Πολιτική βία στις ΗΠΑ: Πώς ο «βίαιος λαϊκισμός» γίνεται αποδεκτός στην πολιτική αντιπαράθεση

Published on October 30, 2026 at 3:39 PM

Πέρα από τη δολοφονία του Τσάρλι Κερκ, που συγκέντρωσε τα φώτα της δημοσιότητας, τα περιστατικά πολιτικής βίας έχουν αυξηθεί σημαντικά. Τι όμως καθιστά την πολιτική βία "δημοφιλή"; 

Από τον Mark Thornton | Mises Wire

Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Τηλέμαχος | Greece2Day

Καθώς αυξάνονται η δυσαρέσκεια και ο πολιτικός διχασμός στις ΗΠΑ, τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι η πολιτική βία εντείνεται περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Μπορεί να βρεθεί στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, της ανάληψης καθηκόντων από το νέο Κογκρέσο τον Ιανουάριο και στη συνέχεια. Πρόκειται για σοβαρές δοκιμασίες για την Αμερική. Αν δεν εκτονωθεί, η πολιτική βία θα μπορούσε να εξελιχθεί στη σοβαρότερη απειλή στην ιστορία για τον αμερικανικό τρόπο ζωής.

Ο καθηγητής Ρόμπερτ Α. Πέιπ, από το διακεκριμένο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Σικάγο, μόλις εξέδωσε βιβλίο για το θέμα: Our Own Worst Enemies: America in the Age of Violent Populism ("Οι χειρότεροι εχθροί του εαυτού μας: Η Αμερική στην εποχή του βίαιου λαϊκισμού"). Ο καταξιωμένος συγγραφέας έχει δημοσιεύσει μελέτες για τη στρατηγική, ιδίως τον ρόλο της αεροπορικής ισχύος, την εθνική ασφάλεια και την τρομοκρατία. Σύμφωνα με τον Πέιπ, τα ευρήματα δείχνουν ότι η πολιτική βία έχει κανονικοποιηθεί στη συλλογική συνείδηση των Αμερικανών. Αυτή η ιδεολογική μετατόπιση συνοψίζεται στην έννοια του "βίαιου λαϊκισμού": όταν η πολιτική βία γίνεται αποδεκτό μέσο δημοκρατικής πολιτικής σύγκρουσης.

Κάποτε, κάθε είδους "φιλελεύθερος" - είτε ελευθεριακός είτε ακόμη και προοδευτικός - θα θεωρούσε αδιανόητη τη χρήση σωματικής βίας για την επίτευξη πολιτικών στόχων. Σήμερα, όμως, η βία έχει κανονικοποιηθεί για μια σημαντική μειοψηφία, τόσο στην Αριστερά όσο και στη Δεξιά. Πολλά περιστατικά προέρχονται από μορφωμένες, μεσήλικες, μεσοαστικές περιοχές των προαστίων και όχι από τα λεγόμενα περιθώρια των φτωχότερων και λιγότερο μορφωμένων κατοίκων των πόλεων και της υπαίθρου. Προσωπικά, έχω τρομοκρατηθεί από την υποστήριξη της πολιτικής βίας που εκφράζουν φίλοι μου από την Αριστερά, οι οποίοι κατά τα άλλα είναι ικανοποιημένοι με τη ζωή τους.

Φυσικά, ρόλο παίζει η συνηθισμένη σειρά παραγόντων: οι δημογραφικές αλλαγές, οι μειονότητες, οι μετανάστες και οι κρατικές πολιτικές που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με αυτά τα ζητήματα. Μεταξύ αυτών είναι η κοινωνική πρόνοια, η μεταναστευτική πολιτική, η δημόσια εκπαίδευση, οι φόροι, οι επιδοτήσεις, τα πολιτικά κόμματα, οι πολιτικοί και οι ευκαιρίες απασχόλησης σε κρατικές υπηρεσίες και δημόσια πανεπιστήμια. Στην εικόνα προστίθενται οι οικονομικές ανακατατάξεις και οι πολιτικοί μηχανισμοί, όπως η ψήφος, η αναδιαμόρφωση των εκλογικών περιφερειών και τα δικαστήρια. Ο καθηγητής Πέιπ καταλήγει ότι τα στοιχεία δείχνουν την είσοδο σε μια ακόμη εποχή πολιτικής βίας, η οποία γίνεται ολοένα περισσότερο αποδεκτό και σταθερό χαρακτηριστικό της αμερικανικής πολιτικής ζωής, τόσο για την Αριστερά όσο και για τη Δεξιά.

