PISA 2025: Η Ελλάδα μένει πίσω - Μισοί 15χρονοι δεν φτάνουν ούτε στο βασικό επίπεδο στα μαθηματικά

Published on September 8, 2026 at 4:56 PM

Τα νέα στοιχεία του ΟΟΣΑ δεν δείχνουν απλώς χαμηλότερες βαθμολογίες. Δείχνουν ένα σχολείο με ελλείψεις προσωπικού, περιορισμένη στήριξη των μαθητών, προβλήματα πειθαρχίας, αυξημένες απουσίες και μια γενιά που μεγαλώνει μέσα στην ψηφιακή διάσπαση της προσοχής.

Από την Κίρκη | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Η συζήτηση για την ελληνική εκπαίδευση επανέρχεται σχεδόν κάθε χρόνο στα ίδια ζητήματα: πανελλαδικές εξετάσεις, διορισμοί, κενά εκπαιδευτικών, σχολικά κτίρια, φροντιστήρια, αλλαγές προγραμμάτων και νομοθετικές μεταρρυθμίσεις. Όμως το PISA θέτει ένα πολύ πιο απλό - και ίσως πολύ πιο δύσκολο – ερώτημα: Τι μπορούν πραγματικά να κάνουν οι μαθητές στα 15 τους χρόνια με όσα έχουν μάθει στο σχολείο;

  • Να κατανοήσουν ένα σχετικά σύνθετο κείμενο;
  • Να μετατρέψουν ένα καθημερινό πρόβλημα σε μαθηματική σχέση;
  • Να αξιολογήσουν επιστημονικά δεδομένα και να καταλάβουν αν ένα συμπέρασμα προκύπτει πράγματι από αυτά;

Στο PISA 2025, τα αποτελέσματα της Ελλάδας είναι δύσκολο να ωραιοποιηθούν. Στα μαθηματικά, στην ανάγνωση και στις φυσικές επιστήμες οι Έλληνες 15χρονοι βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Στα μαθηματικά και τις επιστήμες η μέση επίδοση δεν υποχώρησε σημαντικά σε σχέση με το 2022, αλλά παραμένει χαμηλότερη από το 2018 και από κάθε παλαιότερη ελληνική συμμετοχή. Στην ανάγνωση σημειώθηκε νέα υποχώρηση και σε σχέση με το 2022. Και πίσω από τους μέσους όρους υπάρχει ένα πολύ πιο ανησυχητικό εύρημα: ο ένας στους δύο 15χρονους στην Ελλάδα δεν κατακτά ούτε το βασικό επίπεδο μαθηματικών δεξιοτήτων.

Το πρόβλημα επομένως δεν αφορά μόνο το αν η Ελλάδα παράγει αρκετούς "άριστους". Αφορά πλέον το αν ένα πολύ μεγάλο μέρος μιας γενιάς αποκτά τις στοιχειώδεις γνωστικές δεξιότητες που θα χρειαστεί για να εργαστεί, να σπουδάσει, να αξιολογήσει πληροφορίες και να λειτουργήσει σε μια οικονομία που γίνεται ολοένα περισσότερο τεχνολογική.

Το ελληνικό 50% στα μαθηματικά

Στα μαθηματικά, μόλις 50% των μαθητών στην Ελλάδα έφτασε στο Level 2 ή υψηλότερα. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 65%. Το Level 2 δεν περιγράφει κάποια προχωρημένη μαθηματική ικανότητα. Ο ΟΟΣΑ το θεωρεί ως το βασικό επίπεδο στο οποίο ένας μαθητής μπορεί, για παράδειγμα, να αναγνωρίσει πώς μια σχετικά απλή καθημερινή κατάσταση μεταφράζεται σε μαθηματικό πρόβλημα, να συγκρίνει εναλλακτικές διαδρομές ή να κάνει μια μετατροπή τιμών μεταξύ νομισμάτων.

