείται η Ιστορία.
Η ιστορική έρευνα είναι επίπονη. Απαιτεί υπομονή, σύγκριση πηγών, αμφισβήτηση, επανεξέταση και αναθεώρηση.
Όμως οι άνθρωποι που υπηρετούν αυτή τη μορφή σκέψης έχουν σταδιακά περιθωριοποιηθεί ως διαμορφωτές της δημόσιας αντίληψης. Τη θέση τους καταλαμβάνουν όλο και περισσότερο οι influencers, οι οποίοι ανταγωνίζονται για προσοχή μέσα από θυμό, σοκ και συναίσθημα.

Και μετά ήρθε η Τεχνητή Νοημοσύνη
Καθώς οι άνθρωποι της αναλυτικής σκέψης απομακρύνονται από το προσκήνιο, παραδίδουμε σταδιακά ορισμένες από τις δημόσιες λειτουργίες τους στην Τεχνητή Νοημοσύνη.
Πολλοί καθηγητές Ιστορίας αντιστέκονται στην AI.
Προσπαθούν να δημιουργήσουν αποστειρωμένα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα χωρίς Τεχνητή Νοημοσύνη και να περιορίσουν τις γραπτές εργασίες των φοιτητών σε αυστηρά ελεγχόμενους χώρους.
Το έχω δοκιμάσει και εγώ, με κάποια επιτυχία.
Όμως φοβάμαι ότι πρόκειται απλώς για προσωρινό ανάχωμα. Οι φοιτητές, με τη βοήθεια της Big Tech, γίνονται συνεχώς καλύτεροι στο να αποκρύπτουν τη χρήση της AI στις εργασίες τους.
Και ο πειρασμός είναι τεράστιος.
Παράλληλα αναπτύσσεται η αντίθετη άποψη: ότι όποιος στερεί από τους νέους την Τεχνητή Νοημοσύνη, τους στερεί ταυτόχρονα δεξιότητες που θα χρειαστούν στον "πραγματικό κόσμο".
Όταν πρωτοσυνάντησα το φαινόμενο της λογοκλοπής μέσω AI, ένας συνάδελφος στο κολέγιο όπου δίδασκα μου είπε: "Εμείς, οι καθηγητές Ιστορίας, λέμε στους φοιτητές να επιβραδύνουν με την AI. Στη σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων τούς λένε να επιταχύνουν, επειδή θα τους κάνει πιο παραγωγικούς".
Δεν είναι δύσκολο να μαντέψει κανείς ποιο από τα δύο μηνύματα ακούγεται πιο ελκυστικό στους νέους. Εκείνο που συνοδεύεται από παραγωγικότητα, επαγγελματική αποκατάσταση και οικονομική απόδοση.
Η καταγεγραμμένη υποχώρηση της κριτικής σκέψης και της ικανότητας γραπτής έκφρασης δεν θα έπρεπε, επομένως, να εκπλήσσει κανέναν.
Η AI και η εποχή της εναλλακτικής πραγματικότητας
Υπάρχει όμως ένα ακόμη σοβαρότερο πρόβλημα. Η Τεχνητή Νοημοσύνη ενισχύει την τάση μας να πιστεύουμε τα πάντα – ή τελικά να μην πιστεύουμε τίποτα.
Οι λεγόμενες "παραισθήσεις" των συστημάτων AI μπορούν να δημιουργούν εναλλακτικές πραγματικότητες και έναν πρακτικά απεριόριστο αριθμό υποθετικών κόσμων.
Και αυτό έρχεται να προστεθεί στην κουλτούρα της μετα-αλήθειας που είχε ήδη δημιουργήσει το Διαδίκτυο. Μια κουλτούρα που ευδοκιμεί μέσα στις θεωρίες συνωμοσίας: ότι η 11η Σεπτεμβρίου ήταν "δουλειά εκ των έσω", ότι η κλιματική αλλαγή είναι απάτη, ότι τα εμβόλια δεν λειτουργούν, ότι σχολικές επιθέσεις σκηνοθετήθηκαν από κάποιο "βαθύ κράτος" ή ότι νόμιμες εκλογές ήταν "στημένες".
Τα μεγάλα ψέματα έχουν μεταφερθεί από τα περιθώρια στον πυρήνα της δημόσιας συζήτησης.
Όταν ακόμη και τα γεγονότα γίνονται διαπραγματεύσιμα
Το βλέπω πλέον μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας.
