Η βαριά εκλογική ήττα της CDU στη Σαξονία-Άνχαλτ και η κατάρρευση της δημοτικότητας του Φρίντριχ Μερτς έχουν ανοίξει στο Βερολίνο μια συζήτηση που μέχρι πρόσφατα θα φαινόταν αδιανόητη: μπορεί ο Γερμανός καγκελάριος να χάσει την εξουσία πριν από τις επόμενες ομοσπονδιακές εκλογές; Το γερμανικό Σύνταγμα έχει σχεδιαστεί ακριβώς για να κάνει κάτι τέτοιο δύσκολο.

Από τον Jens Thurau | Deutsche Welle
Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Αργώ | Greece2Day
Στο πολιτικό Βερολίνο υπάρχει ένα ερώτημα που κυριαρχεί αυτές τις ημέρες: Εξακολουθεί ο Φρίντριχ Μερτς να έχει την πλήρη στήριξη του κυβερνητικού συνασπισμού CDU/CSU και SPD; Και πίσω από αυτό ακολουθούν ακόμη πιο δραματικά ερωτήματα:
- Θα μπορούσε να παραιτηθεί;
- Θα μπορούσε να ανατραπεί από τους ίδιους τους βουλευτές που τον στηρίζουν;
- Θα μπορούσε η Γερμανία να οδηγηθεί σε πρόωρες εκλογές;
Η απάντηση δεν είναι απλή. Διότι το γερμανικό πολιτικό σύστημα έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε ένας καγκελάριος να είναι σχετικά δύσκολο να απομακρυνθεί από την εξουσία.
Μόλις 13% θεωρεί ότι ο Μερτς κάνει καλή δουλειά
Το πολιτικό πρόβλημα του καγκελαρίου είναι πάντως πραγματικό. Στην τελευταία δημοσκόπηση Deutschlandtrend του Infratest-Dimap στις αρχές Σεπτεμβρίου, μόλις 13% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι θεωρούν πως ο Μερτς κάνει καλή δουλειά. Πρόκειται για εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο αποδοχής για έναν εν ενεργεία καγκελάριο.
Και ακολούθησε ένα ακόμη σοβαρότερο πολιτικό πλήγμα.
Η βαριά ήττα στη Σαξονία-Άνχαλτ
Πριν από περίπου δύο εβδομάδες, η CDU υπέστη βαριά ήττα στις κρατιδιακές εκλογές της Σαξονίας-Άνχαλτ. Νικητής αναδείχθηκε η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), την οποία η υπηρεσία προστασίας του Συντάγματος του συγκεκριμένου κρατιδίου έχει χαρακτηρίσει ως "αποδεδειγμένα ακροδεξιά εξτρεμιστική". Η ήττα ενίσχυσε την ήδη υπάρχουσα γκρίνια στο εσωτερικό της CDU. Κριτικές κατά του Μερτς υπήρχαν άλλωστε εδώ και καιρό.
Ορισμένοι στο κόμμα θεωρούν ότι επικοινωνεί ανεπαρκώς με την κοινωνία και ότι αποξενώνει τμήματα των ψηφοφόρων, για παράδειγμα όταν επαναλαμβάνει ότι οι Γερμανοί πρέπει να εργάζονται περισσότερο και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Παρά τις πιέσεις, όμως, ο Μερτς παραμένει καγκελάριος. Και αυτό μας φέρνει στο κρίσιμο ερώτημα: με ποιους τρόπους μπορεί πραγματικά να αλλάξει καγκελάριο η Γερμανία;
Σενάριο 1: Παραίτηση του Μερτς
Η απλούστερη εκδοχή είναι προφανής. Ο ίδιος ο Μερτς μπορεί να αποφασίσει να παραιτηθεί. Αυτό όμως δεν σημαίνει υποχρεωτικά ούτε διάλυση της κυβέρνησης ούτε πρόωρες εκλογές. Υπάρχει ένα ιστορικό προηγούμενο που το αποδεικνύει.