Με άλλα λόγια, όταν το 50% βρίσκεται κάτω από αυτό το επίπεδο, δεν μιλάμε για έλλειψη μαθηματικής αριστείας. Μιλάμε για έλλειμμα βασικού αριθμητικού γραμματισμού. Στην κορυφή η εικόνα είναι επίσης αδύναμη. Μόνο 2% των Ελλήνων μαθητών έφτασε στα Levels 5 και 6, στα οποία απαιτείται η ικανότητα μοντελοποίησης σύνθετων καταστάσεων και επιλογής διαφορετικών στρατηγικών επίλυσης προβλημάτων. Στον ΟΟΣΑ το αντίστοιχο ποσοστό είναι 8%.

Στη Σιγκαπούρη φτάνει το 37%, στην Ταϊβάν το 32%, στο Μακάο το 29%, στην Κορέα το 23% και στην Ιαπωνία το 22%.

Η απόσταση συνεπώς δεν βρίσκεται μόνο στον μέσο μαθητή. Βρίσκεται και στην παραγωγή μαθητών πολύ υψηλών δεξιοτήτων.

Στις φυσικές επιστήμες η Ελλάδα απέχει 15 μονάδες από τον ΟΟΣΑ

Η επιστήμη ήταν το κύριο πεδίο του PISA 2025. Στην Ελλάδα, 59% των μαθητών πέτυχε τουλάχιστον Level 2, όταν στον ΟΟΣΑ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 74%. Το ελάχιστο αυτό επίπεδο σημαίνει ότι ο μαθητής μπορεί να αναγνωρίζει σωστές εξηγήσεις γνωστών επιστημονικών φαινομένων και να κρίνει, σε απλές περιπτώσεις, εάν ένα συμπέρασμα υποστηρίζεται από τα διαθέσιμα δεδομένα. Πάνω από 85% των μαθητών σε κορυφαία εκπαιδευτικά συστήματα της Ανατολικής Ασίας, αλλά και στην Εσθονία, έφτασαν τουλάχιστον σε αυτό το επίπεδο.

Η ελληνική κορυφή είναι ακόμη μικρότερη. Μόλις 1% των μαθητών έφτασε στα Levels 5 ή 6 στις επιστήμες, έναντι 7% στον ΟΟΣΑ. Και αυτά είναι ακριβώς τα επίπεδα στα οποία ο μαθητής μπορεί να χρησιμοποιήσει επιστημονική γνώση αυτόνομα και δημιουργικά σε νέες και άγνωστες καταστάσεις. Σε μια εποχή AI, βιοτεχνολογίας, ενεργειακής μετάβασης και συνεχώς αυξανόμενης ζήτησης για STEM δεξιότητες, αυτό δεν είναι απλώς εκπαιδευτικό ζήτημα. Είναι και οικονομικό ζήτημα.

Και η ανάγνωση χειροτερεύει

Στην ανάγνωση, η εικόνα είναι ίσως ακόμη πιο ανησυχητική επειδή η πτώση συνεχίστηκε και μετά το 2022. Μόλις 56% των Ελλήνων μαθητών έφτασε στο βασικό Level 2, έναντι 69% στον ΟΟΣΑ. Στο επίπεδο αυτό ένας μαθητής πρέπει να μπορεί να εντοπίσει την κεντρική ιδέα ενός κειμένου μέτριου μήκους, να βρει συγκεκριμένες πληροφορίες και να σκεφτεί τον σκοπό ή τη μορφή του κειμένου. Μόνο 1% των Ελλήνων μαθητών έφτασε στο Level 5 ή υψηλότερα, έναντι 6% στον ΟΟΣΑ. Και εδώ εμφανίζεται ένα διεθνές πρόβλημα που πλέον ξεπερνά κατά πολύ την Ελλάδα.

Το PISA 2025 καταγράφει τη χειρότερη μέση επίδοση στην ανάγνωση που έχει καταγραφεί ποτέ στον ΟΟΣΑ.

Σε μια δεκαετία, από το 2015 έως το 2025, η μέση βαθμολογία ανάγνωσης στις χώρες του ΟΟΣΑ μειώθηκε κατά 28 μονάδεςαπώλεια που ο Οργανισμός αντιστοιχίζει περίπου σε ενάμιση χρόνο μάθησης. Στα μαθηματικά η πτώση ήταν 22 μονάδες, περίπου ένας χρόνος μάθησης. Οι Financial Times μίλησαν χαρακτηριστικά για κατάρρευση των επιδόσεων στην ανάγνωση μέσα σε ένα περιβάλλον "digital distraction", ενώ το Reuters σημείωσε ότι τα επίπεδα ανάγνωσης των 15χρονων παγκοσμίως έχουν πέσει στο χαμηλότερο σημείο από την έναρξη της PISA το 2000.

