Εκπαίδευση: Δημιουργούμε μια γενιά καταδικασμένη να αποτύχει στο σχολείο

Published on September 12, 2026 at 6:04 PM

Η παγκόσμια υποχώρηση των επιδόσεων σε ανάγνωση, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες δεν οφείλεται μόνο στην πανδημία, στις οθόνες ή στην τεχνητή νοημοσύνη.

Από τον John Burn-Murdoch | Financial Times

Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Αληκτώ | Greece2Day

Τα τελευταία αποτελέσματα του διεθνούς διαγωνισμού PISA αποτυπώνουν μια ανησυχητική πραγματικότητα: οι μαθητές στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες γνωρίζουν λιγότερα και δυσκολεύονται περισσότερο να κατανοήσουν σύνθετα κείμενα, να χειριστούν μαθηματικές έννοιες και να εφαρμόσουν επιστημονική σκέψη.

Οι εξετάσεις του 2025, στις οποίες συμμετείχαν περίπου 760.000 δεκαπεντάχρονοι από 91 χώρες και οικονομίες, κατέγραψαν ιστορικά χαμηλές μέσες επιδόσεις στις χώρες του ΟΟΣΑ. Σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους πριν από μία δεκαετία, οι σημερινοί μαθητές εμφανίζονται να έχουν χάσει έως και ενάμιση έτος μαθησιακής προόδου.

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι απλώς μια προσωρινή συνέπεια της πανδημίας. Η πτωτική πορεία είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα και συνεχίστηκε ακόμη και μετά την επιστροφή των μαθητών στις σχολικές αίθουσες.

Όπως υποστηρίζει ο John Burn-Murdoch σε ανάλυσή του στους Financial Times, πίσω από την εκπαιδευτική υποχώρηση βρίσκεται και μια βαθύτερη αλλαγή στη φιλοσοφία των προγραμμάτων σπουδών.

Η εύκολη εξήγηση της πανδημίας

Οι περιορισμοί της περιόδου του κορωνοϊού προκάλεσαν ένα πρωτοφανές σοκ στην εκπαίδευση. Τα σχολεία έκλεισαν, η εξ αποστάσεως διδασκαλία αποδείχθηκε άνιση και εκατομμύρια παιδιά έχασαν πολύτιμο χρόνο μάθησης.

Ωστόσο, η πανδημία δεν μπορεί να εξηγήσει ολόκληρη την εικόνα. Σε πολλές χώρες οι επιδόσεις είχαν αρχίσει να μειώνονται ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Ακόμη και μετά την επαναλειτουργία των σχολείων, η ανάκαμψη υπήρξε περιορισμένη ή ανύπαρκτη.

Η υποχώρηση είναι ιδιαίτερα έντονη στην κατανόηση κειμένου. Σύμφωνα με τα στοιχεία του PISA, οι μαθητές διαβάζουν περισσότερο αποσπασματικά, δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν ένα σύνθετο επιχείρημα και κάνουν περισσότερα λάθη όταν χρειάζεται να αξιολογήσουν την αξιοπιστία μιας πληροφορίας.

Η ανάγνωση, όμως, δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη σχολικό μάθημα. Είναι η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται σχεδόν κάθε μορφή μάθησης. Ένας μαθητής που δεν κατανοεί πλήρως ένα κείμενο θα δυσκολευτεί όχι μόνο στη γλώσσα, αλλά και στα μαθηματικά, στις φυσικές επιστήμες, στην ιστορία και αργότερα στην επαγγελματική του ζωή.

Οθόνες, κοινωνικά δίκτυα και τεχνητή νοημοσύνη

Οι ψηφιακοί περισπασμοί αποτελούν αναμφίβολα μέρος του προβλήματος. Τα παιδιά περνούν ολοένα περισσότερες ώρες μπροστά σε οθόνες, ενώ η διαρκής εναλλαγή μεταξύ σύντομων αναρτήσεων, βίντεο και ειδοποιήσεων περιορίζει την ικανότητά τους να συγκεντρώνονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ συνδέουν την υπερβολική χρήση ψηφιακών συσκευών και κοινωνικών δικτύων με χαμηλότερες σχολικές επιδόσεις. Το ίδιο ισχύει και για την ανεξέλεγκτη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, όταν αυτά αντικαθιστούν την προσπάθεια αντί να λειτουργούν υποστηρικτικά.

Ένας μαθητής μπορεί πλέον να δημιουργήσει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μια περίληψη, να πάρει έτοιμη απάντηση σε μια άσκηση ή να παραδώσει ένα φαινομενικά ολοκληρωμένο κείμενο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι έχει κατανοήσει το αντικείμενο.

Η τεχνολογία μπορεί να ενισχύσει τη διδασκαλία όταν χρησιμοποιείται με συγκεκριμένο εκπαιδευτικό στόχο και υπό την καθοδήγηση του εκπαιδευτικού. Όταν, αντιθέτως, μετατρέπεται σε υποκατάστατο της ανάγνωσης, της εξάσκησης και της πνευματικής προσπάθειας, μπορεί να κάνει τους μαθητές ταχύτερους στην εύρεση μιας απάντησης, αλλά ασθενέστερους στην κατανόησή της.


