Μια επικράτηση της Μόσχας θα μπορούσε να επιβαρύνει τις ΗΠΑ με υψηλότερους φόρους, μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες και αυξημένη οικονομική ανασφάλεια. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει σήμερα η στήριξη της Ουκρανίας, αλλά και τι θα κόστιζε στην Αμερική μια επιτυχής ρωσική κατάκτηση.

Από τον Andy J. Semotiukv | Forbes
Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Αληκτώ| Greece2Day
Οι περισσότεροι Αμερικανοί ανησυχούν για το κόστος ζωής, την εργασία τους, τις αποταμιεύσεις για τη σύνταξη και το μέλλον των οικογενειών τους. Τι θα γινόταν, όμως, αν το μεγαλύτερο κόστος του πολέμου στην Ουκρανία δεν ήταν όσα δαπανά η Αμερική για να τη βοηθήσει να πολεμήσει τη Ρωσία, αλλά όσα θα πλήρωναν οι ίδιοι οι Αμερικανοί αν νικούσε η Ρωσία; Μια ρωσική νίκη θα μπορούσε να σημαίνει υψηλότερους φόρους, ακριβότερη καθημερινότητα και ακόμη μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες για τις ΗΠΑ. Θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ανασφάλεια στην Ευρώπη και να αυξήσει την πίεση προς την Ταϊβάν, τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία, προκαλώντας νέες οικονομικές και πολιτικές πιέσεις στις ΗΠΑ.
Θα μπορούσε να διαμορφώσει έναν κόσμο όπου η στρατιωτική επιθετικότητα θα θεωρούνταν πιο αποδεκτός τρόπος επίλυσης διεθνών διαφορών - και όπου το κόστος για να περιοριστεί η εξάπλωσή της θα ήταν υψηλότερο. Οι Αμερικανοί πολέμησαν σε δύο παγκόσμιους πολέμους για να αποτρέψουν την εμφάνιση ενός τέτοιου κόσμου. Το ερώτημα σήμερα είναι αν αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο να επιτρέψουν την επιστροφή του. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Αμερικανοί πρέπει να υποστηρίξουν έναν πόλεμο χωρίς τέλος ή να δώσουν στην Ουκρανία λευκή επιταγή. Δικαιούνται να αμφισβητούν πόσα χρήματα δαπανά η κυβέρνησή τους για την Ουκρανία, να απαιτούν από την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος του βάρους και να ζητούν μια ρεαλιστική στρατηγική για τον τερματισμό του πολέμου.
Τα ερωτήματα αυτά, όμως, δεν αναιρούν ένα βαθύτερο: τι θα συμβεί στην ασφάλεια και την ευημερία των ΗΠΑ αν πετύχει η ρωσική στρατιωτική κατάκτηση;
Πόσο θα μπορούσε να κοστίσει στους Αμερικανούς μια ρωσική νίκη;
Σύμφωνα με το Council on Foreign Relations, το Κογκρέσο έχει διαθέσει περίπου $196 δισ. για δαπάνες που σχετίζονται με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Το ποσό περιλαμβάνει και δαπάνες πέρα από τη βοήθεια που έχει παραδοθεί απευθείας στο Κίεβο. Πρόκειται για σημαντικό ποσό και οι Αμερικανοί δικαιούνται να γνωρίζουν τι αποκομίζουν από αυτό. Η σωστή σύγκριση, όμως, δεν είναι ανάμεσα στη στήριξη της Ουκρανίας και στη μηδενική δαπάνη. Είναι ανάμεσα στο κόστος αποτροπής της Ρωσίας σήμερα και στο ενδεχόμενο να χρειαστεί να αντιμετωπιστεί αύριο μια πιο επικίνδυνη Ρωσία. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η Ευρώπη έχει δαπανήσει ακόμη περισσότερα για τη βοήθεια προς την Ουκρανία.