Άρα η Ελλάδα δεν βρίσκεται μόνη της σε μια εκπαιδευτική κρίση. Το πρόβλημα είναι ότι ξεκινά ήδη από χαμηλότερο σημείο.


Η δεκαετία 2015–2025 είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο

Αν εξετάσουμε μόνο το 2022 και το 2025, θα μπορούσε κανείς να πει ότι η Ελλάδα τουλάχιστον σταθεροποιήθηκε σε μαθηματικά και επιστήμες. Σε βάθος δεκαετίας όμως η εικόνα αλλάζει. Από το 2015 μέχρι το 2025, το ποσοστό των μαθητών που βρίσκονται κάτω από το Level 2 αυξήθηκε στην Ελλάδα κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες στα μαθηματικά, 17 μονάδες στην ανάγνωση και 8 μονάδες στις φυσικές επιστήμες. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.

Η μεγάλη πτώση της PISA διεθνώς δεν μπορεί πλέον να εξηγηθεί μόνο με την πανδημία. Η COVID-19 επιτάχυνε μια ήδη προβληματική τάση, αλλά τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι η υποχώρηση των μαθησιακών αποτελεσμάτων έχει βαθύτερες αιτίες και σε πολλές χώρες είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Στην περίπτωση της Ελλάδας, συνεπώς, η εξήγηση "έφταιξαν τα κλειστά σχολεία της πανδημίας" δεν επαρκεί.

Η Ελλάδα δεν είναι μόνη – αλλά αυτό δεν αποτελεί παρηγοριά

Το PISA 2025 είναι κακό για μεγάλο μέρος του ανεπτυγμένου κόσμου. Στον ΟΟΣΑ, ένας στους πέντε μαθητές είναι πλέον χαμηλής επίδοσης και στα τρία βασικά πεδία, από 16% το 2022. Ακόμη και χώρες που παραμένουν πάνω από τον διεθνή μέσο όρο βλέπουν επιδείνωση. Η Deutsche Welle, παρουσιάζοντας τα γερμανικά αποτελέσματα, σημειώνει ότι οι Γερμανοί 15χρονοι καταγράφουν τις χειρότερες επιδόσεις τους στην ιστορία της PISAΣτην Αυστραλία, όπου οι μαθητές εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τον ΟΟΣΑ, η συζήτηση επικεντρώθηκε στην επιδείνωση της πειθαρχίας στην τάξη και στην ψηφιακή διάσπαση, με τον υπουργό Παιδείας να μιλά για ανάγκη μιας είδους "ψηφιακής αποτοξίνωσης".

Υπάρχουν όμως και εκπαιδευτικά συστήματα που αντιστέκονται στην πτώση. Σιγκαπούρη, Ιαπωνία, Κορέα, Ταϊβάν και αρκετές κινεζικές περιοχές παραμένουν στην κορυφή, ενώ η Εσθονία και το Ηνωμένο Βασίλειο συγκαταλέγονται στις ελάχιστες ευρωπαϊκές περιπτώσεις που εμφανίζονται μεταξύ των κορυφαίων συστημάτων και στα τρία βασικά γνωστικά αντικείμενα. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι ορισμένες χώρες βελτιώθηκαν παρά τη γενική τάση. Η Τουρκία, η Σλοβακία, το Μαυροβούνιο, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κατάφεραν να αυξήσουν το ποσοστό των μαθητών υψηλής επίδοσης στις επιστήμες και ταυτόχρονα να μειώσουν τους μαθητές χαμηλής επίδοσης.

Άρα η διεθνής πτώση δεν είναι νομοτέλεια. Κάποια συστήματα κάνουν κάτι διαφορετικά.

