Η Ουάσιγκτον βλέπει πλέον την Κυπριακή Δημοκρατία ως εταίρο ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Λευκωσία αξιοποιεί τη γεωγραφική της θέση για να ενισχύσει τη διεθνή παρουσία της και να αποκτήσει στενότερη σχέση με τις ΗΠΑ. Η νέα προσέγγιση, όμως, συνοδεύεται από κινδύνους για την ισορροπία με την Τουρκία και για την ίδια την Κύπρο.

Από τους Alan Makovsky και Jonah Brody | Foreign Policy
Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Αργώ | Greece2Day
Για δεκαετίες, η αμερικανική πολιτική αντιμετώπιζε την Κύπρο κυρίως ως ένα πρόβλημα που έπρεπε να λυθεί: το Κυπριακό. Την τελευταία δεκαετία, όμως, η σχέση με την Κυπριακή Δημοκρατία διευρύνθηκε. Πλέον περιλαμβάνει άμυνα, στρατιωτική εκπαίδευση, ασκήσεις, διευκολύνσεις σε λιμάνια και αεροπορικές βάσεις, συνεργασία σε κρίσεις και τακτικό στρατηγικό διάλογο.
Η μεταβολή δεν ξεκίνησε μόνο από την Ουάσιγκτον. Η Λευκωσία επιδίωξε ενεργά να αναβαθμίσει τη θέση της, προβάλλοντας τη γεωγραφία της: βρίσκεται στο σταυροδρόμι Ευρώπης και Μέσης Ανατολής, διαθέτει λιμάνια και αεροδρόμια, έχει ενεργειακούς πόρους στην περιοχή και διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με χώρες της ευρύτερης γειτονιάς.
Από την ουδετερότητα στη στενότερη δυτική συνεργασία
Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η Κυπριακή Δημοκρατία ακολουθούσε πολιτική αδέσμευτης ουδετερότητας και διατηρούσε σχέσεις τόσο με τη Δύση όσο και με τη Μόσχα. Η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004 περιόρισε αυτό το περιθώριο ισορροπίας, ενώ η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 επιτάχυνε την απομάκρυνσή της από τη Ρωσία. Σημαντική καμπή ήταν η εκλογή του Νίκου Αναστασιάδη το 2013. Η Λευκωσία επιδίωξε στενότερη σχέση με την Ουάσιγκτον, η οποία αναγνώρισε σταδιακά τη στρατηγική αξία του νησιού. Το 2018 οι δύο χώρες υπέγραψαν δήλωση πρόθεσης για συνεργασία σε θέματα ασφάλειας. Έναν χρόνο αργότερα, η αμερικανική νομοθεσία για την ασφάλεια και την ενέργεια στην Ανατολική Μεσόγειο χαρακτήρισε την Κύπρο "βασικό στρατηγικό εταίρο" και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την αναστολή του αμερικανικού εμπάργκο όπλων.
Το εμπάργκο είχε επιβληθεί το 1987, εν μέρει λόγω της ανησυχίας ότι η στενότερη στρατιωτική σχέση της Ουάσιγκτον με τη Λευκωσία θα επιδείνωνε τις σχέσεις με την Τουρκία. Η αναστολή των περιορισμών επιτρέπει στην Κύπρο να προμηθεύεται αμερικανικό στρατιωτικό υλικό υπό προϋποθέσεις και με ετήσια ανανέωση της σχετικής εξαίρεσης.
Η Κύπρος ως πάροχος ασφάλειας
Η συνεργασία αποτυπώνεται πλέον σε συγκεκριμένες δράσεις. Αμερικανοί και Κύπριοι στρατιωτικοί συμμετέχουν σε κοινή εκπαίδευση, ενώ από το 2022 η Κύπρος συνεργάζεται με την Εθνοφρουρά του Νιου Τζέρσεϊ σε θέματα εκπαίδευσης και αντιμετώπισης καταστροφών. Αμερικανοί πεζοναύτες και μέλη της κυπριακής ομάδας υποβρυχίων επιχειρήσεων έχουν πραγματοποιήσει ασκήσεις θαλάσσιας αντιτρομοκρατίας και επιβίβασης σε πλοία. Παράλληλα, εξετάζονται ή υλοποιούνται αναβαθμίσεις σε στρατιωτικές υποδομές. Η αεροπορική βάση "Ανδρέας Παπανδρέου" στην Πάφο αξιολογήθηκε για να προσεγγίσει πρότυπα του ΝΑΤΟ, ενώ στη ναυτική βάση "Ευάγγελος Φλωράκης" δημιουργήθηκε υποδομή για μεγάλα ελικόπτερα. Η Λεμεσός έχει γίνει συχνός σταθμός πλοίων του αμερικανικού Ναυτικού.
