Η ιδέα ότι ο καπιταλισμός λειτουργεί καλύτερα όταν η ιδιοκτησία δεν συγκεντρώνεται στους λίγους επιστρέφει στη βρετανική πολιτική συζήτηση. Σχεδόν έναν αιώνα μετά τη γέννηση της έννοιας της "property-owning democracy" και τέσσερις δεκαετίες μετά τη μεγάλη επέκταση της ιδιοκατοίκησης και της λαϊκής μετοχικής ιδιοκτησίας επί Margaret Thatcher, μια νέα πρόταση ζητά να δοθεί ξανά στους πολίτες – και κυρίως στους νέους – πραγματικό μερίδιο στον πλούτο που δημιουργεί η οικονομία.

Από τον John Cowpe | CapX
Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Μ.Κ. | Greece2Day
Το 1920, ο Σκωτσέζος ενωτικός βουλευτής Noel Skelton εισήγαγε έναν όρο που έμελλε να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία στη βρετανική συντηρητική σκέψη: "property-owning democracy", δηλαδή μια "δημοκρατία των ιδιοκτητών". Η συλλογιστική του ήταν απλή αλλά πολιτικά ισχυρή. Όσο περισσότεροι εργαζόμενοι αποκτούσαν περιουσία, τόσο περισσότερο θα αισθάνονταν ότι διαθέτουν πραγματικό μερίδιο στην οικονομική και κοινωνική τάξη της χώρας τους. Η διεύρυνση της ιδιοκτησίας θα μπορούσε έτσι να ενισχύσει τη δημοκρατική σταθερότητα και, σύμφωνα με τον Skelton, να λειτουργήσει ως ανάχωμα απέναντι στον σοσιαλισμό.
Η έννοια πέρασε στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης όταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός Anthony Eden την υιοθέτησε στο συνέδριο του Συντηρητικού Κόμματος το 1946. Χρειάστηκε όμως να περάσουν περισσότερα από 30 χρόνια για να επιχειρηθεί η εφαρμογή της σε πραγματικά μεγάλη κλίμακα.
Η Thatcher και η εποχή του «λαϊκού καπιταλισμού»
Ήταν κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας της Margaret Thatcher που η ιδέα της ευρείας ιδιοκτησίας πέρασε από την πολιτική θεωρία στην καθημερινότητα εκατομμυρίων Βρετανών. Η ιδιοκτησία δεν αφορούσε μόνο το σπίτι. Αφορούσε και τις επιχειρήσεις. Πολλοί ένοικοι κοινωνικών κατοικιών απέκτησαν τη δυνατότητα να αγοράσουν το σπίτι στο οποίο ζούσαν μέσω του περίφημου Right to Buy, ενώ οι μεγάλες ιδιωτικοποιήσεις κρατικών επιχειρήσεων δημιούργησαν μια νέα γενιά μικρομετόχων.
British Gas, British Telecom και άλλες πρώην κρατικές επιχειρήσεις πέρασαν στο χρηματιστήριο και εκατομμύρια πολίτες απέκτησαν, συχνά για πρώτη φορά, άμεση επαφή με την αγορά μετοχών. Η λογική ήταν ότι ο εργαζόμενος δεν έπρεπε να είναι μόνο μισθωτός και φορολογούμενος. Μπορούσε να είναι ταυτόχρονα ιδιοκτήτης κατοικίας, αποταμιευτής και μέτοχος. Αυτό ήταν το πολιτικό και οικονομικό υπόβαθρο του βρετανικού "popular capitalism" – λαϊκού καπιταλισμού.
Η μεγάλη υποχώρηση της μετοχικής ιδιοκτησίας
Η δυναμική, όμως, δεν διατηρήθηκε. Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, η άμεση κατοχή μετοχών από τα βρετανικά νοικοκυριά άρχισε να περιορίζεται. Πολλοί από εκείνους που είχαν αγοράσει μετοχές στις ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις – ιδιαίτερα στις εταιρείες κοινής ωφέλειας – προτίμησαν να τις πουλήσουν όταν εμφανίστηκε η δυνατότητα γρήγορου κέρδους. Μεγάλο μέρος αυτών των τίτλων κατέληξε σταδιακά στα χαρτοφυλάκια θεσμικών επενδυτών, επενδυτικών κεφαλαίων και συνταξιοδοτικών σχημάτων. Έτσι, ενώ εκατομμύρια Βρετανοί εξακολουθούν να έχουν έμμεση έκθεση στις κεφαλαιαγορές μέσω των συντάξεων και των επενδυτικών τους προϊόντων, η σχέση του απλού πολίτη με την άμεση ιδιοκτησία επιχειρήσεων αποδυναμώθηκε.
