Η Σουηδία δαπάνησε το 2023 το 6,8% του ΑΕΠ της για την εκπαίδευση, ενώ η Ρουμανία λιγότερο από 3%. Ωστόσο, τα νέα ευρωπαϊκά στοιχεία δείχνουν ότι οι υψηλότερες δαπάνες δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε καλύτερες δεξιότητες, υψηλότερες επιδόσεις ή καλύτερη προετοιμασία των νέων για τη μεταβαλλόμενη ευρωπαϊκή οικονομία.

Από την Doloresz Katanich | Euronews
Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Ν.Χ. | Greece2Day
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα από τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για τις εκπαιδευτικές δαπάνες και τις επιδόσεις των μαθητών στην Ευρώπη. Ορισμένες από τις χώρες που ξοδεύουν τα περισσότερα για την εκπαίδευση εμφανίζουν χειρότερες επιδόσεις στις βασικές δεξιότητες από κράτη που διαθέτουν σημαντικά λιγότερους πόρους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σύγκριση μεταξύ Νορβηγίας και Λετονίας.
Η Νορβηγία συγκαταλέγεται στις χώρες που δαπανούν τα περισσότερα ανά μαθητή. Η Λετονία διαθέτει πολύ λιγότερα. Κι όμως, όταν εξετάζονται οι βασικές δεξιότητες των μαθητών, οι Λετονοί εμφανίζουν αισθητά καλύτερες επιδόσεις. Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο πόσα χρήματα δαπανά μια χώρα για την εκπαίδευση. Είναι κυρίως: Πού πηγαίνουν αυτά τα χρήματα και τι αποτέλεσμα παράγουν;
€806 δισ. για την εκπαίδευση στην ΕΕ
Το 2023, οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης δαπάνησαν συνολικά περίπου €806 δισ. για την εκπαίδευση, ποσό που αντιστοιχεί στο 4,7% του συνολικού ΑΕΠ της ΕΕ. Ωστόσο, ως ποσοστό της οικονομίας, οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση έχουν υποχωρήσει ελαφρώς την τελευταία δεκαετία. Το 2014 αντιστοιχούσαν στο 4,96% του ΑΕΠ, ενώ το 2023 είχαν μειωθεί στο 4,65%. Το ποσοστό είχε ανέλθει προσωρινά στο 5,02% το 2020, αλλά αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στη συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά την πανδημία και όχι σε ανάλογη αύξηση των εκπαιδευτικών προϋπολογισμών.
Σουηδία στην κορυφή – Ελλάδα και Ρουμανία στον πάτο
Με βάση τις δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ, η Σουηδία βρέθηκε στην κορυφή της Ευρώπης το 2023, διαθέτοντας το 6,8% του ΑΕΠ της στην εκπαίδευση. Πάνω από το 6% δαπάνησαν επίσης: Φινλανδία, Ισλανδία, Βέλγιο και Δανία. Στον αντίποδα βρίσκονται η Ρουμανία και η Ελλάδα.
Η Ρουμανία διέθεσε μόλις 2,97% του ΑΕΠ, ενώ η Ελλάδα 3,33%, κατατάσσοντας τη χώρα μας ανάμεσα στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης. Ωστόσο, η σύγκριση αποκλειστικά ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν δίνει ολόκληρη την εικόνα. Μια πλούσια χώρα μπορεί να δαπανά μικρότερο ποσοστό της οικονομίας της αλλά πολύ περισσότερα χρήματα ανά μαθητή. Γι' αυτό κρίσιμη είναι και η δεύτερη μέτρηση: η πραγματική δαπάνη ανά μαθητή.
Λουξεμβούργο: Λίγο ως ποσοστό του ΑΕΠ, τεράστια δαπάνη ανά μαθητή
Οι διαφορές είναι εντυπωσιακές. Το Λουξεμβούργο δαπανούσε το 2022 μόλις 3,74% του ΑΕΠ του για την εκπαίδευση, ποσοστό χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, που βρισκόταν στο 4,66%. Κι όμως, είχε τη μεγαλύτερη δαπάνη ανά μαθητή στην Ευρωπαϊκή Ένωση: 18.422 PPS ανά μαθητή.
