Με εμπορικό έλλειμμα άνω του €1 δισ. ημερησίως απέναντι στην Κίνα, η Ευρωπαϊκή Ένωση προετοιμάζει νέους περιορισμούς στις εισαγωγές. Η προστασία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας αποκτά προτεραιότητα. Αλλά οι δασμοί και οι ποσοστώσεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την παραγωγικότητα, την καινοτομία και το φθηνότερο ενεργειακό κόστος.

Από τον Ίκαρο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η Ευρώπη αλλάζει εμπορική στρατηγική
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μια από τις σημαντικότερες μεταβολές της οικονομικής της στρατηγικής των τελευταίων δεκαετιών. Στις 16 Οκτωβρίου, μετά την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής συνόδου κορυφής στις Βρυξέλλες, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ανακοίνωσε ότι η Κομισιόν θα προτείνει νέους περιορισμούς στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων.
Οι προτεινόμενες παρεμβάσεις θα επεκτείνονται πέρα από την πρόσφατη συμφωνία ΕΕ–Κίνας για τον περιορισμό των εισαγωγών κινεζικών υβριδικών αυτοκινήτων. Η ευρωπαϊκή ανησυχία δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί.
Το εμπορικό έλλειμμα αγαθών της ΕΕ με την Κίνα υπερβαίνει πλέον το €1 δισ. την ημέρα. Για το 2025 διαμορφώθηκε περίπου στα €360 δισ., ενώ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 είχε ήδη φθάσει τα €200 δισ.
Η Κίνα εξακολουθεί να επεκτείνει την παρουσία της στις διεθνείς αγορές βιομηχανικών προϊόντων, την ώρα που πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλό ενεργειακό κόστος, αυστηρότερες κανονιστικές απαιτήσεις και ασθενή εγχώρια ζήτηση.
Η πολιτική απάντηση φαίνεται να είναι η ενίσχυση των εμπορικών φραγμών. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν πρότεινε να εξεταστούν πρόσθετα μέτρα στους κλάδους των χημικών, των πλαστικών και των σιδηροκραμάτων.
Παράλληλα, η φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε την πρόθεση της Επιτροπής να αναπτύξει έναν μηχανισμό ταχείας αντίδρασης απέναντι σε χώρες που προκαλούν οικονομική ζημία στην ΕΕ, καθώς και νέα εργαλεία περιορισμού της εξάρτησης από συγκεκριμένους προμηθευτές κρίσιμων προϊόντων.
Πρόκειται προς το παρόν για ανακοινωμένες προθέσεις και προτάσεις, όχι για ένα πλήρως εγκεκριμένο νέο καθεστώς περιορισμών.
Η κατεύθυνση, όμως, είναι σαφής: Η Ευρώπη μετακινείται από την επιδίωξη μεγαλύτερης πρόσβασης στις ξένες αγορές προς την ενεργότερη προστασία της δικής της.
Το εμπορικό έλλειμμα δεν είναι από μόνο του η διάγνωση
Η συζήτηση ξεκινά από έναν εντυπωσιακό αριθμό: περισσότερο από €1 δισ. ημερησίως σε εμπορικό έλλειμμα αγαθών με την Κίνα. Είναι όμως αυτό αρκετό για να αποδείξει ότι η Ευρώπη χάνει οικονομικά από το εμπόριο με το Πεκίνο; Όχι απαραίτητα.
Ένα διμερές εμπορικό έλλειμμα δεν αποτελεί από μόνο του μέτρο οικονομικής ευημερίας ή ανταγωνιστικότητας.
Όταν μια ευρωπαϊκή επιχείρηση εισάγει φθηνότερο μηχανολογικό εξοπλισμό, ηλεκτρονικά εξαρτήματα ή πρώτες ύλες από την Κίνα, μπορεί να μειώνει το κόστος παραγωγής της και να ενισχύει την ανταγωνιστικότητά της. Όταν ένα ευρωπαϊκό νοικοκυριό αγοράζει ένα προϊόν σε χαμηλότερη τιμή, αποκτά μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη.