Το μεγάλο ελληνικό πρόβλημα δεν είναι μόνο οι βαθμοί

Ίσως όμως το πιο ενδιαφέρον τμήμα του ελληνικού PISA να μην είναι καν τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Είναι η εικόνα που δίνουν οι μαθητές και οι διευθυντές για το ίδιο το σχολείο. Σχεδόν ένας στους δύο μαθητές - 46% - βρίσκεται σε σχολείο όπου ο διευθυντής δηλώνει ότι η διδασκαλία επηρεάζεται τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό από έλλειψη εκπαιδευτικών. Στον ΟΟΣΑ το ποσοστό είναι 39%. Ακόμη πιο εντυπωσιακό: 78% των μαθητών στην Ελλάδα βρίσκεται σε σχολεία που δηλώνουν έλλειψη βοηθητικού προσωπικού. Στον ΟΟΣΑ: 39%. Δηλαδή διπλάσιο ποσοστό.

Το 39% βρίσκεται σε σχολεία όπου η έλλειψη εκπαιδευτικού υλικού θεωρείται ότι δυσκολεύει τη διδασκαλία. Το 47% βρίσκεται σε σχολεία που αναφέρουν προβλήματα φυσικών υποδομών – κτίρια, θέρμανση ή ψύξη, φωτισμό, ακουστική και άλλες εγκαταστάσειςΕδώ η συζήτηση αποκτά αναπόφευκτα και δημοσιονομική διάσταση.

Σύμφωνα με το πιο πρόσφατο Education at a Glance, η Ελλάδα δαπανούσε περίπου $6.420 σε όρους αγοραστικής δύναμης ανά μαθητή από την πρωτοβάθμια έως τη μεταδευτεροβάθμια μη τριτοβάθμια εκπαίδευση, τοποθετούμενη στο χαμηλότερο τμήμα της κατανομής των χωρών του ΟΟΣΑ. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιπλέον ευρώ παράγει αυτομάτως καλύτερα αποτελέσματα – οι διεθνείς συγκρίσεις δείχνουν ότι η αποτελεσματικότητα των δαπανών έχει τεράστια σημασία. Σημαίνει όμως ότι είναι δύσκολο να αγνοηθεί ένας συνδυασμός: χαμηλών μαθησιακών αποτελεσμάτων + σημαντικών ελλείψεων προσωπικού + προβλημάτων υποδομών + σχετικά χαμηλής δαπάνης ανά μαθητή.

Το στοιχείο που ίσως πρέπει να μας ανησυχεί περισσότερο: η τάξη

Το σχολείο δεν είναι μόνο κτίρια και εκπαιδευτικοί. Για να υπάρξει μάθηση πρέπει να υπάρχει και ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορεί κανείς πραγματικά να διδάξει. Και εδώ τα ελληνικά ευρήματα είναι ιδιαίτερα προβληματικά. 37% των Ελλήνων μαθητών δηλώνει ότι δεν μπορεί να εργαστεί καλά στα περισσότερα ή σε όλα τα μαθήματα φυσικών επιστημών. Στον ΟΟΣΑ: 19%. Σχεδόν διπλάσιο ποσοστό. Παράλληλα, 46% των μαθητών δηλώνει ότι στα περισσότερα ή όλα τα μαθήματα υπάρχει θόρυβος και αταξία. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 31%.

Αυτό δεν είναι περιφερειακό θέμα. Αν σχεδόν ένας στους δύο μαθητές λέει ότι η τάξη συχνά διαταράσσεται, τότε ακόμη και ο καλύτερος εκπαιδευτικός και το καλύτερο πρόγραμμα σπουδών ξεκινούν από μειονεκτική θέση.

Και οι μαθητές νιώθουν λιγότερη στήριξη από τον εκπαιδευτικό

Τα στοιχεία για τη σχέση μαθητή - εκπαιδευτικού είναι επίσης εντυπωσιακά. Μόλις 49% των Ελλήνων μαθητών δηλώνει ότι στα περισσότερα μαθήματα φυσικών επιστημών ο εκπαιδευτικός δείχνει ενδιαφέρον για τη μάθηση κάθε μαθητή. Στον ΟΟΣΑ το αντίστοιχο ποσοστό είναι 69%. Μόνο 53% δηλώνει ότι ο εκπαιδευτικός συνεχίζει μέχρι να καταλάβουν οι μαθητές το αντικείμενο, έναντι 66% στον ΟΟΣΑ. Και 61% λέει ότι λαμβάνει πρόσθετη βοήθεια όταν τη χρειάζεται, έναντι 73% στον ΟΟΣΑ. Δεν πρέπει βέβαια να διαβαστούν αυτά τα στοιχεία ως "κατηγορία κατά των εκπαιδευτικών".