Η Λευκωσία προσφέρει επίσης υπηρεσίες που έχουν άμεση περιφερειακή χρησιμότητα. Το νησί λειτουργεί ως κόμβος για την απομάκρυνση αμάχων από εμπόλεμες περιοχές και έχει διευκολύνει εκκενώσεις από τον Λίβανο και το Ισραήλ. Συνεργάζεται με τον ΟΗΕ για την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα, ενώ το κέντρο CYCLOPS στη Λάρνακα εκπαιδεύει στελέχη από χώρες της περιοχής σε θέματα ασφάλειας, λιμενικού ελέγχου και αντιτρομοκρατίας. Έτσι, η Κύπρος επιδιώκει να εμφανίζεται όχι μόνο ως χώρα που ζητά ασφάλεια, αλλά και ως χώρα που συνεισφέρει στην ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής.
Η σχέση με τις ΗΠΑ ως έμμεση αποτροπή προς την Τουρκία
Για τη Λευκωσία, η στενότερη σχέση με την Ουάσιγκτον έχει και μια επιπλέον διάσταση: λειτουργεί ως έμμεση αποτροπή απέναντι στην Τουρκία. Η τουρκική στρατιωτική παρουσία στο βόρειο τμήμα του νησιού παραμένει η βασική ανησυχία ασφαλείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το 1997, όταν η Κύπρος επιδίωξε να εγκαταστήσει ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα S-300, η Τουρκία απείλησε να τα καταστρέψει. Η κρίση αποκλιμακώθηκε με αμερικανική παρέμβαση και τα συστήματα μεταφέρθηκαν τελικά στην Κρήτη. Το 2024, όταν η Κύπρος αγόρασε το ισραηλινό σύστημα αεράμυνας Barak MX, η Τουρκία προειδοποίησε για συνέπειες, αλλά δεν απείλησε με άμεση στρατιωτική επέμβαση. Η αναπτυσσόμενη σχέση της Κύπρου με τις ΗΠΑ συνέβαλε στη συγκράτηση της αντίδρασης της Άγκυρας.
Ταυτόχρονα, η συνεργασία Κύπρου–ΗΠΑ ενισχύει τους δεσμούς της Λευκωσίας με το Ισραήλ, την Ελλάδα και άλλες χώρες της περιοχής. Η τριμερής συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, με αμερικανική συμμετοχή σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει διευρυνθεί σε πεδία όπως η ενέργεια και η ασφάλεια. Η Τουρκία αντιμετωπίζει με επιφύλαξη αυτή την εξέλιξη.
Τα οφέλη συνοδεύονται από κινδύνους
Η νέα στρατηγική ενέχει κινδύνους και για τις δύο πλευρές. Για τις ΗΠΑ, το ζητούμενο είναι να αξιοποιήσουν τη γεωγραφική θέση και τις υποδομές της Κύπρου, χωρίς η ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της να προκαλέσει νέα ένταση με την Τουρκία. Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να σταθμίζει τις κινήσεις της με βάση τις σχέσεις της με την Άγκυρα. Για τη Λευκωσία, υπάρχει ο κίνδυνος να εμπλακεί σε συγκρούσεις που δεν επιθυμεί. Όσο οι αμερικανικές δυνάμεις εξοικειώνονται περισσότερο με τη χρήση των κυπριακών υποδομών, τόσο πιθανότερο είναι να ζητήσουν τη χρήση τους σε επιχειρήσεις στην περιοχή. Μια στενότερη σχέση μπορεί επίσης να αποδειχθεί ευάλωτη σε αλλαγές της αμερικανικής πολιτικής, αν μια μελλοντική κυβέρνηση επιλέξει πιο απομονωτική στάση.
Η σύγκλιση με το Ισραήλ δημιουργεί πρόσθετη έκθεση. Η επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας–Ισραήλ και η ένταση γύρω από το Ιράν μπορούν να επηρεάσουν την ασφάλεια του νησιού. Για παράδειγμα η επίθεση με drone σε βρετανική βάση στην Κύπρο, τον Μάρτιο του 2026, η οποία αποδόθηκε πιθανότατα στη Χεζμπολάχ. Η εξέλιξη έδειξε ότι το νησί μπορεί να βρεθεί στο στόχαστρο συγκρούσεων στις οποίες δεν συμμετέχει άμεσα.
Η Κύπρος παραμένει εκτός ΝΑΤΟ, δεν φιλοξενεί μόνιμες αμερικανικές βάσεις και δεν διαθέτει επίσημη αμυντική συνθήκη με τις ΗΠΑ. Η διαίρεση του νησιού εξακολουθεί να περιορίζει το εύρος της συνεργασίας.Η Λευκωσία δεν αφήνει πλέον το Κυπριακό να καθορίζει μόνη του τα όρια της εξωτερικής της πολιτικής. Επιδιώκει να μετατρέψει τη γεωγραφική θέση και τη στρατηγική της αξία σε μεγαλύτερη διεθνή επιρροή - γνωρίζοντας, όμως, ότι αυτή η αναβάθμιση απαιτεί λεπτές ισορροπίες.


Add comment
Comments