Το PPS – Purchasing Power Standard, δηλαδή Μονάδα Αγοραστικής Δύναμης – είναι μια τεχνητή κοινή μονάδα που διορθώνει τις διαφορές στο κόστος ζωής μεταξύ των χωρών και επιτρέπει πιο ουσιαστικές συγκρίσεις. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν μόλις: 8.246 PPS ανά μαθητή. Το Λουξεμβούργο δηλαδή δαπανούσε περισσότερο από το διπλάσιο του μέσου όρου.
Βουλγαρία: Παρόμοιο ποσοστό του ΑΕΠ, ελάχιστα χρήματα ανά μαθητή
Η Βουλγαρία αποτελεί το ακριβώς αντίθετο παράδειγμα. Διέθετε περίπου 4,5% του ΑΕΠ της στην εκπαίδευση, δηλαδή ποσοστό κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ. Όμως η δαπάνη ανά μαθητή ήταν μόλις: 3.097 PPS, η χαμηλότερη στην Ένωση.
Η εξήγηση είναι απλή. Ένα ποσοστό του ΑΕΠ δεν έχει την ίδια αξία σε μια πλούσια και σε μια φτωχότερη οικονομία. Γι' αυτό η σύγκριση των εκπαιδευτικών συστημάτων χρειάζεται και τις δύο μεταβλητές: πόσο μεγάλο μέρος της οικονομίας διαθέτει μια χώρα και πόσο πραγματικό πόρο αντιστοιχεί τελικά σε κάθε μαθητή.
Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία
Οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες παρουσιάζουν επίσης σημαντικές διαφορές. Η Γαλλία διέθετε το 2022 το 5,33% του ΑΕΠ της στην εκπαίδευση, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ. Κι όμως, η δαπάνη ανά μαθητή ήταν 8.151 PPS, ελαφρώς χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η Ιταλία ξόδευε πολύ μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ της, μόλις 4,07%, αλλά η δαπάνη ανά μαθητή έφτανε τα 7.945 PPS, δηλαδή όχι πολύ χαμηλότερα από τη Γαλλία. Η Γερμανία, αντίθετα, αφιέρωνε περίπου 4,79% του ΑΕΠ, κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά δαπανούσε: 10.363 PPS ανά μαθητή, περίπου 26% περισσότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και αλλού. Η Μάλτα δαπανούσε μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ από τον μέσο όρο, αλλά περισσότερα ανά μαθητή. Η Σλοβακία αφιέρωνε περίπου το ίδιο ποσοστό του ΑΕΠ με την ΕΕ, αλλά δαπανούσε 22% λιγότερα ανά μαθητή.
Το κρίσιμο ερώτημα: Τα περισσότερα χρήματα φέρνουν καλύτερους μαθητές;
Όχι πάντα. Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι χώρες που δαπανούν περισσότερα ανά μαθητή τείνουν να εμφανίζουν καλύτερες επιδόσεις. Όμως η σχέση απέχει πολύ από το να είναι αυτόματη. Για να εξεταστεί η αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων χρησιμοποιούνται μεταξύ άλλων τα αποτελέσματα του PISA, του διεθνούς προγράμματος αξιολόγησης μαθητών του ΟΟΣΑ.
Το PISA εξετάζει τις δεξιότητες 15χρονων μαθητών σε: ανάγνωση, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες.
Ο ΟΟΣΑ θεωρεί το Επίπεδο 2 ως τη βασική ελάχιστη βαθμίδα δεξιοτήτων που απαιτείται ώστε ένας νέος να μπορεί να συμμετέχει ουσιαστικά στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Όσοι βρίσκονται κάτω από αυτό χαρακτηρίζονται low achievers – μαθητές χαμηλών επιδόσεων.
Σχεδόν 3 στους 10 Ευρωπαίους μαθητές αποτυγχάνουν στα μαθηματικά
Τα στοιχεία είναι ανησυχητικά.
Το 2022: 26,2% των μαθητών στην ΕΕ είχαν χαμηλές επιδόσεις στην ανάγνωση και 29,5% στα μαθηματικά. Η επιδείνωση σε σχέση με το 2012 είναι έντονη. Τότε τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν: 18% στην ανάγνωση και 22,1% στα μαθηματικά. Με άλλα λόγια, μέσα σε μία δεκαετία το ποσοστό των μαθητών που δεν καταφέρνουν να αποκτήσουν βασικές δεξιότητες αυξήθηκε σημαντικά.