Willy Brandt: Η παραίτηση που δεν έριξε την κυβέρνηση
Τον Μάιο του 1974, ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Willy Brandt παραιτήθηκε μετά την αποκάλυψη ότι ένας από τους στενούς συνεργάτες του στην καγκελαρία ήταν κατάσκοπος της Ανατολικής Γερμανίας. Η παραίτηση του Brandt όμως δεν οδήγησε τη χώρα σε εκλογές. Οι δύο κυβερνητικοί εταίροι, SPD και FDP, αποφάσισαν να συνεχίσουν τη συνεργασία τους. Μόλις δέκα ημέρες αργότερα, ο μέχρι τότε υπουργός Οικονομικών Helmut Schmidt εξελέγη νέος καγκελάριος. Για την εκλογή νέου καγκελαρίου απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών της Bundestag - όχι απλώς των βουλευτών που βρίσκονται εκείνη τη στιγμή στην αίθουσα.
Στη Γερμανία αυτό συχνά αποκαλείται Kanzlermehrheit, δηλαδή "πλειοψηφία του καγκελαρίου". Ο Schmidt την εξασφάλισε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και παρέμεινε στην εξουσία για οκτώ χρόνια.
Θα μπορούσε να συμβεί το ίδιο με τον Μερτς;
Θεωρητικά, ναι. Στην πράξη, προς το παρόν δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Μερτς σκοπεύει να εγκαταλείψει οικειοθελώς την καγκελαρία.

Σενάριο 2: Να τον ανατρέψει η Bundestag
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του γερμανικού πολιτεύματος. Η Bundestag δεν μπορεί απλώς να ψηφίσει την απομάκρυνση του καγκελαρίου. Δεν αρκεί δηλαδή 50%+1 των βουλευτών να δηλώσουν: "Δεν θέλουμε πλέον τον Μερτς". Για να ανατραπεί ένας καγκελάριος πρέπει να ενεργοποιηθεί το λεγόμενο: "Εποικοδομητικό ψήφισμα δυσπιστίας". Η λέξη "εποικοδομητικό" είναι το κλειδί.
Το κοινοβούλιο δεν μπορεί απλώς να καταστρέψει μια κυβερνητική πλειοψηφία. Πρέπει ταυτόχρονα να δημιουργήσει μια καινούργια.
Με άλλα λόγια: Για να ρίξεις έναν καγκελάριο, πρέπει ήδη να έχεις βρει τον επόμενο. Ο νέος υποψήφιος πρέπει να εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία όλων των βουλευτών. Μόνο τότε ο ομοσπονδιακός πρόεδρος υποχρεούται να απομακρύνει τον προηγούμενο καγκελάριο και να διορίσει τον νέο.
Η πρόβλεψη αυτή βρίσκεται στο Άρθρο 67 του γερμανικού Θεμελιώδους Νόμου και αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς πολιτικής σταθερότητας της μεταπολεμικής Γερμανίας.
1982: Όταν ο Helmut Kohl ανέτρεψε τον Helmut Schmidt
Το πιο διάσημο παράδειγμα συνέβη το 1982. Ο καγκελάριος Helmut Schmidt είχε χάσει τη στήριξη του μικρότερου κυβερνητικού εταίρου του, του FDP. Οι Φιλελεύθεροι ζητούσαν αλλαγή οικονομικής πολιτικής. Ο Schmidt διαφωνούσε. Το FDP άλλαξε στρατόπεδο και μαζί με CDU και CSU στήριξε τον τότε αρχηγό της αντιπολίτευσης Helmut Kohl. Η Bundestag δεν ψήφισε απλώς εναντίον του Schmidt. Εξέλεξε τον Kohl στη θέση του. Ο Schmidt έχασε την καγκελαρία. Ο Kohl μπήκε στο κυβερνητικό μέγαρο.