Και κάτι ανάλογο συνέβη με το σπίτι.
Η πρώτη κατοικία απομακρύνεται από τους νέους
Το 2024 η μέση ηλικία απόκτησης πρώτης κατοικίας στη Βρετανία είχε φτάσει περίπου στα 33 χρόνια, δύο χρόνια υψηλότερα από μία δεκαετία νωρίτερα. Το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα βρίσκεται στη σχέση εισοδήματος και τιμών ακινήτων. Στις αρχές του 2025, η μέση τιμή κατοικίας αντιστοιχούσε περίπου σε 8,8 φορές τις μέσες ετήσιες αποδοχές. Η αναλογία είναι υπερδιπλάσια από εκείνη που επικρατούσε τη δεκαετία του 1970.
Για μια μεγάλη μερίδα της νεότερης γενιάς, επομένως, δύο από τους παραδοσιακούς μηχανισμούς συσσώρευσης πλούτου – κατοικία και επενδύσεις – έχουν γίνει πολύ δυσκολότερα προσβάσιμοι. Και αυτό, υποστηρίζουν οι συγγραφείς της νέας πρότασης, δεν αποτελεί μόνο οικονομικό πρόβλημα. Αποτελεί και πολιτικό.
Όταν οι νέοι δεν έχουν τίποτα να χάσουν
Η απογοήτευση πολλών νέων από το οικονομικό σύστημα αρχίζει να μεταφέρεται και στη στάση τους απέναντι στη δημοκρατία. Έρευνα ακαδημαϊκών του Royal Holloway, University of London, πριν από τις βρετανικές εκλογές του 2024, έδειξε ότι μόλις 29% των νέων που συμμετείχαν δήλωναν ικανοποιημένοι από τον τρόπο λειτουργίας της δημοκρατίας στη Βρετανία. Και εδώ βρίσκεται η κεντρική πολιτική θέση της επιχειρηματολογίας: Ένας άνθρωπος που εργάζεται αλλά δεν πιστεύει ότι θα μπορέσει ποτέ να αγοράσει σπίτι, να δημιουργήσει περιουσία ή να συμμετάσχει ουσιαστικά στον πλούτο που παράγει η οικονομία έχει πολύ λιγότερους λόγους να αισθάνεται ότι το υπάρχον οικονομικό σύστημα λειτουργεί και για εκείνον.
Η αποξένωση αυτή, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της ευρύτερης ιδιοκτησίας, δεν απειλεί μόνο τον καπιταλισμό. Μπορεί να υπονομεύσει και την εμπιστοσύνη στους ίδιους τους δημοκρατικούς θεσμούς.
«Wider Ownership»: Η παλιά ιδέα επιστρέφει
Αυτή ακριβώς τη συζήτηση επιχειρεί να επαναφέρει το βιβλίο "Wider Ownership: A Way Forward for the UK". Η βασική θέση του είναι ότι μια ιδέα που έμεινε για πολλά χρόνια στο περιθώριο πρέπει να επιστρέψει στο επίκεντρο της βρετανικής οικονομικής πολιτικής: να γίνουν περισσότεροι πολίτες ιδιοκτήτες.
- Ιδιοκτήτες κατοικιών.
- Ιδιοκτήτες μετοχών.
- Και, μέσω αυτών, κάτοχοι ενός πραγματικού μεριδίου της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας.
Το βιβλίο δημιουργήθηκε σε συνεργασία με τον David Howell, Lord Howell of Guildford, ο οποίος υπήρξε υπουργός στην κυβέρνηση Thatcher και από τους πρώτους υποστηρικτές αυτών των ιδεών. Στόχος είναι η επιστροφή σε έναν πραγματικά "λαϊκό καπιταλισμό", ο οποίος θα μπορούσε να περιορίσει την αποξένωση – ιδιαίτερα των νεότερων – από την οικονομία της αγοράς.