Η εγκατάλειψη της γνώσης

Η πιο αμφιλεγόμενη εξήγηση αφορά τη μεταμόρφωση των ίδιων των προγραμμάτων σπουδών.

Τα τελευταία χρόνια πολλά εκπαιδευτικά συστήματα άρχισαν να απομακρύνονται από την έμφαση στην κατάκτηση συγκεκριμένων γνώσεων. Στη θέση της προωθήθηκαν οι λεγόμενες "μεταβιβάσιμες δεξιότητες": κριτική σκέψη, δημιουργικότητα, συνεργασία, επίλυση προβλημάτων και προσαρμοστικότητα.

Οι δεξιότητες αυτές είναι ασφαλώς πολύτιμες. Το πρόβλημα αρχίζει όταν παρουσιάζονται σαν να μπορούν να καλλιεργηθούν ανεξάρτητα από τη γνώση.

Δεν μπορεί κάποιος να σκεφτεί κριτικά για ένα ιστορικό γεγονός αν αγνοεί τα γεγονότα που προηγήθηκαν, τα πρόσωπα που συμμετείχαν και το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής. Δεν μπορεί να λύσει ένα σύνθετο μαθηματικό πρόβλημα αν δεν έχει κατακτήσει τις βασικές αριθμητικές πράξεις. Ούτε μπορεί να αξιολογήσει έναν επιστημονικό ισχυρισμό χωρίς να διαθέτει στοιχειώδεις γνώσεις φυσικής, χημείας ή βιολογίας.

Η κριτική σκέψη δεν λειτουργεί στο κενό. Είναι το αποτέλεσμα της εφαρμογής της γνώσης σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο.

Η πτώση του φινλανδικού προτύπου

Η Φινλανδία αποτέλεσε για πολλά χρόνια το πρότυπο της παγκόσμιας εκπαιδευτικής κοινότητας. Οι υψηλές επιδόσεις της στις πρώτες εξετάσεις PISA συνοδεύτηκαν από ένα σύστημα που έδινε μεγάλη αυτονομία στους εκπαιδευτικούς, περιόριζε τις τυποποιημένες εξετάσεις και πρόβαλλε μια πιο ολιστική αντίληψη για τη μάθηση.

Πολλές χώρες προσπάθησαν να μιμηθούν αυτό το μοντέλο. Στην πορεία, όμως, η έμφαση μετακινήθηκε ακόμη περισσότερο από τα επιμέρους γνωστικά αντικείμενα προς τη διαθεματική μάθηση και τις γενικές δεξιότητες.

Οι επιδόσεις της Φινλανδίας άρχισαν να υποχωρούν. Η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, αλλά η μακροχρόνια πτώση της είναι πλέον εμφανής και καταγράφεται σε περισσότερα από ένα γνωστικά πεδία.

Παρόμοιες τάσεις εμφανίστηκαν στη Σκωτία, στην Ουαλία και στη Βόρεια Ιρλανδία, όπου εφαρμόστηκαν προγράμματα με μικρότερη έμφαση στη λεπτομερή διδακτέα ύλη και μεγαλύτερη στις γενικές ικανότητες των μαθητών.

Τα αποτελέσματα του 2025 δείχνουν ότι η απόσταση αυτών των περιοχών από την Αγγλία έχει διευρυνθεί. Στη Σκωτία, για παράδειγμα, οι επιδόσεις στα μαθηματικά και στην ανάγνωση έπεσαν στα χαμηλότερα επίπεδα από τότε που άρχισαν οι σχετικές μετρήσεις.

Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι μία συγκεκριμένη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση προκάλεσε την πτώση. Οι σχολικές επιδόσεις επηρεάζονται επίσης από την κοινωνική ανισότητα, την ποιότητα της διδασκαλίας, τις απουσίες, την οικογενειακή υποστήριξη και τη χρηματοδότηση. Ωστόσο, η σύγκριση των διαφορετικών εκπαιδευτικών επιλογών δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί.

Η διαφορετική πορεία της Αγγλίας

Η Αγγλία ακολούθησε διαφορετική κατεύθυνση. Οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν από το 2010 ενίσχυσαν τη διδασκαλία των βασικών γνωστικών αντικειμένων, επανέφεραν πιο αναλυτικά προγράμματα σπουδών και έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στη συστηματική διδασκαλία της φωνητικής για την εκμάθηση της ανάγνωσης.

Παράλληλα, διατηρήθηκε ένα αυστηρότερο σύστημα αξιολόγησης και λογοδοσίας των σχολείων.

Στο PISA 2025 η Αγγλία σημείωσε 516 μονάδες στις φυσικές επιστήμες, 497 στην ανάγνωση και 492 στα μαθηματικά, ξεπερνώντας τη Σκωτία και την Ουαλία και εμφανίζοντας μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στη διεθνή πτώση. Για πρώτη φορά οι Άγγλοι μαθητές βρέθηκαν στην πρώτη δεκάδα των διεθνών κατατάξεων και στα τρία βασικά αντικείμενα, αν και μέρος της ανόδου τους οφείλεται και στη χειρότερη πορεία άλλων χωρών.