Και έμεινε εκεί για 16 χρόνια. Ήταν η μοναδική επιτυχής εφαρμογή του εποικοδομητικού ψηφίσματος δυσπιστίας στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας μέχρι σήμερα.
Θα μπορούσε η CDU να «ρίξει» τον δικό της καγκελάριο;
Θεωρητικά, ναι. Πολιτικά όμως θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο. CDU/CSU και SPD δεν εμφανίζονται αυτή τη στιγμή διατεθειμένοι να τερματίσουν τον κυβερνητικό συνασπισμό. Και δεν υπάρχει εμφανής εναλλακτικός υποψήφιος που να διαθέτει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να αντικαταστήσει τον Μερτς. Ένα από τα ονόματα που συζητούνται κατά καιρούς είναι εκείνο του πρωθυπουργού της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας Hendrik Wüst της CDU. Αλλά η απόσταση από μια πολιτική συζήτηση έως την ύπαρξη πραγματικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας είναι τεράστια.
Υπάρχει επίσης ένας επιπλέον παράγοντας. Η CDU έχει παραδοσιακά ισχυρή κουλτούρα κομματικής συνοχής γύρω από την ηγεσία της. Η εικόνα βουλευτών της CDU να οργανώνουν δημόσια την ανατροπή ενός δικού τους καγκελαρίου μέσα στην Bundestag θα αποτελούσε εξαιρετικά δραματική ρήξη.
Σενάριο 3: Ψήφος εμπιστοσύνης
Υπάρχει όμως και μια τρίτη οδός. Η πρωτοβουλία αυτή δεν βρίσκεται στα χέρια της Bundestag.Βρίσκεται στα χέρια του ίδιου του καγκελαρίου. Ο Μερτς μπορεί να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης. Ο μηχανισμός προβλέπεται από το Άρθρο 68 του Θεμελιώδους Νόμου. Ο καγκελάριος ουσιαστικά ρωτά το κοινοβούλιο: "Εξακολουθείτε να με εμπιστεύεστε για να κυβερνήσω;"
Η διαδικασία έχει χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές στην ιστορία της μεταπολεμικής Γερμανίας και όχι πάντοτε για τον ίδιο λόγο.

Schröder 2001: Ψήφος εμπιστοσύνης για να πειθαρχήσει την κυβέρνησή του
Τον Νοέμβριο του 2001, ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Gerhard Schröder συνέδεσε την ψήφο εμπιστοσύνης με ένα εξαιρετικά αμφιλεγόμενο ζήτημα: τη συμμετοχή της Bundeswehr στην αποστολή στο Αφγανιστάν. Ο Schröder αντιμετώπιζε αντιδράσεις ακόμη και μέσα στον κυβερνητικό συνασπισμό του. Βάζοντας όμως στο τραπέζι την ίδια την επιβίωση της κυβέρνησης, αύξησε δραματικά το πολιτικό κόστος της ανταρσίας.
Κέρδισε την ψηφοφορία. Και συνέχισε να κυβερνά. Στην περίπτωση Μερτς, ένα τέτοιο σενάριο δεν φαίνεται σήμερα ιδιαίτερα πιθανό. Ο ίδιος έχει ήδη υποστηρίξει ότι δεν θεωρεί πως υπάρχει λόγος να ζητήσει τώρα ψήφο εμπιστοσύνης.
Τι συμβαίνει αν ο καγκελάριος χάσει την ψήφο εμπιστοσύνης;
Εδώ ανοίγει ο δρόμος προς τις πρόωρες εκλογές. Αλλά υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια: η ήττα του καγκελαρίου δεν διαλύει αυτομάτως τη Bundestag. Εφόσον δεν εξασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία, ο καγκελάριος μπορεί να προτείνει στον ομοσπονδιακό πρόεδρο τη διάλυση του κοινοβουλίου. Σύμφωνα με το Άρθρο 68, ο πρόεδρος έχει τη δυνατότητα - δεν υποχρεούται αυτομάτως - να διαλύσει τη Bundestag εντός 21 ημερών.