Εσθονία: Το ευρωπαϊκό «θαύμα»
Η Εσθονία είχε το μικρότερο ποσοστό μαθητών χαμηλών επιδόσεων στα μαθηματικά σε ολόκληρη την ΕΕ: μόλις 15%. Ακολουθούν η Ιρλανδία και η Δανία, με ποσοστά περίπου 19%-20%. Οι ίδιες τρεις χώρες εμφανίζουν επίσης από τις καλύτερες επιδόσεις στην ανάγνωση. Η περίπτωση της Εσθονίας είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επειδή το εκπαιδευτικό της σύστημα έχει αποκτήσει διεθνή φήμη για την αποτελεσματικότητά του, αποδεικνύοντας ότι το επίπεδο των επιδόσεων δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ύψος των δαπανών.
Λετονία: Καλύτερα αποτελέσματα με λιγότερα χρήματα
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η περίπτωση της Λετονίας. Η χώρα δαπανούσε μόλις 4.999 PPS ανά μαθητή δηλαδή περίπου 39% λιγότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ. Κι όμως, τα ποσοστά μαθητών χαμηλών επιδόσεων τόσο στα μαθηματικά όσο και στην ανάγνωση ήταν χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Με άλλα λόγια, η Λετονία καταφέρνει να παράγει σχετικά καλά εκπαιδευτικά αποτελέσματα με αισθητά μικρότερους οικονομικούς πόρους.
Μάλτα: Περισσότερα χρήματα, χειρότερες επιδόσεις
Η Μάλτα αποτελεί σχεδόν το αντίστροφο παράδειγμα. Δαπανούσε 9.658 PPS ανά μαθητή, περίπου 17% περισσότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Ωστόσο: 32,6% των μαθητών είχαν χαμηλές επιδόσεις στα μαθηματικά και 36,3% στην ανάγνωση. Και τα δύο ποσοστά ήταν σαφώς χειρότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κύπρος: Υψηλό κόστος, εξαιρετικά αδύναμες επιδόσεις
Ιδιαίτερα προβληματική είναι και η εικόνα της Κύπρου. Παρότι η δαπάνη ανά μαθητή βρίσκεται περίπου κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ, τα αποτελέσματα συγκαταλέγονται στα χειρότερα της Ευρώπης. Πάνω από τους μισούς μαθητές - 53,2% - χαρακτηρίζονται χαμηλών επιδόσεων. Στη Βουλγαρία το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 53,6%, αν και εκεί οι δαπάνες ανά μαθητή είναι πολύ χαμηλότερες.
Ούτε το Λουξεμβούργο «αγοράζει» καλές επιδόσεις
Ακόμη και η τεράστια δαπάνη του Λουξεμβούργου δεν εγγυάται υψηλές επιδόσεις. Για το 2022 δεν υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία PISA, αλλά το 2018 - όταν το Λουξεμβούργο είχε και τότε τη μεγαλύτερη δαπάνη ανά μαθητή – οι επιδόσεις του ήταν μέτριες. Το 27,2% των 15χρονων είχε χαμηλές επιδόσεις στα μαθηματικά και το 29,3% στην ανάγνωση.
Το μήνυμα είναι σαφές: Τα χρήματα είναι απαραίτητα, αλλά δεν αρκούν.

Διαβάστε ακόμα: Σχολεία για παιδιά που δεν γεννήθηκαν
Η Ευρώπη χάνει τον στόχο του 2030
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει στόχο έως το 2030 το ποσοστό των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις στις βασικές δεξιότητες να περιοριστεί κάτω από το 15%. Σήμερα, όμως, σχεδόν τρεις στους δέκα μαθητές αποτυγχάνουν να φτάσουν το βασικό επίπεδο στα μαθηματικά. Η απόσταση από τον στόχο παραμένει τεράστια. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο εκπαιδευτικό. Είναι και οικονομικό. Οι μαθητές που σήμερα δεν αποκτούν βασικές δεξιότητες θα αποτελέσουν αύριο μέρος ενός εργατικού δυναμικού που θα πρέπει να ανταγωνιστεί σε μια οικονομία όλο και περισσότερο βασισμένη στην τεχνολογία, την τεχνητή νοημοσύνη και την υψηλή παραγωγικότητα.
