Η ιστορία της 23χρονης Λίλι Μπαγκίνσκι φωτίζει μια διαδρομή από την προσωπική αναζήτηση ταυτότητας προς οργανωμένες ακροδεξιές ομάδες. Δεν αποδεικνύει ότι οι νέοι Γερμανοί στρέφονται μαζικά προς την Ακροδεξιά· δείχνει, όμως, πώς ορισμένα δίκτυα επιχειρούν να μετατρέψουν την αποξένωση, την οργή και την ανάγκη για κοινότητα σε πολιτική στράτευση.

Από τους Alexander Dinger και Lennart Pfahler | Politico.eu
Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Αργώ | Greece2Day
Η Μπαγκίνσκι είναι μέλος των "Νέων Εθνικιστών" - της νεολαίας του ακροδεξιού κόμματος Die Heimat, που διαδέχθηκε το NPD - και ονειρεύεται μια Γερμανία όπου, όπως λέει, "ο καθένας γνωρίζει τη θέση του".
Για όσους θεωρεί "πολιτισμικά ξένους", αυτή η κοινωνία δεν έχει θέση. Η διαδρομή της, δεν ξεκίνησε με μια πλήρως διαμορφωμένη πολιτική ταυτότητα. Ξεκίνησε με δυσαρέσκεια απέναντι στους περιορισμούς της πανδημίας, αίσθηση ότι η γειτονιά της άλλαζε και αναζήτηση εξηγήσεων στο διαδίκτυο.
Η προσωπική της ιστορία δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ενός μαζικού πολιτικού ρεύματος. Τα επίσημα στοιχεία για τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025 δείχνουν ότι στους ψηφοφόρους έως 24 ετών πρώτη δύναμη ήταν η Αριστερά, με 27,3%. Η AfD ήρθε πρώτη στις ηλικιακές ομάδες 25–34 και 35–44 ετών, με 20,8% και 27,1% αντίστοιχα. Η προσεκτική ανάγνωση των αριθμών έχει σημασία: η ριζοσπαστική Δεξιά κερδίζει έδαφος, αλλά οι νέοι δεν αποτελούν ένα ενιαίο ακροατήριό της.
Διαβάστε ακόμα: Πώς η Μελόνι κάνει την ακροδεξιά cool για τη Generation Z
Πρώτα η κοινότητα, μετά η ιδεολογία
Η έρευνα του WELT περιγράφει ένα μοτίβο στρατολόγησης: χαλαρές παρέες προσφέρουν περιπέτεια, φιλίες, πεζοπορίες ή πολεμικές τέχνες· στη συνέχεια, ένα μέρος τους οδηγείται σε πιο οργανωμένες ομάδες, πολιτική εκπαίδευση και ιδεολογική πειθαρχία. Η Μπαγκίνσκι λέει ότι συμμετείχε σε "σεμινάρια κοσμοθεωρίας" και σε διαδικτυακές μεταδόσεις όπου μάθαινε πώς να αντικρούει τα επιχειρήματα της Αριστεράς.
Οι δραστηριότητες που μοιάζουν αρχικά με απλή κοινωνική ένταξη μπορούν έτσι να γίνουν πύλη προς ένα περιβάλλον με σαφείς εχθρούς και αυστηρή ιεραρχία.
Εδώ βρίσκεται και η αντίφαση που αξίζει να φωτιστεί. Η Μπαγκίνσκι θυμάται την οργή της για τις κυβερνητικές εντολές και την περιστολή της προσωπικής ελευθερίας. Αργότερα, όμως, εντάχθηκε σε μια οργάνωση με αυστηρή ιεραρχία, προκαθορισμένους ρόλους και μια αντίληψη της κοινωνίας βασισμένη στην εθνική ομοιογένεια.
Η εξέγερση απέναντι στην κρατική επιβολή δεν οδηγεί αυτομάτως σε περισσότερη ελευθερία: μπορεί να διοχετευθεί σε ένα κίνημα που ζητά από το άτομο να υποταχθεί σε μια συλλογική ταυτότητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ανησυχία για τη μετανάστευση ή κάθε κριτική στην κυβερνητική πολιτική είναι εξτρεμισμός. Σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, αυτές οι συζητήσεις πρέπει να γίνονται ανοιχτά και με στοιχεία. Το όριο εμφανίζεται όταν η κριτική μετατρέπεται σε συλλογική ενοχοποίηση και η ισότιμη ιδιότητα του πολίτη εξαρτάται από την καταγωγή.
Η μελέτη των Anna Sophie Heinze και Timon Scheuer για νέους ψηφοφόρους στην ανατολική Γερμανία εντοπίζει σύνδεση ανάμεσα στην υποστήριξη της AfD, την ισχυρή κομματική ταύτιση και τις νατιβιστικές αντιλήψεις - όχι απλώς μια γενική νεανική δυσαρέσκεια.
Από το περιθώριο στην πολιτική επιρροή
Η ιστορία δεν αφορά μόνο μικρές νεοναζιστικές ομάδες. Το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα είναι πώς πρόσωπα, δίκτυα και ιδέες μπορούν να περάσουν από το περιθώριο σε ευρύτερους κομματικούς μηχανισμούς.
Ο Ντάνιελ Φις, που ως νεότερος είχε κινηθεί σε ακροδεξιούς χώρους, εργάζεται σήμερα για την AfD στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία. Η μετάβαση από μια κλειστή υποκουλτούρα στην οργανωμένη πολιτική δεν εξαφανίζει το παρελθόν της· αλλάζει το πεδίο στο οποίο διεκδικείται επιρροή.
Η Ακροδεξιά δεν χρειάζεται να πείσει όλους τους νέους. Αρκεί να δημιουργήσει ένα δίκτυο που δίνει σε ορισμένους αίσθηση κοινότητας, ταυτότητας και πολιτικής αποστολής - και να μετατρέψει αυτό το δίκτυο σε δύναμη που ακούγεται στις κάλπες, στα σχολεία και στα κοινωνικά δίκτυα.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η εξίσωση κάθε συντηρητικής άποψης με τον νεοναζισμό ούτε η αδιαφορία απέναντι σε οργανώσεις που κανονικοποιούν τον αποκλεισμό. Χρειάζεται ελευθερία λόγου, σοβαρή πολιτική αντιπαράθεση και σαφής υπεράσπιση των δικαιωμάτων κάθε ανθρώπου, ανεξάρτητα από την καταγωγή του.


Add comment
Comments