Οι απαντήσεις των ίδιων των διευθυντών για ελλείψεις προσωπικού δείχνουν ότι το περιβάλλον μέσα στο οποίο εργάζονται οι εκπαιδευτικοί είναι συχνά προβληματικό. Αλλά για τον μαθητή το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο: αισθάνεται ότι λαμβάνει λιγότερη εξατομικευμένη υποστήριξη από ό,τι ο μέσος συνομήλικός του στον ΟΟΣΑ.

Απουσίες: ένας ακόμη υποτιμημένος δείκτης

Υπάρχει και ένα ζήτημα που συνήθως περνά σε δεύτερο πλάνο. Η φυσική παρουσία στο σχολείο. Στην Ελλάδα, 31% των μαθητών δήλωσε ότι είχε απουσιάσει τουλάχιστον μία ολόκληρη ημέρα κατά τις δύο εβδομάδες πριν από το PISA. Στον ΟΟΣΑ το ποσοστό ήταν 22%. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι 49% είχε χάσει τουλάχιστον ένα μάθημα – σχεδόν ένας στους δύο. Στον ΟΟΣΑ: 24%. Και 62% είχε φτάσει καθυστερημένα στο σχολείο, έναντι 50% στον ΟΟΣΑ. Μία χαμένη ώρα δεν εξηγεί μια κακή επίδοση.

Χιλιάδες όμως χαμένες ώρες, συσσωρευμένες σε ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα, γίνονται μέρος του προβλήματος.

Το κινητό απαγορεύτηκε - η διάσπαση δεν εξαφανίστηκε

Η Ελλάδα εμφανίζει ένα εντυπωσιακό παράδοξο. Σχεδόν 98% των μαθητών βρίσκεται σε σχολεία όπου ο διευθυντής δηλώνει ότι τα κινητά τηλέφωνα απαγορεύονται στους σχολικούς χώρους. Στον ΟΟΣΑ το ποσοστό είναι μόλις 49%. Θα περίμενε κανείς λοιπόν πολύ μικρότερο πρόβλημα ψηφιακής διάσπασης. Κι όμως το 33% των Ελλήνων μαθητών δηλώνει ότι οι συμμαθητές του αποσπώνται συχνά από ψηφιακές συσκευές στα περισσότερα ή όλα τα μαθήματα φυσικών επιστημών. Στον ΟΟΣΑ είναι 28%.

Η διαφορά δείχνει κάτι σημαντικό. Η απαγόρευση του smartphone από μόνη της δεν αποτελεί ψηφιακή εκπαιδευτική πολιτική. Οι μαθητές συνεχίζουν να χρησιμοποιούν laptops, tablets και άλλες συσκευές, ενώ η σχέση τους με τις οθόνες έχει ήδη διαμορφωθεί εκτός σχολείου.

Η PISA βρίσκει διεθνώς ότι περισσότερος χρόνος μπροστά σε οθόνη και λιγότερη ανάγνωση για ευχαρίστηση συνδέονται με χειρότερες επιδόσεις στην ανάγνωση. Ο ΟΟΣΑ καταγράφει μάλιστα σχεδόν διπλασιασμό από το 2018 των λεγόμενων "hasty readers": μαθητών που διαβάζουν βιαστικά, σκανάρουν το κείμενο και δίνουν γρήγορες αλλά λανθασμένες απαντήσεις.

Είναι ίσως η εκπαιδευτική εκδοχή μιας πολύ ευρύτερης κοινωνικής μεταβολής: λιγότερη βαθιά ανάγνωση, περισσότερη κατανάλωση μικρών αποσπασμάτων πληροφορίας.