Το κοινωνικό χάσμα είναι τεράστιο
Τα στοιχεία του PISA αποκαλύπτουν επίσης ένα πολύ βαθύ κοινωνικοοικονομικό χάσμα. Μεταξύ των μαθητών που ανήκουν στο φτωχότερο 25% των οικογενειών της ΕΕ, περίπου: 48% έχουν χαμηλές επιδόσεις στα μαθηματικά. Μεταξύ των μαθητών του πλουσιότερου 25%, το ποσοστό πέφτει μόλις στο: 11%.
Η κοινωνική προέλευση εξακολουθεί επομένως να αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες που καθορίζουν την εκπαιδευτική επίδοση.
Η δημογραφική κατάρρευση αλλάζει τα δεδομένα
Στο πρόβλημα προστίθεται και η δημογραφία. Σύμφωνα με την έκθεση Investing in Education 2025 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 2030 η Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να έχει περίπου 2,5 εκατομμύρια λιγότερα παιδιά και εφήβους ηλικίας 3 έως 18 ετών σε σχέση με το 2022. Συνολικά, ο μαθητικός πληθυσμός προβλέπεται να μειωθεί κατά περίπου 3,5%. Οι μεγαλύτερες μειώσεις αναμένονται σε:
- Ιταλία: -13%
- Ελλάδα: -12%
- Ισπανία: -11%.
Η Γερμανία κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, με προβλεπόμενη αύξηση περίπου 9%.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η χώρα βρίσκεται ήδη στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ ως προς τις εκπαιδευτικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ και ταυτόχρονα αναμένεται να αντιμετωπίσει μία από τις μεγαλύτερες μειώσεις μαθητικού πληθυσμού στην Ευρώπη.
Λιγότεροι μαθητές μπορεί να σημαίνουν περισσότερους πόρους ανά μαθητή
Η δημογραφική συρρίκνωση, πάντως, δημιουργεί και μια πιθανή ευκαιρία. Εάν οι συνολικοί εκπαιδευτικοί προϋπολογισμοί απλώς ακολουθούσαν τον πληθωρισμό με ρυθμό περίπου 2% ετησίως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει ότι έως το 2030 η δαπάνη ανά μαθητή θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 19% κατά μέσο όρο. Όμως το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αν οι επιπλέον πόροι θα χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά.
Καλύτερη εκπαίδευση, έως και 10% μεγαλύτερο ΑΕΠ
Η οικονομική σημασία των βασικών δεξιοτήτων είναι τεράστια. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραπέμπει σε εκτιμήσεις σύμφωνα με τις οποίες το ΑΕΠ των ευρωπαϊκών χωρών θα μπορούσε να είναι 8% έως 10% υψηλότερο από τις σημερινές προβλέψεις, εάν μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αποκτούσε επαρκές επίπεδο βασικών δεξιοτήτων. Η βελτίωση της εκπαίδευσης επομένως δεν αποτελεί απλώς κοινωνική πολιτική. Είναι πολιτική παραγωγικότητας, ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας.
Πού πρέπει να πάνε τα χρήματα
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει μια σειρά από παρεμβάσεις:
- μικρότερες τάξεις,
- περισσότερο εξατομικευμένη διδασκαλία,
- εκσυγχρονισμό των προγραμμάτων σπουδών,
- καλύτερη εκπαίδευση των καθηγητών,
- βελτίωση των συνθηκών εργασίας τους
- και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση της τεχνολογίας.
Η μεγάλη εικόνα όμως είναι απλούστερη. Δεν αρκεί να αυξάνεις τον προϋπολογισμό της εκπαίδευσης. Πρέπει να ξέρεις και τι αγοράζεις με αυτόν. Η σύγκριση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι η επιτυχία ενός εκπαιδευτικού συστήματος δεν καθορίζεται μόνο από το ύψος των δαπανών. Καθορίζεται από την ποιότητα των εκπαιδευτικών, τη δομή του συστήματος, τη διοίκηση, το πρόγραμμα σπουδών, την κοινωνική ανισότητα και κυρίως από το πόσο αποτελεσματικά μετατρέπονται τα χρήματα σε πραγματικές δεξιότητες. Και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο μάθημα των ευρωπαϊκών στοιχείων:
Η εκπαίδευση δεν χρειάζεται απλώς περισσότερα χρήματα. Χρειάζεται καλύτερη χρήση των χρημάτων.
Add comment
Comments