Όταν ένας φοιτητής μού παρουσιάζει ένα AI deepfake ή μια ανάρτηση στο Instagram ως "απόδειξη", ή όταν με ρωτά "πιστεύετε πραγματικά ότι οι αστροναύτες περπάτησαν στη Σελήνη;", αντιλαμβάνομαι ότι δεν μοιραζόμαστε πλέον την ίδια πραγματικότητα.
Και όταν τα ίδια τα γεγονότα γίνονται διαπραγματεύσιμα, η Ιστορία γίνεται σχεδόν αδύνατο να διδαχθεί.
Η Ιστορία μετακόμισε από τα βιβλία στο YouTube
Η ιστορική γνώση των Αμερικανών στηρίζεται πλέον σε εξαιρετικά ασταθή θεμέλια: κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και τηλεοπτικές ειδήσεις.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της American Historical Association, μεγάλη πλειονότητα των πολιτών αντιλαμβάνεται την Ιστορία ως κάτι λίγο περισσότερο από μια συλλογή ονομάτων, ημερομηνιών και γεγονότων.
Λιγότεροι από ένας στους τρεις διαβάζουν βιβλία Ιστορίας. Και τα πανεπιστημιακά μαθήματα βρίσκονται στην τελευταία θέση μεταξύ των πηγών από τις οποίες το ευρύ κοινό αποκτά ιστορική γνώση.
Οι νέοι είναι πολύ πιθανότερο να αναζητήσουν Ιστορία στο YouTube παρά σε μια βιβλιοθήκη ή ένα πανεπιστήμιο.
Η ιστορική σκέψη δεν είναι «αφύσικη». Έγινε αρχαϊκή
Ο καθηγητής Εκπαίδευσης Sam Wineburg έχει χαρακτηρίσει την ιστορική σκέψη "αφύσικη πράξη". Ίσως όμως το πρόβλημα να είναι διαφορετικό.
Η Ιστορία, όπως την γνωρίζω, σημαίνει δημιουργία επιχειρημάτων που βασίζονται σε πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές. Και αυτές οι πηγές είναι σχεδόν πάντοτε κείμενα.
Η ιστορική επιχειρηματολογία απαιτεί αντικειμενικότητα και την ικανότητα να απομακρύνεσαι από τη δική σου ταυτότητα ώστε να προσπαθείς να αντιληφθείς πώς σκέφτονταν και ενεργούσαν άνθρωποι μιας άλλης εποχής.
Απαιτεί κατανόηση του ιστορικού πλαισίου, της χρονικής ακολουθίας, της αιτιότητας και του γεγονότος ότι η Ιστορία θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά.
Και όταν εμφανίζονται στοιχεία που αντικρούουν την αρχική μας θέση, πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να την αναθεωρήσουμε ή ακόμη και να την εγκαταλείψουμε.
Το βασικό όχημα της ιστορικής επιστήμης παραμένει η εκτενής επιστημονική μονογραφία. Αυτός όμως ο τρόπος λειτουργίας μοιάζει όλο και λιγότερο σχετικός με τη σημερινή κοινωνία.
Δεν είναι αφύσικος. Έχει γίνει αρχαϊκός.
Δεν πρόκειται για το «Τέλος της Ιστορίας» του Φουκουγιάμα
Η θέση ότι η Ιστορία πεθαίνει δεν πρέπει να συγχέεται με το περίφημο - και σε μεγάλο βαθμό διαψευσμένο - "Τέλος της Ιστορίας" του πολιτικού επιστήμονα Φράνσις Φουκουγιάμα.
Στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο Φουκουγιάμα διέκρινε το "τέλος της Ιστορίας" στον θρίαμβο της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας απέναντι στον αυταρχισμό.
Θεωρούσε ότι με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης εξαντλούνταν ουσιαστικά η μεγάλη ιδεολογική διαλεκτική που κινούσε την Ιστορία.
Εκείνος μιλούσε για την ιστορική διαδικασία. Εδώ μιλάμε για κάτι διαφορετικό. Για τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο μελετάμε, κατανοούμε και γράφουμε Ιστορία. Και αυτός είναι που πεθαίνει.
Όταν ένα βιβλίο Ιστορίας βοήθησε να αποφευχθεί ένας πυρηνικός πόλεμος
Ένα παράδειγμα αποκαλύπτει πόσο πολύ έχουμε απομακρυνθεί από εκείνη την εποχή.
Κατά την Κρίση των Πυραύλων της Κούβας το 1962, ο πρόεδρος Τζον Φ. Κένεντι συζητούσε με τους συμβούλους του ένα βιβλίο Ιστορίας που είχε διαβάσει λίγους μήνες νωρίτερα: το "The Guns of August" της Barbara Tuchman, μια ανάλυση για το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η Tuchman περιέγραφε πώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες είχαν παγιδευτεί μέσα σε μια άκαμπτη στρατιωτική λογική που τελικά τους οδήγησε στην καταστροφή.