Και τώρα μπαίνει στην αίθουσα η τεχνητή νοημοσύνη

Το PISA 2025 είναι το πρώτο που αποτυπώνει τόσο καθαρά την είσοδο της generative AI στη σχολική καθημερινότητα. Στην Ελλάδα, 34% των μαθητών δηλώνει ότι χρησιμοποιεί AI chatbots για τη μάθηση τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Στον ΟΟΣΑ: 46%. Περίπου 29% των Ελλήνων μαθητών τα χρησιμοποιεί για πρώτη έρευνα πάνω σε ένα θέμα, 24% για περίληψη κειμένων και 25% για σύνταξη γραπτών εργασιών. Το διεθνές εύρημα όμως είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Ο ΟΟΣΑ δεν λέει ότι "AI = κακή επίδοση". Λέει κάτι πολύ πιο σύνθετο. Οι μαθητές που χρησιμοποιούν AI ανεξέλεγκτα για να παράγει κείμενο αντί γι' αυτούς τείνουν να έχουν χειρότερες επιδόσεις.

Αντίθετα, μεταξύ των συχνών χρηστών, εκείνοι που χρησιμοποιούν την AI για να βοηθηθούν στη μάθηση και έχουν διδαχθεί να αξιολογούν την ποιότητα των απαντήσεών της, εμφανίζουν καλύτερα αποτελέσματα από όσους δεν έχουν τέτοια καθοδήγηση. Αυτό ίσως είναι και το πραγματικό δίλημμα του σχολείου των επόμενων ετών. Όχι: "AI ή όχι AI;". Αλλά: "AI ως εργαλείο σκέψης ή AI ως υποκατάστατο σκέψης;".

Ο Daniel Susskind έθεσε πρόσφατα στον Guardian μια ενδιαφέρουσα αρχή για την εκπαίδευση στην εποχή της AI: teach both, test bothοι μαθητές να μαθαίνουν να λειτουργούν και με και χωρίς τεχνητή νοημοσύνηΓιατί κάποιος που δεν μπορεί να διαβάσει, να γράψει και να υπολογίσει χωρίς AI δύσκολα θα είναι σε θέση να κρίνει αν η AI του δίνει σωστή απάντηση.

Το κοινωνικοοικονομικό χάσμα παραμένει - αλλά δεν εξηγεί τα πάντα

Οι μαθητές από το ανώτερο κοινωνικοοικονομικό 25% στην Ελλάδα πέτυχαν στις επιστήμες 76 μονάδες περισσότερες από τους μαθητές του χαμηλότερου 25%. Η διαφορά στον ΟΟΣΑ είναι ακόμη μεγαλύτερη: 85 μονάδες.Η κοινωνικοοικονομική κατάσταση εξηγεί περίπου το 10% της διακύμανσης των ελληνικών επιδόσεων, έναντι 12% στον ΟΟΣΑ. Αυτό έχει δύο αναγνώσεις. Η πρώτη είναι γνωστή: το οικογενειακό εισόδημα, η μόρφωση των γονιών, η πρόσβαση σε βιβλία, ιδιαίτερα μαθήματα και εκπαιδευτικούς πόρους επηρεάζουν τη σχολική επίδοση.

Η δεύτερη είναι εξίσου σημαντική: το 90% της διακύμανσης στην Ελλάδα δεν εξηγείται μόνο από τον κοινωνικοοικονομικό δείκτη.

Δεν μπορούμε επομένως να αποδώσουμε το πρόβλημα απλώς στη φτώχεια. Υπάρχουν φτωχότερες χώρες που βελτιώνονται. Υπάρχουν συστήματα που καταφέρνουν να δημιουργούν πολύ καλύτερα μαθησιακά αποτελέσματα με περιορισμένους πόρους. Και υπάρχει ένα ενδιαφέρον ελληνικό θετικό στοιχείο: 12% των κοινωνικοοικονομικά μειονεκτούντων μαθητών βρίσκεται παρ' όλα αυτά στο ανώτερο 25% των επιδόσεων στις επιστήμες μέσα στην Ελλάδα – ακριβώς όσο και ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ.

Άρα το κοινωνικό υπόβαθρο επηρεάζει. Δεν καθορίζει απόλυτα.

