Η δημοσιονομική πειθαρχία και η διακοπή της νομισματικής χρηματοδότησης έφεραν ταχεία αποκλιμάκωση. Η σταθεροποίηση, όμως, παραμένει ευάλωτη όσο εξαρτάται από την πολιτική αντοχή της κυβέρνησης και την εμπιστοσύνη στις αγορές.

Από τον Juan Ramon Rallo | Reason
Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Κέλσος | Greece2Day
Πριν από την ανάληψη της εξουσίας από τον Χαβιέρ Μιλέι, η Αργεντινή βρισκόταν αντιμέτωπη με έναν φαύλο κύκλο ελλειμμάτων, νομισματικής αστάθειας και εκρηκτικού πληθωρισμού. Το κράτος δυσκολευόταν να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες του, η κεντρική τράπεζα είχε επιβαρυμένο ισολογισμό και οι πολίτες έβλεπαν τις τιμές να αυξάνονται με ρυθμούς που καθιστούσαν τον οικογενειακό και επιχειρηματικό προγραμματισμό σχεδόν αδύνατο.
Τον Νοέμβριο του 2023 ο μηνιαίος πληθωρισμός είχε φτάσει το 12,8%, ενώ τον Δεκέμβριο εκτινάχθηκε στο 25,5%. Η ετήσια αύξηση των τιμών για το 2023 ανήλθε στο 211,4%. Η κυβέρνηση Μιλέι επέλεξε να αντιμετωπίσει την κρίση ξεκινώντας από τη βασική πηγή της: τη χρηματοδότηση των κρατικών ελλειμμάτων και την αδυναμία του Δημοσίου να καλύπτει τις δαπάνες του με βιώσιμο τρόπο.
Το δημοσιονομικό έλλειμμα ως αφετηρία
Κεντρικός πυλώνας του προγράμματος ήταν η απότομη μείωση των δημόσιων δαπανών και η επιδίωξη δημοσιονομικού ισοσκελισμού. Η λογική της κυβέρνησης ήταν ότι όσο το κράτος δαπανούσε περισσότερα από όσα εισέπραττε και κάλυπτε τη διαφορά με έκδοση χρήματος ή με διαρκώς ακριβότερο δανεισμό, η πίεση στις τιμές και στο πέσο θα αναπαραγόταν.
Διαβάστε ακόμα: Οι σειρήνες του Αργεντίνου Οδυσσέα
Η προσαρμογή ήταν ταχεία και επώδυνη. Περικόπηκαν δημόσιες δαπάνες και επιδοτήσεις, περιορίστηκαν έργα και μεταβιβάσεις, ενώ η κυβέρνηση επιδίωξε να σταματήσει τη συστηματική κάλυψη των ελλειμμάτων από την κεντρική τράπεζα. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο περιέγραψε το πρόγραμμα ως δημοσιονομική προσαρμογή μεγάλης κλίμακας, με τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό να λειτουργεί ως βασικός άξονας της σταθεροποίησης.
Το 2025 η ομοσπονδιακή κυβέρνηση κατέγραψε πρωτογενές πλεόνασμα 1,4% του ΑΕΠ, σύμφωνα με το ΔΝΤ. Πρωτογενές πλεόνασμα σημαίνει ότι τα κρατικά έσοδα υπερέβησαν τις δαπάνες πριν από την πληρωμή τόκων. Το αποτέλεσμα αυτό περιόρισε την ανάγκη νέου δανεισμού και, κυρίως, την πίεση για νομισματική χρηματοδότηση.
Η δημοσιονομική πειθαρχία δεν αρκεί από μόνη της για να εξαλείψει τον πληθωρισμό, αλλά αλλάζει τις προσδοκίες. Όταν οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά πιστεύουν ότι το κράτος δεν θα καλύπτει επ’ αόριστον τις ανάγκες του με νέο χρήμα, μειώνεται ο φόβος ότι κάθε έλλειμμα θα οδηγήσει σε νέα υποτίμηση και νέο κύμα ανατιμήσεων.
Από την έκρηξη των τιμών στην αποκλιμάκωση
Η μηνιαία αύξηση των τιμών υποχώρησε σημαντικά μετά την κορύφωση του Δεκεμβρίου 2023. Η ετήσια πληθωριστική επιβάρυνση παρέμεινε υψηλή για μεγάλο διάστημα, καθώς ο ετήσιος δείκτης ενσωμάτωνε τις προηγούμενες ανατιμήσεις. Ωστόσο, ο ρυθμός των νέων αυξήσεων επιβραδύνθηκε αισθητά.
Η αποκλιμάκωση δεν προήλθε από ένα μόνο μέτρο. Συνδυάστηκαν η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, η αυστηρότερη νομισματική πολιτική, η συγκράτηση της ζήτησης και αλλαγές στο καθεστώς της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Παράλληλα, η κυβέρνηση περιόρισε ορισμένους ελέγχους στην αγορά συναλλάγματος, οι οποίοι επί χρόνια είχαν δημιουργήσει πολλαπλές ισοτιμίες και στρεβλώσεις.
Η πορεία δεν ήταν γραμμική. Οι τιμές επηρεάζονταν από την ισοτιμία, τις αναπροσαρμογές σε τιμολόγια και επιδοτούμενες υπηρεσίες, αλλά και από το κόστος μεταφορών και ενέργειας. Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, επομένως, δεν σήμαινε ότι οι τιμές επέστρεφαν στα προηγούμενα επίπεδα. Σήμαινε ότι αυξάνονταν με βραδύτερο ρυθμό. Για τα νοικοκυριά, η διαφορά έχει σημασία, αλλά δεν αναιρεί την απώλεια αγοραστικής δύναμης που έχει ήδη συντελεστεί.