Μια λιγότερο ασφαλής Ευρώπη θα μπορούσε να απαιτήσει μεγαλύτερη αμερικανική στρατιωτική δέσμευση στο ΝΑΤΟ. Η αυξημένη αστάθεια θα μπορούσε να απειλήσει τον ενεργειακό εφοδιασμό και τη διεθνή ναυσιπλοΐα, ανεβάζοντας τις τιμές των καυσίμων, το κόστος μεταφορών και τον πληθωρισμό. Η Ταϊβάν αναδεικνύει έναν ακόμη κίνδυνο. Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου, αντιπροσωπεύει πάνω από το 60% των παγκόσμιων εσόδων από την κατασκευή ημιαγωγών για λογαριασμό τρίτων και πάνω από το 90% της παραγωγής των πιο προηγμένων μικροτσίπ. Μια στρατιωτική σύγκρουση εκεί θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στις αμερικανικές επιχειρήσεις και στους καταναλωτές.
Οι συνέπειες αυτές δεν είναι αναπόφευκτες. Είναι, όμως, κίνδυνοι που οι Αμερικανοί πρέπει να συνυπολογίζουν όταν αποτιμούν το πραγματικό κόστος του πολέμου της Ρωσίας.
Τι έμαθαν οι ΗΠΑ από τους δύο παγκόσμιους πολέμους
Η Αμερική δεν οικοδόμησε τη μεταπολεμική διεθνή τάξη μόνο από γενναιοδωρία. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι έδειξαν το τρομερό κόστος που έχει η κατάκτηση ασθενέστερων χωρών από ισχυρότερα κράτη. Το δίδαγμα δεν ήταν ότι η Αμερική πρέπει να παρεμβαίνει παντού. Ήταν ότι η επιθετικότητα γίνεται ολοένα πιο δύσκολο και ακριβό να αναχαιτιστεί όταν η κατάκτηση πετυχαίνει. Η εμπειρία αυτή συνέβαλε στη διαμόρφωση τριών θεμελιωδών αρχών: σεβασμός της εθνικής κυριαρχίας, ειρηνική επίλυση των διεθνών διαφορών και απόρριψη της απόκτησης εδαφών άλλης χώρας μέσω στρατιωτικής κατάκτησης.
Η ρωσική εισβολή αμφισβήτησε και τις τρεις αρχές. Οι ΗΠΑ συνέβαλαν στην ίδρυση των Ηνωμένων Εθνών και στη δημιουργία μιας διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες, επειδή η σταθερότητα εξυπηρετούσε τα αμερικανικά συμφέροντα. Η τάξη αυτή ενίσχυσε το εμπόριο, τις επενδύσεις, την ευημερία και τη διεθνή συνεργασία, ενώ παράλληλα ενδυνάμωσε τον ηγετικό ρόλο της Αμερικής.
Αν η Ρωσία καταφέρει να κατακτήσει την Ουκρανία, αυτά τα επιτεύγματα θα τεθούν σε κίνδυνο. Οι συνέπειες θα ξεπεράσουν κατά πολύ τα σύνορα της Ευρώπης και ενδέχεται να φτάσουν μέχρι την ίδια την Αμερική.
Ουκρανία, Ταϊβάν και αμερικανικές συμμαχίες
Μια ρωσική νίκη δεν θα προκαλούσε αυτομάτως κινεζική εισβολή στην Ταϊβάν. Το Πεκίνο λαμβάνει τις δικές του αποφάσεις και κάνει τους δικούς του υπολογισμούς. Είναι, όμως, βέβαιο ότι παρακολουθεί πώς αντιδρούν οι δυτικές δημοκρατίες στην επιθετικότητα της Μόσχας. Η Κίνα μπορεί να αξιολογήσει αν οι αμερικανικές συμμαχίες παραμένουν ενωμένες, αν οι οικονομικές κυρώσεις αποδίδουν και αν οι δημοκρατίες διαθέτουν την αποφασιστικότητα να αντισταθούν στη στρατιωτική κατάκτηση. Το ίδιο ισχύει και για άλλα αυταρχικά κράτη. Η Ουάσιγκτον θα πρέπει να επιδιώκει να καταλήξουν το Πεκίνο, η Μόσχα και οι υπόλοιπες πρωτεύουσες σε ένα συμπέρασμα: η επιθετικότητα δεν αποδίδει.
