Η Τζένιφερ Γουέλς έχει συγκεντρώσει εκατομμύρια ακολούθους επιτιθέμενη - με όρους πεζοδρομίου - στους Ρεπουμπλικανούς και στους Δημοκρατικούς που θεωρεί υπερβολικά συμβιβαστικούς. Η άνοδός της είναι χαρακτηριστικό μιας πολιτικής που κερδίζει κοινό με την οργή, αλλά θυσιάζει την ουσιαστική συζήτηση.
Η πολιτική αρθρογραφία δεν ανήκει πια μόνο σε αρθρογράφους εφημερίδων και τηλεοπτικά πάνελ. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έδωσαν βήμα σε ανθρώπους έξω από τα παραδοσιακά μέσα - και μαζί τους ανέδειξαν μια νέα γενιά πολιτικών σχολιαστών που χτίζουν στενή σχέση με το κοινό τους.
Η Τζένιφερ Γουέλς είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής: μια influencer της αμερικανικής Αριστεράς που έχει μετατρέψει την οργή σε πολιτικό σήμα κατατεθέν.
Η Γουέλς, παρουσιάστρια του αριστερού podcast I’ve Had It και συγγραφέας του βιβλίου Not Today, Fascists, έχει εκατομμύρια ακολούθους σε πλατφόρμες όπως το Instagram, το TikTok και το YouTube.
Το ύφος της είναι επιθετικό και συχνά χλευαστικό. Στο στόχαστρό της βρίσκονται ο Ντόναλντ Τραμπ, η ηγεσία των Δημοκρατικών όταν τη θεωρεί άτολμη, αλλά και πρόσωπα της συντηρητικής παράταξης. Το μήνυμα του βιβλίου της είναι ότι οι Δημοκρατικοί πρέπει να πάψουν να προσπαθούν να τηρούν τους κανόνες της πολιτικής ευγένειας και να απαντήσουν στους Ρεπουμπλικανούς με εξίσου σκληρή γλώσσα.
Διαβάστε ακόμα: Υπάρχει Αριστερά χωρίς κοινωνικό διχασμό;
Η απήχησή της δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Πολλοί φιλελεύθεροι ψηφοφόροι αισθάνονται απογοητευμένοι από την προσεκτική, θεσμική γλώσσα της κομματικής ηγεσίας. Η Γουέλς προσφέρει κάτι διαφορετικό: μια φωνή που δεν μετρά τις λέξεις της και εκφράζει ανοιχτά την οργή τους. Η ίδια έχει αναγνωρίσει ότι, παρότι διαφωνεί με τον Τραμπ, ο τρόπος με τον οποίο μιλά έχει επηρεάσει το πολιτικό ύφος της εποχής.
Η μίμηση αυτής της τακτικής μπορεί να καταλήξει σε έναν καθρέφτη της πολιτικής που η ίδια καταγγέλλει. Η Γουέλς έγινε αρχικά γνωστή από την τηλεοπτική σειρά ριάλιτι Sweet Home Oklahoma, ενώ το I’ve Had It ξεκίνησε ως podcast για καθημερινές ενοχλήσεις και σταδιακά στράφηκε στην πολιτική. Σήμερα φιλοξενεί πολιτικά πρόσωπα και έχει παρουσία σε δημοφιλείς εκπομπές και διαδικτυακά κανάλια. Η πορεία της δείχνει το πως η προσωπική οικειότητα που δημιουργούν τα podcast και τα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να μετατρέψει έναν σχολιαστή σε επιδραστική πολιτική φωνή.
Η οργή ως πολιτικό επιχείρημα
Η πολιτική προφανώς δεν πρέπει να αποφεύγει τη σύγκρουση. Η Γουέλς όμως, όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο της, αντιμετωπίζει συχνά τη διαφωνία ως ένδειξη κακής πίστης: όποιος δεν υιοθετεί τις θέσεις της Αριστεράς μπορεί να θεωρηθεί παραπλανημένος, διεφθαρμένος ή επικίνδυνος.
Έτσι, η πολιτική αντιπαράθεση κινδυνεύει να περιοριστεί σε δύο κινήσεις: να καταγγέλλεις τους αντιπάλους και να συσπειρώνεις το κοινό σου γύρω από την καταγγελία.
Η ιδέα επίσης ότι το Δημοκρατικό Κόμμα χρειάζεται απλώς πιο σκληρή (πεζοδρομιακή) γλώσσα για να κερδίσει, είναι λανθασμένη. Οι επικρίσεις κατά των μεγάλων επιχειρήσεων, των δισεκατομμυριούχων και της οικονομικής ανισότητας υπάρχουν εδώ και δεκαετίες στη δημοκρατική ρητορική. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο αιχμηρά θα διατυπωθούν, αλλά αν συνοδεύονται από πειστικές πολιτικές προτάσεις και αξιόπιστη εξήγηση των προβλημάτων.
Διαβάστε ακόμα: Η αριστερά και ο ταξικός φθόνος
Άξιος ιδιαίτερης μνείας είναι και ο τρόπος με τον οποίο η Γουέλς χρησιμοποιεί τον όρο "φασισμός" και αναφέρεται σε ζητήματα όπως η μετανάστευση και ο πόλεμος στη Γάζα. Το βιβλίο της διατυπώνει βαριές κατηγορίες χωρίς να τις τεκμηριώνει επαρκώς και σε ορισμένα σημεία, αναπαράγει γενικεύσεις που χρειάζονται μεγαλύτερη ιστορική και πολιτική προσοχή.
Οι έντονα κομματικές φωνές μπορούν να κινητοποιήσουν ψηφοφόρους. Η πολιτική τους όμως αξία έχει όρια όταν το κοινό τους, μαθαίνει να βλέπει τους αντιπάλους μόνο ως στόχους και όχι ως ανθρώπους με επιχειρήματα που πρέπει να εξεταστούν.
Η υιοθέτηση της επιθετικότητας μπορεί να προσφέρει πρόσκαιρη συσπείρωση, αλλά δεν εγγυάται ούτε πειθώ ούτε πολιτικό βάθος. Κι αν η Τζένιφερ Γουέλς εκπροσωπεί πράγματι μια δύναμη που θα επηρεάσει το μέλλον του κόμματος, το ερώτημα είναι αν αυτή η δύναμη θα διευρύνει τη συζήτηση ή θα κλείσει ακόμη περισσότερο τα στρατόπεδα.


Add comment
Comments