Η κεντρική τράπεζα και η αξιοπιστία του πέσο
Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η σταθεροποίηση απαιτούσε να περιοριστεί ο ρόλος της κεντρικής τράπεζας ως χρηματοδότη του κράτους. Όταν η κεντρική τράπεζα δημιουργεί χρήμα για να καλύψει τα ελλείμματα, η προσφορά χρήματος μπορεί να αυξάνεται ταχύτερα από τη ζήτηση για πέσο. Σε μια οικονομία με μακρά ιστορία πληθωρισμού και υποτιμήσεων, οι πολίτες συχνά αντιδρούν μετατρέποντας το εισόδημά τους σε δολάρια ή αγοράζοντας αγαθά πριν αυτά ακριβύνουν περισσότερο.
Διαβάστε ακόμα: Ποια τα επόμενα σχέδια του Μιλέϊ για την Αργεντινή
Αυτό ενισχύει την πτώση του εθνικού νομίσματος και μεταφέρει την υποτίμηση στις τιμές των εισαγόμενων προϊόντων, των καυσίμων και των ενδιάμεσων αγαθών. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο πέσο είναι συνεπώς κρίσιμη, αλλά δύσκολη: οι Αργεντινοί έχουν ζήσει επανειλημμένες κρίσεις, περιορισμούς στην αγορά δολαρίων και αναγκαστικές αλλαγές στους οικονομικούς κανόνες.
Η κυβέρνηση έχει επιδιώξει να ομαλοποιήσει την αγορά συναλλάγματος και να ενισχύσει τα αποθέματα. Ωστόσο, η χώρα παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικές πιέσεις και σε απότομες μεταβολές των προσδοκιών. Τα συναλλαγματικά αποθέματα, η πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και η δυνατότητα του κράτους να εξυπηρετεί το χρέος του αποτελούν βασικά τεστ για τη διάρκεια της σταθεροποίησης.
Το κοινωνικό κόστος της προσαρμογής
Η ταχεία δημοσιονομική προσαρμογή περιόρισε τον πληθωρισμό, αλλά επιβάρυνε την οικονομική δραστηριότητα και τα εισοδήματα. Οι περικοπές στις δαπάνες και στις επιδοτήσεις μεταφέρουν άμεσα το κόστος σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Όταν μειώνεται η δημόσια ζήτηση και αυξάνονται οι λογαριασμοί για υπηρεσίες που προηγουμένως επιδοτούνταν, η κατανάλωση πιέζεται.
Η πτώση του πληθωρισμού δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Ένα νοικοκυριό μπορεί να αντιμετωπίζει χαμηλότερο μηνιαίο ρυθμό ανατιμήσεων και ταυτόχρονα να έχει μικρότερο πραγματικό εισόδημα από πριν. Οι μισθοί και οι συντάξεις χρειάζονται χρόνο για να ανακτήσουν την αγοραστική δύναμη που έχασαν, ενώ η ανεργία και η επισφάλεια μπορούν να κάνουν τη σταθεροποίηση πολιτικά δύσκολη.
Εδώ βρίσκεται η βασική αντίφαση του προγράμματος: για να περιοριστεί ο πληθωρισμός, η κυβέρνηση περιόρισε τη ζήτηση και τις κρατικές δαπάνες· όμως η παρατεταμένη συμπίεση της ζήτησης μπορεί να επιβραδύνει την παραγωγή, να περιορίσει τις θέσεις εργασίας και να μειώσει την κοινωνική στήριξη προς την πολιτική που εφαρμόζεται.
Η επιτυχία δεν έχει ακόμη κλειδώσει
Η σημαντική αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και η επιστροφή σε πρωτογενή πλεονάσματα αποτελούν ουσιαστική αλλαγή σε σχέση με την προηγούμενη πορεία της Αργεντινής. Δεν αποδεικνύουν, όμως, ότι η χώρα έχει ξεπεράσει οριστικά τις κρίσεις που επαναλαμβάνονται εδώ και δεκαετίες.
Για να αποκτήσει διάρκεια η σταθεροποίηση, η δημοσιονομική ισορροπία πρέπει να στηριχθεί σε θεσμούς και κανόνες που θα αντέχουν σε πολιτικές αλλαγές. Χρειάζεται επίσης να ενισχυθούν οι επενδύσεις, οι εξαγωγές και η παραγωγικότητα, ώστε η οικονομία να αποκτήσει πηγές ανάπτυξης πέρα από τη συμπίεση των δαπανών. Η σταθερότητα του πέσο και η συγκέντρωση συναλλαγματικών αποθεμάτων θα κρίνουν αν η κυβέρνηση μπορεί να διαχειριστεί εξωτερικούς κραδασμούς χωρίς νέα προσφυγή σε ελέγχους ή έκτακτα μέτρα.
Το πολιτικό ερώτημα είναι εξίσου σημαντικό με το οικονομικό. Μια πολιτική σταθεροποίησης μπορεί να είναι συνεκτική στα χαρτιά, αλλά να μην επιβιώσει αν το κοινωνικό κόστος γίνει δυσβάστακτο ή αν η επόμενη κυβέρνηση ανατρέψει τις βασικές επιλογές της.
Η Αργεντινή έχει απομακρυνθεί από το χείλος μιας νέας πληθωριστικής έκρηξης. Το αν θα περάσει σε μια περίοδο διατηρήσιμης ανάπτυξης θα εξαρτηθεί από το αν η σημερινή δημοσιονομική σταθερότητα μπορεί να μετατραπεί σε ευρύτερη οικονομική και πολιτική εμπιστοσύνη.


Add comment
Comments