Τα δημογραφικά στοιχεία από δημοσκοπήσεις που παρουσιάζει το βιβλίο είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά, όπως και οι μελέτες περιπτώσεων. Οι δύο προηγούμενες περίοδοι πολιτικής βίας που εξετάζονται είναι η δεκαετία του 1920 και εκείνη του 1960. Ο καθηγητής Πέιπ συνοψίζει το πρόβλημα με τη φράση "κατακερματισμένη νομιμοποίηση" και ζητά από τους μετριοπαθείς να αποκαταστήσουν τη νομιμοποίηση των θεσμών. Εγώ θα εξηγούσα το πρόβλημα ως αποτέλεσμα της ιδεολογικής μετατόπισης και της διεύρυνσης του μεγάλου κράτους, η οποία άρχισε τις δεκαετίες πριν από το 1920, στην Προοδευτική Εποχή και κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι Προοδευτικοί εξασφάλισαν την προστασία της πολιτικής τους ατζέντας μέσω συνταγματικών τροποποιήσεων και προηγούμενης νομοθεσίας σε επίπεδο πολιτειών, δίνοντάς της θεσμική νομιμοποίηση. Έκτοτε, επί έναν αιώνα, το κράτος επεκτείνει αδιάκοπα την οικονομική βία εις βάρος των ανθρώπων και της περιουσίας τους, μέσω φόρων, ρυθμίσεων, πληθωρισμού, υποχρεωτικών πολιτικών και άλλων παρεμβάσεων.


Η διεύρυνση του κράτους και η πολιτική βία

Πιο χαρακτηριστική είναι η εκθετική αύξηση της εξουσίας της προεδρίας. Έχει οδηγήσει σε συνεχείς πολέμους, στην ανάληψη της εκπαίδευσης και της ιατρικής περίθαλψης από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, στην άσκηση διακριτικής νομισματικής πολιτικής και σε πολλά ακόμη. Κάθε κρατική παρέμβαση είναι, στην ουσία της, μορφή βίας. Συχνά υπάρχουν ωφελούμενοι πέρα από τους πολιτικούς, αλλά υπάρχουν προφανώς και πολλοί χαμένοι. Και επειδή το κράτος δεν μπορεί να παράγει κάτι που δεν έχει πρώτα αφαιρέσει από κάπου αλλού, οι χαμένοι είναι αναγκαστικά περισσότεροι από τους ωφελούμενους - ιδίως αν συνυπολογιστεί το τεράστιο κόστος της γραφειοκρατικής "χαρτούρας".

Υποστηρίζω ότι η πολιτική νομιμοποίηση στην Αμερική βασιζόταν σε μια ιδεολογική συναίνεση: η κεντρική κυβέρνηση έπρεπε να παραμείνει μικρή σε μέγεθος, εξουσία και προϋπολογισμό, ενώ η δράση της έπρεπε να περιορίζεται ή να απαγορεύεται από νομικούς και συνταγματικούς φραγμούς του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αυτή ήταν η συναίνεση όσων έζησαν υπό τα Άρθρα της Συνομοσπονδίας και συμμετείχαν στη Συνταγματική Συνέλευση.