Ο Κένεντι δεν ήθελε να επαναλάβει το ίδιο λάθος.
Είπε στους συνεργάτες του ότι δεν επρόκειτο να ακολουθήσει μια πορεία που θα επέτρεπε σε κάποιον μελλοντικό ιστορικό να γράψει ένα αντίστοιχο βιβλίο για τη δική τους εποχή, με τίτλο "Οι Πύραυλοι του Οκτωβρίου".
Αν επιβίωνε κάποιος για να το γράψει, ήθελε να γνωρίζει ότι η αμερικανική κυβέρνηση είχε κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια για την ειρήνη και είχε αφήσει στον αντίπαλό της περιθώριο υποχώρησης.
Η Tuchman κέρδισε το Pulitzer για το βιβλίο της, η επιρροή του οποίου ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από την αναφορά του Κένεντι.
Το βιβλίο έγινε ακόμη και επιλογή του περίφημου Book of the Month Club – ενός θεσμού που σήμερα μοιάζει σχεδόν με απολίθωμα μιας διαφορετικής πολιτιστικής εποχής.
Είναι δύσκολο πλέον να φανταστούμε ένα βιβλίο Ιστορίας να ασκεί ανάλογη επιρροή σε έναν σύγχρονο πολιτικό ηγέτη - πόσο μάλλον σε ολόκληρη την κοινωνία.
Γιατί λοιπόν συνεχίζω να διδάσκω Ιστορία;
Γιατί εξακολουθώ να την αγαπώ. Και για μένα αυτό έχει σημασία.
Οι καλύτερες στιγμές της διδασκαλίας είναι εκείνες κατά τις οποίες αισθάνομαι ότι κατάφερα να φέρω το παρελθόν μέσα στην αίθουσα.
Να το κάνω τόσο ζωντανό ώστε οι μαθητές να μπορούν σχεδόν να το δουν, να το αγγίξουν, να το μυρίσουν.
Αυτή είναι η προσωπική μου ανταμοιβή. Και καθώς πλησιάζει μια νέα σχολική χρονιά, εξακολουθώ να κυνηγώ αυτές τις στιγμές.
Υπάρχει επίσης η επαγγελματική ευθύνη.
Να γνωρίζω και να κατανοώ τους μαθητές μου. Να δουλεύω πάνω στα σχέδια μαθημάτων και στις αξιολογήσεις. Να οργανώνω εκπαιδευτικές επισκέψεις και προσκεκλημένους ομιλητές. Να παρακολουθώ τις εξελίξεις στο αντικείμενό μου. Να είμαι συνεπής. Να συνεργάζομαι με συναδέλφους. Να επικοινωνώ με γονείς και διοίκηση. Να σχολιάζω προσεκτικά τις εργασίες των μαθητών.
Υπάρχει υπερηφάνεια στο να κάνεις σωστά τη δουλειά σου. Αλλά οι προσωπικοί λόγοι δεν απαντούν στο μεγαλύτερο ερώτημα. Τι συμβαίνει σε μια κοινωνία που δεν γνωρίζει πλέον τον εαυτό της;
Τι συμβαίνει σε μια κοινωνία η οποία αποκόπτεται από την ιστορική γνώση; Σε μια κοινωνία που έχει ουσιαστικά επιλέξει να μη γνωρίζει τον ίδιο της τον εαυτό;
Σε αυτό τουλάχιστον ο Φουκουγιάμα είχε προβλέψει σωστά κάτι: "το τέλος της Ιστορίας θα είναι μια πολύ θλιβερή εποχή".
Ο ίδιος πίστευε ότι μια μετα-ιστορική κοινωνία θα έχανε εκείνη την ιδεολογική προοπτική που έδινε νόημα στη ζωή. Από τη δική μου οπτική, χωρίς την Ιστορία γινόμαστε άνθρωποι χωρίς ρίζες.
Περισσότερο ευάλωτοι στους δημαγωγούς.
Περισσότερο ευάλωτοι στον φανατισμό.
Και τελικά περισσότερο εκτεθειμένοι σε μια βαθιά κρίση νοήματος.
Ίσως γι’ αυτό, όταν επιστρέψω στην τάξη αυτό το φθινόπωρο, θα συνεχίσω να διδάσκω σαν να μην έχει συμβεί τίποτα.
Σαν η Ιστορία να εξακολουθεί να ζει.
Add comment
Comments