Διαβάστε ακόμα: Πως δεν θα γίνουμε κομμουνιστές
Περισσότερα σπίτια – ακόμη και με σύγκρουση με τα NIMBYs
Στο στεγαστικό, η αφετηρία είναι κάτι στο οποίο υπάρχει πλέον ευρεία πολιτική συμφωνία στη Βρετανία: η χώρα χρειάζεται πολύ περισσότερα σπίτια. Ορισμένες από τις προτάσεις του βιβλίου, όμως, είναι ιδιαίτερα επιθετικές. Μεταξύ αυτών βρίσκεται ο δραστικός περιορισμός ή ακόμη και η κατάργηση προστατευόμενων green belts (προστατευόμενες ζώνες γύρω από τις πόλεις όπου η οικοδόμηση περιορίζεται αυστηρά) όπου εμποδίζουν την οικιστική ανάπτυξη. Παράλληλα προτείνεται να περιοριστεί η δυνατότητα των λεγόμενων NIMBYs – "Not In My Back Yard" να μπλοκάρουν νέες οικοδομικές αναπτύξεις.
Η λογική είναι ότι δεν μπορεί μια χώρα να δηλώνει πως αντιμετωπίζει στεγαστική κρίση και ταυτόχρονα το ίδιο το σύστημα σχεδιασμού να εμποδίζει συστηματικά την αύξηση της προσφοράς κατοικιών.
Κατάργηση stamp duty και περισσότερες κοινωνικές κατοικίες
Οι προτάσεις δεν σταματούν εκεί. Περιλαμβάνουν επίσης:
- κατάργηση του stamp duty, του φόρου που επιβαρύνει τις συναλλαγές ακινήτων,
- πρόσληψη περισσότερων στελεχών στις πολεοδομικές υπηρεσίες ώστε να επιταχυνθούν οι εγκρίσεις,
- σημαντική αύξηση της κατασκευής κοινωνικών κατοικιών,
- και αλλαγή του τρόπου με τον οποίο οι τράπεζες αξιολογούν τους ενοικιαστές που ζητούν στεγαστικό δάνειο.
Η τελευταία πρόταση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εάν κάποιος πληρώνει επί χρόνια με συνέπεια, για παράδειγμα, £1.200 τον μήνα σε ενοίκιο, αυτό θα πρέπει να αποτελεί σοβαρή ένδειξη για την τράπεζα ότι μπορεί να εξυπηρετήσει στεγαστικό δάνειο με αντίστοιχη μηνιαία δόση. Με άλλα λόγια, το ιστορικό συνεπούς καταβολής ενοικίου θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απόδειξη πιστοληπτικής ικανότητας.
Το «Tell Sid» της ψηφιακής εποχής
Το δεύτερο μεγάλο σκέλος αφορά τη μετοχική ιδιοκτησία. Το 1986, η βρετανική κυβέρνηση χρησιμοποίησε την περίφημη διαφημιστική καμπάνια "Tell Sid" για να ενθαρρύνει τους απλούς πολίτες να αγοράσουν μετοχές της British Gas κατά την ιδιωτικοποίησή της - Tell Sid - "Πες το στον Sid" - ενημέρωσε δηλαδή τον φίλο, γείτονα ή συνάδελφό σου ότι μπορεί να αγοράσει μετοχές της British Gas.
Η καμπάνια έγινε ένα από τα χαρακτηριστικότερα σύμβολα του θατσερικού popular capitalism. Οι υποστηρικτές της νέας πρότασης θεωρούν ότι χρειάζεται κάτι αντίστοιχο για τον 21ο αιώνα. Όχι πλέον μέσω τηλεοπτικών διαφημίσεων, αλλά μέσω social media και ψηφιακών πλατφορμών, με στόχο την ενημέρωση των νέων για τη μακροπρόθεσμη επένδυση και τη συμμετοχή στις κεφαλαιαγορές.