Το γεγονός ότι οι εισαγωγές υπερβαίνουν τις εξαγωγές σε μια συγκεκριμένη διμερή σχέση δεν αποδεικνύει ότι όλες αυτές οι συναλλαγές ζημιώνουν την ευρωπαϊκή οικονομία. Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Η Ευρώπη ανησυχεί ότι χάνει σταδιακά παραγωγική δυναμικότητα σε στρατηγικούς κλάδους και ότι η εξάρτησή της από κινεζικές εφοδιαστικές αλυσίδες γίνεται υπερβολικά μεγάλη.
Πρόκειται για δύο διαφορετικά ζητήματα.
Το πρώτο αφορά την παραγωγικότητα και τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα.
Το δεύτερο αφορά την οικονομική ασφάλεια και τη δυνατότητα της Ευρώπης να αντιμετωπίσει μια γεωπολιτική κρίση ή μια διακοπή εφοδιασμού.
Η σύγχυση αυτών των δύο στόχων μπορεί να οδηγήσει σε κακές οικονομικές αποφάσεις.
Η κινεζική υπερπαραγωγή δεν είναι απλώς αποτέλεσμα αποτελεσματικότητας
Υπάρχει, βεβαίως, ένας σοβαρός λόγος για τον οποίο η Ευρώπη δεν μπορεί να αντιμετωπίζει όλες τις κινεζικές εισαγωγές σαν να προέρχονται από μια αγορά με τους ίδιους κανόνες ανταγωνισμού.
Η κινεζική οικονομία χαρακτηρίζεται από εκτεταμένη κρατική παρέμβαση, βιομηχανική χρηματοδότηση, επιδοτήσεις και πολιτικές που κατευθύνουν επενδύσεις σε επιλεγμένους κλάδους.
Διαβάστε ακόμα: Γιατί θα αποτύχει το πείραμα του Τραμπ με τους δασμούς
Όταν οι κρατικές παρεμβάσεις επιτρέπουν σε επιχειρήσεις να επεκτείνουν την παραγωγή τους χωρίς να αντιμετωπίζουν πλήρως το κόστος κεφαλαίου ή τον κίνδυνο αποτυχίας, μπορεί να δημιουργείται υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: οι επιχειρήσεις αναζητούν αγορές στο εξωτερικό, οι τιμές συμπιέζονται και οι ανταγωνιστές που λειτουργούν χωρίς αντίστοιχη κρατική υποστήριξη αντιμετωπίζουν σοβαρές πιέσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε κινεζικό προϊόν είναι φθηνό επειδή επιδοτείται. Η Κίνα διαθέτει πραγματικά πλεονεκτήματα: τεράστια κλίμακα παραγωγής, ολοκληρωμένες εφοδιαστικές αλυσίδες, υψηλή εξειδίκευση σε ορισμένους κλάδους και σημαντικές τεχνολογικές δυνατότητες.
Η διάκριση έχει σημασία. Άλλο είναι να αντιμετωπίζεις αποδεδειγμένες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Και άλλο να επιβάλλεις περιορισμούς επειδή ένας ξένος παραγωγός κατασκευάζει ένα προϊόν καλύτερα ή φθηνότερα.
Στην πρώτη περίπτωση, τα εμπορικά μέτρα μπορούν να αποτελούν νόμιμη και οικονομικά αιτιολογημένη άμυνα. Στη δεύτερη, μετατρέπονται σε προστασία της εγχώριας αναποτελεσματικότητας.
Η παγίδα του προστατευτισμού
Η λογική των εισαγωγικών περιορισμών είναι πολιτικά ελκυστική. Εάν μια ευρωπαϊκή βιομηχανία αντιμετωπίζει φθηνότερα κινεζικά προϊόντα, η μείωση των εισαγωγών μπορεί να της επιτρέψει να ανακτήσει πωλήσεις, να διατηρήσει θέσεις εργασίας και να προστατεύσει την παραγωγική της βάση.
Αυτό είναι το άμεσο και ορατό όφελος. Το κόστος είναι λιγότερο ορατό. Οι καταναλωτές μπορεί να πληρώνουν υψηλότερες τιμές. Οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν εισαγόμενα εξαρτήματα και πρώτες ύλες μπορεί να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κόστος.