Και αυτή ακριβώς η διαδικασία χρησιμοποιήθηκε πολύ πρόσφατα.
Scholz 2024: Από την ψήφο εμπιστοσύνης στις πρόωρες εκλογές
Μετά την κατάρρευση του κυβερνητικού συνασπισμού SPD–Πρασίνων–FDP, ο καγκελάριος Olaf Scholz κατέθεσε αίτημα ψήφου εμπιστοσύνης τον Δεκέμβριο του 2024. Στις 16 Δεκεμβρίου η Bundestag αρνήθηκε να του δώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία. Μόλις 207 βουλευτές ψήφισαν υπέρ του, ενώ χρειαζόταν 367. Ο Scholz πρότεινε στη συνέχεια στον ομοσπονδιακό πρόεδρο Frank-Walter Steinmeier τη διάλυση της Bundestag.
Στις 27 Δεκεμβρίου, ο Steinmeier διέλυσε το κοινοβούλιο και προκήρυξε εκλογές για τις 23 Φεβρουαρίου 2025.
Γιατί η Γερμανία έκανε τόσο δύσκολη την ανατροπή ενός καγκελαρίου
Οι συγκεκριμένοι θεσμικοί μηχανισμοί δεν δημιουργήθηκαν τυχαία. Οι συντάκτες του μεταπολεμικού γερμανικού Συντάγματος είχαν μπροστά τους την εμπειρία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Κυβερνήσεις κατέρρεαν. Οι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες ήταν ασταθείς. Η πολιτική κρίση γινόταν μόνιμη κατάσταση. Το μεταπολεμικό σύστημα σχεδιάστηκε επομένως με διαφορετική φιλοσοφία: δεν αρκεί να υπάρχει πλειοψηφία εναντίον μιας κυβέρνησης. Πρέπει να υπάρχει πλειοψηφία υπέρ μιας άλλης.
Αυτή είναι η ουσία του εποικοδομητικού ψηφίσματος δυσπιστίας. Και εξηγεί γιατί ένας Γερμανός καγκελάριος μπορεί να είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλής στην κοινωνία χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κινδυνεύει αυτομάτως να χάσει την εξουσία.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τον Φρίντριχ Μερτς
Με τα σημερινά δεδομένα, η εικόνα είναι παράδοξη. Ο Μερτς αντιμετωπίζει πολύ σοβαρό πολιτικό πρόβλημα. Η δημοτικότητά του έχει καταρρεύσει. Η CDU υπέστη βαρύ πλήγμα στη Σαξονία-Άνχαλτ. Και η εσωκομματική κριτική έχει ενταθεί. Αλλά πολιτική αδυναμία και θεσμική αδυναμία δεν είναι το ίδιο πράγμα. Για να χάσει την καγκελαρία θα πρέπει να συμβεί ένα από τρία πράγματα:
- να παραιτηθεί ο ίδιος,
- να δημιουργηθεί μέσα στην Bundestag απόλυτη πλειοψηφία υπέρ συγκεκριμένου αντικαταστάτη,
- ή να ενεργοποιηθεί μέσω ψήφου εμπιστοσύνης μια διαδικασία που θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές.
Προς το παρόν, κανένα από αυτά τα ενδεχόμενα δεν έχει ωριμάσει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η πολιτική κρίση έχει τελειώσει. Στο Βερολίνο, η συζήτηση έχει ήδη μετακινηθεί από το "πόσο δημοφιλής είναι ο Μερτς;" σε ένα πολύ σοβαρότερο ερώτημα: "Μπορεί να συνεχίσει να ελέγχει την κυβέρνησή του και το ίδιο του το κόμμα;"
Και στη γερμανική πολιτική, αυτή είναι συνήθως η ερώτηση που προηγείται όλων των υπολοίπων.
Add comment
Comments