Η συναίνεση αυτή βασιζόταν στην αντίληψη ότι κάθε μορφή κρατικής δράσης είναι από τη φύση της βίαιη και ηθικά αποκρουστική. Γι’ αυτό θα έπρεπε να περιορίζεται νομικά. Όσοι θεωρούν ότι το κράτος είναι εξαναγκαστικό και ηθικά λανθασμένο, είναι παρ’ όλα αυτά πρόθυμοι να ανεχθούν τη συνταγματική δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης, προκειμένου να επιτευχθούν συναίνεση και σταθερότητα. "Η καλύτερη κυβέρνηση είναι εκείνη που κυβερνά λιγότερο". Ιδεολογίες εχθρικές προς τις αμερικανικές αρχές έχουν διαβρώσει αυτή την αρχική αντίληψη, τη γενικότερη συναίνεση και τη νομιμοποίηση πάνω στην οποία στηρίζεται η κυβέρνηση. Με κάθε μέτρο, το μέγεθος, το εύρος και η ισχύς της κυβέρνησης - ιδίως της συγκεντρωτικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης - είναι πολύ μεγαλύτερα από ό,τι πριν από την Προοδευτική Εποχή και τον Ισπανοαμερικανικό Πόλεμο.

Η κρατική εξουσία διεισδύει βαθύτερα από ποτέ στις τσέπες και στην καθημερινή ζωή των πολιτών. Παράλληλα, ασκεί μεγαλύτερη διακριτική ευχέρεια και εποπτεία, ενώ δίνει την εντύπωση ότι ελάχιστα ενδιαφέρεται να εκπροσωπεί τους ψηφοφόρους ή να υπερασπίζεται το Σύνταγμα και το κράτος δικαίου. Γι’ αυτό οι ελευθεριακοί δεν υποστηρίζουν την άνοδο της πολιτικής βίας, αλλά δεν εκπλήσσονται από αυτήν ως αντίδραση πολιτών στη διόγκωση του κράτους.

Οι περίοδοι πολιτικής βίας του 1920 και του 1960

Ο καθηγητής Πέιπ αναφέρεται σε δύο προηγούμενες περιόδους βίαιου λαϊκισμού - τη δεκαετία του 1920 και εκείνη του 1960 - των οποίων τα ιστορικά χαρακτηριστικά συνδέονται στενά με την οικονομική ανάλυση. Πριν από τη δεκαετία του 1920, ο προστατευτισμός υπέρ της αμερικανικής βιομηχανίας συνέβαλε στην αύξηση της μετανάστευσης Ευρωπαίων καθολικών. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, παράλληλα, προκάλεσε μεγάλες μετακινήσεις μαύρων κατοίκων από τις αγροτικές περιοχές του Νότου προς τα βιομηχανικά κέντρα του Βορρά. Κεντρικό χαρακτηριστικό του κύματος βίας που ακολούθησε ήταν η ανάδειξη της δεύτερης Κου Κλουξ Κλαν σε ισχυρή πολιτική δύναμη και πηγή λαϊκής βίας κατά των μαύρων και των μεταναστών.

Αντίθετα, η λαϊκιστική βία της δεκαετίας του 1960 είχε αριστερό προσανατολισμό. Συνδύαζε τις εξεγέρσεις διαμαρτυρίας των μαύρων με τις διαδηλώσεις λευκών κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Όπως και στη δεκαετία του 1920, η περίοδος χαρακτηρίστηκε από σημαντική οικονομική πρόοδο. Ο Πέιπ, ωστόσο, υποστηρίζει ότι η πολιτική εκπροσώπηση δεν προσαρμόστηκε με τον ίδιο ρυθμό στις δημογραφικές αλλαγές και μετακινήσεις. Οι πολιτικοί θεσμοί κάθε είδους είναι, από τη φύση τους, στατικοί και αργούν να μεταβληθούν, σε αντίθεση με τη δυναμική που χαρακτηρίζει τις εθελοντικές μορφές οργάνωσης και συνεργασίας στην αγορά. Μπορούμε να βασιστούμε στις ελεύθερες αγορές για να αυτορρυθμιστούν. Αντίθετα, η κρατική "ρύθμιση" των αγορών και των οργανισμών προκαλεί συστηματικά μεγαλύτερο χάος - είτε πρόκειται για τα χρηματοοικονομικά, την υγεία, την εκπαίδευση είτε για την εθνική άμυνα.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αρχική συναίνεση λειτούργησε τόσο καλά από το 1790 έως το 1890: η κυβέρνηση ήταν μικρή και περιορισμένη και μπορούσε να διαχειρίζεται ανεκτά το ταχυδρομείο, το Γουέστ Πόιντ και την είσπραξη των τελωνειακών δασμών.


Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα ως παράγοντας της κρίσης

Τα προβλήματα της δεκαετίας του 1920, του 1960 και της σημερινής εποχής έχουν μια κοινή και μια άμεση αιτία, χωρίς αυτό να ακυρώνει τους πολιτικούς μηχανισμούς που αναλύει ο Πέιπ. Η κοινή αιτία είναι η κατάρρευση της αρχικής συναίνεσης και η απελευθέρωση μιας συνεχούς επέκτασης του κράτους. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη κρατική βία σε διάφορες μορφές· κάθε παρέμβαση δημιουργεί ωφελούμενους και χαμένους και μπορεί να ενισχύσει τις τάσεις για βίαιη αντίδραση.

Η άμεση αιτία βρίσκεται "μπροστά στα μάτια μας": είναι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, η Fed. Η ίδρυση κεντρικής τράπεζας το 1913 αποτέλεσε κεντρικό νομοθετικό πυλώνα της Προοδευτικής Εποχής και του Κομμουνιστικού Μανιφέστου του Καρλ Μαρξ. Μια κεντρική τράπεζα καθιστά δυνατή την επέκταση του κράτους σε πολλούς τομείς, μεταξύ άλλων τη χρηματοδότηση πολέμων, τη μεγάλη αύξηση των δαπανών και του δημόσιου χρέους, ακόμη και την κατάργηση μη δημοφιλών αλλά ορθολογικών φόρων. Οι δεκαετίες του 1920 και του 1960, καθώς και η σημερινή περίοδος, αντιστοιχούν στις πιο ενεργές και πληθωριστικές φάσεις της Fed έως σήμερα. Τη δεκαετία του 1920, η Fed είχε μόλις ιδρυθεί και αύξησε γρήγορα την προσφορά χρήματος για να χρηματοδοτήσει τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη συνέχεια επέκτεινε σημαντικά το χρήμα και την πίστωση, συμβάλλοντας στο κραχ του 1929 και στην έλευση της Μεγάλης Ύφεσης επί των προέδρων Χούβερ και Ρούζβελτ.

Η δεκαετία του 1960 ήταν η περίοδος της μεγάλης άνθησης των κεϊνσιανών οικονομικών, με επεκτατική δημοσιονομική πολιτική για "όπλα και βούτυρο", αλλά και με νομισματική επέκταση. Το αποτέλεσμα ήταν η εκροή χρυσού και, το 1971, η αποχώρηση των ΗΠΑ από τον κανόνα χρυσού του Μπρέτον Γουντς, με απόφαση του προέδρου Νίξον. Και στη σημερινή οικονομική περίοδο καταγράφεται μεγάλη επέκταση του χρήματος, της πίστωσης και των κρατικών δαπανών. Η αύξηση της προσφοράς χρήματος οδηγεί σε υψηλότερες τιμές και συμπιέζει τους μισθούς σε πραγματικούς όρους. Η επέκταση της πίστωσης ευνοεί όσους κατέχουν πλούτο και περιουσιακά στοιχεία, ενώ η διόγκωση του κράτους εντείνει, συχνά με λιγότερο ορατό τρόπο, τις κρατικές παρεμβάσεις και δημιουργεί ωφελούμενους και χαμένους.

Ο νομισματικός πληθωρισμός αποτελεί την τελική αιτία της ανόδου της πολιτικής βίας. Πρόκειται για προβλέψιμες συνέπειες της οικονομικής θεωρίας και ειδικότερα της θεωρίας του οικονομικού κύκλου της αυστριακής σχολής, η οποία συνδέει τα επιμέρους φαινόμενα σε ένα ενιαίο σχήμα. Η ίδια θεωρία προσφέρει και την πολιτική απάντηση: ένα πρόγραμμα επιστροφής προς την αρχική αμερικανική συναίνεση, με πρώτο βήμα την επιστροφή σε "υγιές χρήμα".

Add comment

Comments

There are no comments yet.