Εδώ και 80 χρόνια, το μεγαλύτερο στρατηγικό πλεονέκτημα της Αμερικής είναι το διεθνές δίκτυο των συμμάχων της. Οι σύμμαχοι μοιράζονται πληροφορίες, φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις, αγοράζουν αμερικανικά προϊόντα και όπλα, προστατεύουν τις θαλάσσιες οδούς και στηρίζουν την αμερικανική διπλωματία. Οι συμμαχίες, όμως, βασίζονται στην εμπιστοσύνη. Αν η Ουάσιγκτον εγκαταλείπει θεμελιώδεις δεσμεύσεις ασφαλείας κάθε φορά που η τήρησή τους γίνεται δύσκολη, οι σύμμαχοί της μπορεί τελικά να αναζητήσουν προστασία αλλού. Η Αμερική θα μπορούσε να χάσει διεθνή επιρροή χωρίς να χάσει ούτε μία μάχη.
Η Δύση πρέπει να αντιμετωπίσει και τις δικές της αποτυχίες
Η στήριξη της Ουκρανίας δεν σημαίνει ότι οι δυτικές πολιτικές ήταν υπεράνω κριτικής. Η Ουκρανία περίμενε χρόνια για ορισμένα προηγμένα όπλα. Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συζητούσαν για άρματα μάχης και πυρομαχικά, ενώ η Ουάσιγκτον περιόριζε ορισμένες δυνατότητες λόγω ανησυχιών για κλιμάκωση. Ένα μέρος αυτής της επιφυλακτικότητας ήταν δικαιολογημένο: η Ρωσία διαθέτει πυρηνικά όπλα και οι στρατιωτικές δυνατότητες εφοδιασμού έχουν πραγματικούς περιορισμούς.
Οι καθυστερήσεις, όμως, θέτουν ένα βασικό ερώτημα: σχεδιάστηκε η δυτική στρατηγική για να βοηθήσει την Ουκρανία να νικήσει τη Ρωσία ή απλώς για να αποτρέψει την κατάρρευσή της; Η Ευρώπη πρέπει επίσης να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη. Ανάλυση της Βουλής των Κοινοτήτων του Ηνωμένου Βασιλείου για το 2026 εξέτασε τις προσπάθειες της Ευρώπης να αυξήσει τη συνεισφορά της, καθώς μειωνόταν η αμερικανική ηγετική παρουσία.
Την ίδια ώρα, οι αντιφατικές ευρωπαϊκές οικονομικές πολιτικές έχουν αποδυναμώσει τις κυρώσεις. Σύμφωνα με το Centre for Research on Energy and Clean Air, η Ευρωπαϊκή Ένωση παρέμενε σημαντικός αγοραστής ρωσικών ορυκτών καυσίμων τον Σεπτέμβριο του 2026. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια του πολέμου, η Ευρώπη έχει πληρώσει περισσότερα για ρωσικά καύσιμα από όσα έχει προσφέρει στην Ουκρανία. Οι δυτικές κυβερνήσεις δεν μπορούν επ’ αόριστον να καταδικάζουν τη ρωσική επιθετικότητα, ενώ αγοράζουν προϊόντα που συμβάλλουν στη χρηματοδότηση του ρωσικού κράτους.
Τα Ηνωμένα Έθνη μπροστά σε μια υπαρξιακή δοκιμασία
Τα Ηνωμένα Έθνη ιδρύθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να διαφυλάσσουν τη διεθνή ειρήνη και να προστατεύουν τα κράτη από την επιθετικότητα. Ωστόσο, η Ρωσία, ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, μπορεί να ασκεί βέτο σε μέτρα που στρέφονται κατά της δικής της εισβολής σε άλλο κράτος-μέλος. Αυτή η αντίφαση απειλεί την αξιοπιστία του ΟΗΕ. Η μεταρρύθμιση των δικαιωμάτων βέτο αξίζει να εξεταστεί σοβαρά.