Το bullying είναι επίσης λίγο υψηλότερο

Στο PISA 2025, 22% των μαθητών στην Ελλάδα δήλωσε ότι πέφτει θύμα κάποιας μορφής bullying τουλάχιστον μερικές φορές τον μήνα. Στον ΟΟΣΑ είναι 20%. Η διαφορά δεν είναι δραματική. Αλλά εντάσσεται σε μια συνολικότερη εικόνα που περιλαμβάνει θόρυβο στην τάξη, αυξημένη απουσία, μικρότερη αντιλαμβανόμενη υποστήριξη και ψηφιακή διάσπαση. Μεμονωμένα, καθένα από αυτά μπορεί να φαίνεται διαχειρίσιμο.

Όταν όμως εμφανίζονται ταυτόχρονα, δημιουργούν ένα πολύ διαφορετικό εκπαιδευτικό περιβάλλον.

Τι ακριβώς μετρά το PISA - και τι δεν μετρά

Υπάρχει βέβαια μια απαραίτητη επιφύλαξη. Το PISA δεν είναι συνολικός βαθμός ενός εκπαιδευτικού συστήματος. Δεν μετρά πολιτισμό, δημιουργικότητα στο σύνολό της, ιστορικές γνώσεις, προσωπικότητα, ηθική, τέχνες ή όλα όσα μπορεί να κάνει ένα σχολείο καλά. Ούτε αποτελεί τέλεια διεθνή σύγκριση. Μετρά όμως κάτι πολύ συγκεκριμένο και εξαιρετικά σημαντικό: την ικανότητα 15χρονων μαθητών να εφαρμόσουν γνώσεις μαθηματικών, ανάγνωσης και επιστημών σε προβλήματα πραγματικού κόσμου.

Και αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που τα αποτελέσματά του δεν μπορούν να απορριφθούν ως "ένας ακόμη διαγωνισμός". Στην Ελλάδα συμμετείχαν 6.858 μαθητές από 229 σχολεία, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν περίπου 101.800 15χρονους, δηλαδή περίπου 95% του συνολικού πληθυσμού αυτής της ηλικίας. Τα ελληνικά δεδομένα πληρούσαν πλήρως τα πρότυπα ποιότητας του PISA. Διεθνώς συμμετείχαν πάνω από 760.000 μαθητές από 91 χώρες και οικονομίες, αντιπροσωπεύοντας περίπου 33 εκατομμύρια 15χρονους. Άρα έχουμε μπροστά μας ένα από τα μεγαλύτερα συγκριτικά εκπαιδευτικά datasets στον κόσμο.

Το πρόβλημα δεν λύνεται με μία ακόμη «μεταρρύθμιση»

Το εύκολο πολιτικό συμπέρασμα θα ήταν να ζητήσει κανείς περισσότερα χρήματα. 

  • Ή περισσότερους καθηγητές.
  • Ή περισσότερους υπολογιστές.
  • Ή λιγότερα κινητά.
  • Ή νέο πρόγραμμα σπουδών.

Τα στοιχεία όμως λένε ότι το πρόβλημα είναι πολυπαραγοντικό. Ο ίδιος ο ΟΟΣΑ, αξιολογώντας τα συστήματα που αντιστέκονται στην πτώση, επισημαίνει τέσσερα στοιχεία: λιγότερα αντικείμενα με μεγαλύτερο βάθος, επένδυση στους εκπαιδευτικούς, ενεργότερη συμμετοχή των γονέων και στοχευμένη στήριξη των μαθητών και σχολείων που τη χρειάζονται περισσότεροΓια την Ελλάδα θα μπορούσε να προστεθεί και ένα πέμπτο: επιστροφή της τάξης σε συνθήκες στις οποίες μπορεί να γίνει μάθημα.

Διότι δεν υπάρχει ψηφιακή πλατφόρμα, έξυπνος πίνακας ή νέο σχολικό βιβλίο που να διορθώνει μια αίθουσα στην οποία οι μισοί μαθητές δηλώνουν ότι επικρατεί συχνά θόρυβος και αταξία.