Η αγγλική εμπειρία δεν σημαίνει ότι όλα τα προβλήματα έχουν λυθεί. Οι κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες παραμένουν σημαντικές, ενώ πολλοί μαθητές δηλώνουν αποξενωμένοι από το σχολικό περιβάλλον. Δείχνει, όμως, ότι η συστηματική μετάδοση γνώσεων δεν είναι ασύμβατη με τη βελτίωση των αποτελεσμάτων.

Το «εκπαιδευτικό θαύμα» του Μισισίπι

Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το παράδειγμα του Μισισίπι, μιας από τις φτωχότερες πολιτείες των ΗΠΑ.

Το 2013 θεσπίστηκε μια συνολική μεταρρύθμιση για την ανάγνωση στις πρώτες τάξεις. Το πρόγραμμα στηρίχθηκε στη συστηματική διδασκαλία της φωνητικής, του λεξιλογίου και της κατανόησης κειμένου, στην επιμόρφωση των δασκάλων και στην παροχή ειδικών συμβούλων στα σχολεία με χαμηλές επιδόσεις.

Παράλληλα, καθιερώθηκε αυστηρότερη λογοδοσία: οι μαθητές έπρεπε να αποδείξουν ότι είχαν αποκτήσει βασική αναγνωστική επάρκεια πριν προχωρήσουν στην επόμενη βαθμίδα.

Μέσα σε περίπου μία δεκαετία, οι μαθητές της τετάρτης τάξης στον Μισισίπι κατέγραψαν τη μεγαλύτερη βελτίωση στις ΗΠΑ σε ανάγνωση και μαθηματικά. Από τις τελευταίες θέσεις, η πολιτεία έφθασε στην ένατη θέση της χώρας ως προς τις επιδόσεις των μαθητών της τετάρτης τάξης στην ανάγνωση.

Οι επικριτές επισημαίνουν ότι η υποχρεωτική επανάληψη της τάξης για ορισμένους μαθητές μπορεί να επηρεάζει θετικά τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Ωστόσο, οι βελτιώσεις εμφανίζονται σε διαφορετικά επίπεδα επίδοσης και δύσκολα μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά σε αυτή την πρακτική.

Η γνώση δεν είναι αποστήθιση

Η υπεράσπιση ενός προγράμματος με σαφές γνωστικό περιεχόμενο δεν ισοδυναμεί με επιστροφή στη μηχανική αποστήθιση.

Η γνώση και η δημιουργικότητα δεν είναι αντίπαλες έννοιες. Όσο περισσότερα γνωρίζει ένας άνθρωπος για ένα αντικείμενο, τόσο περισσότερες συνδέσεις μπορεί να κάνει, τόσο καλύτερα μπορεί να εντοπίσει ένα λάθος και τόσο ευκολότερα μπορεί να δημιουργήσει κάτι καινούργιο.

Το ίδιο ισχύει για την επίλυση προβλημάτων. Οι ειδικοί δεν ξεχωρίζουν επειδή διαθέτουν κάποια αφηρημένη, γενική ικανότητα σκέψης. Ξεχωρίζουν επειδή έχουν οργανώσει στη μνήμη τους έναν μεγάλο όγκο γνώσεων, τον οποίο μπορούν να ανακαλέσουν και να χρησιμοποιήσουν όταν αντιμετωπίζουν ένα νέο πρόβλημα.

Η συστηματική διδασκαλία βασικών γνώσεων δεν περιορίζει, επομένως, την κριτική σκέψη. Της προσφέρει το απαραίτητο υπόβαθρο.

Μια γενιά χωρίς σταθερές βάσεις

Η μεγάλη απειλή δεν είναι απλώς η πτώση μερικών μονάδων σε μια διεθνή κατάταξη. Είναι το ενδεχόμενο μια ολόκληρη γενιά να εισέλθει στην ενήλικη ζωή χωρίς τις γνωστικές βάσεις που απαιτούνται για να εργαστεί, να αξιολογεί πληροφορίες και να συμμετέχει ουσιαστικά στη δημοκρατική διαδικασία.

Η αποδυνάμωση της ανάγνωσης και της αριθμητικής επάρκειας έχει συνέπειες στην παραγωγικότητα, στις κοινωνικές ανισότητες και στην ικανότητα των πολιτών να διακρίνουν την τεκμηριωμένη πληροφορία από την παραπληροφόρηση.

Η λύση δεν βρίσκεται στην απόρριψη της τεχνολογίας ούτε στην επιστροφή σε ένα αυταρχικό σχολείο. Βρίσκεται στην αποκατάσταση μιας βασικής ισορροπίας: οι μαθητές χρειάζονται δημιουργικότητα, συνεργασία και κριτική σκέψη, αλλά χρειάζονται πρώτα ένα στέρεο σώμα γνώσεων πάνω στο οποίο θα οικοδομήσουν αυτές τις δεξιότητες.

Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να δημιουργήσουμε παιδιά που γνωρίζουν πώς να αναζητούν μια απάντηση, αλλά όχι πώς να κρίνουν αν είναι σωστή.

Add comment

Comments

There are no comments yet.