Να γίνουν οι εργαζόμενοι μέτοχοι των επιχειρήσεών τους
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η πρόταση για διεύρυνση των employee share schemes. Η ιδέα είναι να δοθούν ισχυρότερα φορολογικά κίνητρα στις επιχειρήσεις ώστε να προσφέρουν περισσότερες μετοχές στους εργαζομένους τους. Έτσι ο εργαζόμενος δεν θα εισπράττει απλώς έναν μισθό. Θα μπορεί να αποκτά σταδιακά μερίδιο στην επιχείρηση για την οποία εργάζεται. Η φιλοσοφία είναι ότι με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται πιο άμεση σύνδεση μεταξύ: εργασίας → παραγωγικότητας → επιτυχίας της επιχείρησης → προσωπικού οικονομικού οφέλους.
Παράλληλα, μπορεί να ενισχυθεί το αίσθημα προσωπικής συμμετοχής και ευθύνης μέσα στην επιχείρηση.
Χρηματοοικονομική παιδεία από το σχολείο
Υπάρχει όμως και ένα τρίτο εμπόδιο: ο φόβος απέναντι στις επενδύσεις. Για εκατομμύρια ανθρώπους, το χρηματιστήριο εξακολουθεί να μοιάζει περισσότερο με καζίνο παρά με έναν μηχανισμό μακροπρόθεσμης δημιουργίας περιουσίας. Γι' αυτό προτείνεται η εισαγωγή υποχρεωτικής χρηματοοικονομικής εκπαίδευσης στα σχολεία. Οι μαθητές θα πρέπει να κατανοούν από μικρή ηλικία βασικές έννοιες όπως: τόκος, πληθωρισμός, δανεισμός, σύνθετος τόκος, μετοχές, ομόλογα, διαφοροποίηση κινδύνου και μακροπρόθεσμη αποταμίευση.
Ο στόχος δεν είναι να δημιουργηθούν έφηβοι traders. Είναι να δημιουργηθούν ενήλικες που καταλαβαίνουν πώς λειτουργεί το χρήμα.
Καπιταλισμός χωρίς καπιταλιστές;
Πίσω από όλες αυτές τις προτάσεις βρίσκεται τελικά ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα. Μπορεί ο καπιταλισμός να διατηρήσει την κοινωνική και πολιτική νομιμοποίησή του όταν ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας συμμετέχει στην οικονομία μόνο ως εργαζόμενος, ενοικιαστής και καταναλωτής – αλλά όχι ως ιδιοκτήτης; Η μεταπολεμική "property-owning democracy" και αργότερα ο θατσερικός "popular capitalism" επιχείρησαν να απαντήσουν με τη διεύρυνση της ιδιοκτησίας. Η νέα πρόταση ουσιαστικά ζητά να ξαναγίνει το ίδιο, προσαρμοσμένο όμως στη σημερινή οικονομία.
Όχι απλώς υψηλότερους μισθούς.
Περισσότερο κεφάλαιο στα χέρια περισσότερων ανθρώπων. Όχι μόνο περισσότερη αναδιανομή του εισοδήματος αφού αυτό δημιουργηθεί. Μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στην ίδια τη δημιουργία και ιδιοκτησία του πλούτου. Το Wider Ownership, με πρόλογο του Graham Brady, εισαγωγή του Jesse Norman και κείμενα μεταξύ άλλων από τον Lord Howell και τον Kristian Niemietz, περιγράφει το επιθυμητό αποτέλεσμα ως μια χώρα στην οποία πολύ περισσότεροι άνθρωποι θα μπορούν να έχουν σταθερή οικογενειακή ζωή, βιώσιμο εισόδημα και – κυρίως – την αίσθηση ότι διαθέτουν ένα πραγματικό μερίδιο στη χώρα τους.
Ίσως αυτή να είναι και η ουσία της παλιάς ιδέας του Noel Skelton. Έναν αιώνα αργότερα, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο πλούσια είναι μια καπιταλιστική οικονομία.
Είναι πόσοι από τους πολίτες της έχουν την ευκαιρία να γίνουν ιδιοκτήτες ενός κομματιού αυτού του πλούτου.
Add comment
Comments