Το PISA ως οικονομικός δείκτης

Εδώ ίσως βρίσκεται και το σημείο που η εκπαιδευτική συζήτηση συναντά την οικονομία. Η Ελλάδα προσπαθεί εδώ και χρόνια να αλλάξει παραγωγικό πρότυπο. Μιλά για καινοτομία, υψηλότερη παραγωγικότητα, ψηφιακή οικονομία, περισσότερη βιομηχανία, έρευνα, AI, startups και επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας. Όλα αυτά όμως απαιτούν ανθρώπινο κεφάλαιο. Και το ανθρώπινο κεφάλαιο δεν δημιουργείται όταν κάποιος αποφοιτά από το πανεπιστήμιο. Χτίζεται πολύ νωρίτερα.

Ένας 15χρονος που δυσκολεύεται να καταλάβει ένα σύνθετο κείμενο, να αξιολογήσει στοιχεία ή να λύσει ένα σχετικά απλό μαθηματικό πρόβλημα δεν εξαφανίζεται από την οικονομία. Σε λίγα χρόνια γίνεται εργαζόμενος. 

  • Καταναλωτής.
  • Ψηφοφόρος.
  • Επιχειρηματίας.
  • Υπάλληλος.
  • Και ίσως γονιός της επόμενης γενιάς μαθητών.

Γι' αυτό η χαμηλή PISA δεν είναι απλώς πρόβλημα του υπουργείου Παιδείας. Είναι πρόβλημα δυνητικής ανάπτυξης της χώρας.

Η πιο ανησυχητική φράση των αποτελεσμάτων

Ίσως τελικά να μην είναι κάποιο από τα ποσοστά το σημαντικότερο στοιχείο. Είναι μία απλή παρατήρηση του ΟΟΣΑ: Στα μαθηματικά και τις επιστήμες η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στα ίδια επίπεδα με το 2022. Αλλά αυτά τα επίπεδα είναι ήδη χαμηλότερα από το 2018 και από κάθε προηγούμενο PISA.

Δηλαδή το "δεν πέσαμε άλλο" δεν σημαίνει ότι λύσαμε το πρόβλημα. Σημαίνει ότι προς το παρόν σταθεροποιηθήκαμε κοντά στον πυθμένα της δικής μας ιστορικής επίδοσης.

Και η ανάγνωση συνέχισε να πέφτει.

Το πραγματικό ερώτημα

Κάθε νέα έκθεση PISA προκαλεί περίπου την ίδια αντίδραση. Μερικές ημέρες δημοσιότητας. Συγκρίσεις με τη Φινλανδία, τη Σιγκαπούρη ή την Εσθονία. Πολιτικές ανακοινώσεις. Και μετά η συζήτηση μεταφέρεται στο επόμενο θέμα. Ίσως αυτή τη φορά αξίζει να μείνει λίγο περισσότερο. Γιατί τα στοιχεία του 2025 δεν περιγράφουν απλώς μαθητές που γράφουν χειρότερα σε ένα διεθνές τεστ. Περιγράφουν ένα σχολείο στο οποίο: ο ένας στους δύο δεν φτάνει στη βασική μαθηματική επάρκεια, τέσσερις στους δέκα περίπου δεν φτάνουν ούτε στη βασική επάρκεια ανάγνωσης και επιστημών, σχεδόν οι μισοί δηλώνουν ότι η τάξη διαταράσσεται από θόρυβο και αταξία, οι ελλείψεις προσωπικού παραμένουν μεγάλες και η ψηφιακή οικονομία εισβάλλει ταχύτερα από όσο το εκπαιδευτικό σύστημα προλαβαίνει να προσαρμοστεί.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η πραγματική πρόκληση. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς περισσότερους πτυχιούχους. Χρειάζεται περισσότερους νέους που, πριν φτάσουν στο πανεπιστήμιο, μπορούν να διαβάσουν σε βάθος, να υπολογίσουν, να ελέγξουν μια πληροφορία, να συγκρίνουν επιχειρήματα και να σκεφτούν χωρίς να χρειάζονται μια οθόνη να το κάνει για λογαριασμό τους. Για μια χώρα που αναζητά υψηλότερη παραγωγικότητα και ένα διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο, ίσως αυτό να είναι τελικά σημαντικότερο από πολλές από τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις που συζητάμε καθημερινά.

Γιατί καμία οικονομία γνώσης δεν μπορεί να οικοδομηθεί χωρίς πρώτα να οικοδομηθεί η γνώση.

Add comment

Comments

There are no comments yet.