Αν οι ισχυρές χώρες μπορούν να παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο χωρίς ουσιαστικές συνέπειες, τα μικρότερα κράτη θα αναρωτιούνται αν ο ΟΗΕ μπορεί πράγματι να τα προστατεύσει. Στην ομιλία του στο Νταβός, τον Ιανουάριο του 2026, ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ περιέγραψε μια ευρύτερη "ρήξη" στη διεθνή τάξη και προειδοποίησε για την επιστροφή του ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.
Η ήττα της Ουκρανίας θα βάθαινε αυτή τη ρήξη, απειλώντας όχι μόνο την ουκρανική κυριαρχία αλλά και την αξιοπιστία της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες - καθώς και του θεσμού που δημιουργήθηκε για να την υπερασπίζεται.
Τι θα σήμαινε η ήττα της Ρωσίας;
Η ήττα της Ρωσίας πρέπει να σημαίνει περισσότερα από ένα σύνθημα. Ένα επιτυχημένο αποτέλεσμα θα διασφάλιζε την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, θα δημιουργούσε αξιόπιστες ρυθμίσεις ασφαλείας και θα έδειχνε ότι η στρατιωτική κατάκτηση δεν προσφέρει μόνιμα οφέλη. Οι διαπραγματεύσεις μπορεί να είναι αναγκαίες. Δεν πρέπει, όμως, να μετατραπούν σε συνθηκολόγηση. Η προοπτική στενότερης διπλωματικής συνεννόησης μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ, Βλαντίμιρ Πούτιν και Σι Τζινπίνγκ αναδεικνύει έναν ακόμη προβληματισμό. Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να συνομιλούν οι πυρηνικές δυνάμεις. Η διπλωματία είναι απαραίτητη για την αποτροπή του πολέμου. Οι ισχυρές χώρες, όμως, δεν πρέπει να αποφασίζουν για το μέλλον μικρότερων κρατών χωρίς τη συμμετοχή τους.
Η Ουκρανία πρέπει να έχει τον καθοριστικό λόγο για το μέλλον της.
Τι πρέπει να κάνει η Αμερική;
Οι ΗΠΑ δεν χρειάζεται να αναλάβουν μόνες τους όλο το βάρος της υπεράσπισης της Ουκρανίας. Η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική της ασφάλεια. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον πρέπει να τηρήσει τις διαβεβαιώσεις ασφαλείας που έδωσε στην Ουκρανία με το Μνημόνιο της Βουδαπέστης του 1994, παρότι αυτές δεν δημιουργούν αυτόματη υποχρέωση στρατιωτικής επέμβασης. Οι ΗΠΑ πρέπει να επιδιώξουν ενεργά τη διπλωματία, να διατηρήσουν αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ και να εφαρμόζουν με συνέπεια τις οικονομικές κυρώσεις. Σε συνεργασία με τους συμμάχους τους, πρέπει να επιδιώξουν μια συμφωνία που θα διαφυλάσσει την ουκρανική κυριαρχία, χωρίς να ανταμείβει την επιθετικότητα.
Ο στόχος δεν πρέπει να είναι ένας πόλεμος χωρίς τέλος. Πρέπει να είναι μια διαρκής ειρήνη που θα εμποδίζει τη μετατροπή της στρατιωτικής κατάκτησης σε αποδεκτό μέσο διεθνών σχέσεων. Οι Αμερικανοί έχουν κάθε δικαίωμα να ρωτούν πόσο θα τους κοστίσει η στήριξη της Ουκρανίας. Πρέπει, όμως, να αναρωτηθούν και τι θα κόστιζε η εγκατάλειψη των αρχών που υπερασπίστηκαν στους δύο παγκόσμιους πολέμους. Οι ΗΠΑ δεν έγιναν η ηγετική δύναμη του κόσμου αποδεχόμενες μια διεθνή τάξη όπου η στρατιωτική κατάκτηση καθορίζει την τύχη των εθνών.
Αν η Ρωσία επικρατήσει στην Ουκρανία, οι Αμερικανοί μπορεί να διαπιστώσουν ότι το κόστος της διατήρησης της διεθνούς ειρήνης ήταν πολύ μικρότερο από το κόστος της κατάρρευσής της.


Add comment
Comments