Οι ευρωπαϊκές εξαγωγικές επιχειρήσεις μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με αντίποινα από την Κίνα. Και οι προστατευόμενοι παραγωγοί μπορεί να αποκτήσουν μικρότερα κίνητρα να περιορίσουν το κόστος τους ή να βελτιώσουν τα προϊόντα τους. Έτσι, μια πολιτική που ξεκινά με στόχο τη διάσωση της ανταγωνιστικότητας μπορεί, εάν διατηρηθεί χωρίς όρους, να καταλήξει να την αποδυναμώνει.
Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα σοβαρό όταν τα μέτρα αποκτούν μόνιμο χαρακτήρα. Ένας προσωρινός εμπορικός φραγμός μπορεί να προσφέρει χρόνο για αναδιάρθρωση. Δεν εγγυάται, όμως, ότι η αναδιάρθρωση θα πραγματοποιηθεί. Εάν οι κυβερνήσεις προστατεύουν επιχειρήσεις χωρίς να απαιτούν βελτίωση της παραγωγικότητας, ουσιαστικά μεταφέρουν το κόστος της αναποτελεσματικότητας στους καταναλωτές και στις υπόλοιπες επιχειρήσεις.
Η προστασία μιας βιομηχανίας από τον ανταγωνισμό δεν είναι το ίδιο πράγμα με την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της.
Το πρόβλημα που οι δασμοί δεν μπορούν να λύσουν
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία δεν αντιμετωπίζει μόνο κινεζικό ανταγωνισμό. Αντιμετωπίζει και μια σειρά από εσωτερικά προβλήματα που οι εμπορικοί περιορισμοί δεν μπορούν να διορθώσουν. Το ενεργειακό κόστος παραμένει κρίσιμο για ενεργοβόρους κλάδους όπως τα χημικά, η μεταλλουργία και η παραγωγή βασικών υλικών.
Η πολυπλοκότητα των κανονισμών αυξάνει το διοικητικό κόστος και καθυστερεί τις επενδύσεις. Οι διαφορές μεταξύ των εθνικών αγορών εξακολουθούν να περιορίζουν την αποτελεσματική λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Η χρηματοδότηση των αναπτυσσόμενων επιχειρήσεων παραμένει περισσότερο κατακερματισμένη από ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Και η Ευρώπη δυσκολεύεται να μετατρέψει την επιστημονική έρευνα και τις τεχνολογικές της δυνατότητες σε μεγάλες επιχειρήσεις παγκόσμιας κλίμακας. Κανένα από αυτά τα προβλήματα δεν εξαφανίζεται επειδή επιβάλλεται μια ποσόστωση στις κινεζικές εισαγωγές. Αντιθέτως, υπάρχει ο κίνδυνος οι κυβερνήσεις να θεωρήσουν ότι έχουν αντιμετωπίσει το πρόβλημα επειδή περιόρισαν έναν εξωτερικό ανταγωνιστή.
Η πραγματική μεταρρύθμιση, όμως, είναι δυσκολότερη. Απαιτεί άρση εμποδίων, μείωση γραφειοκρατίας, μεγαλύτερη ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς, καλύτερη λειτουργία των κεφαλαιαγορών και πολιτικές που επιτρέπουν στις παραγωγικότερες επιχειρήσεις να αναπτύσσονται.
Απαιτεί, επίσης, την αποδοχή ότι δεν μπορούν όλες οι σημερινές παραγωγικές δραστηριότητες να διατηρηθούν με την ίδια μορφή και στον ίδιο τόπο.
Η οικονομική πρόοδος περιλαμβάνει και αναδιάρθρωση. Μια βιομηχανική πολιτική που προσπαθεί να διατηρήσει αμετάβλητη την υφιστάμενη παραγωγική δομή κινδυνεύει να χρηματοδοτεί το παρελθόν εις βάρος του μέλλοντος.
Γαλλία και Γερμανία: Μια νέα οικονομική συμμαχία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταβολή της γερμανικής στάσης. Για δεκαετίες, η Γερμανία υπήρξε ένας από τους ισχυρότερους υποστηρικτές του ανοικτού διεθνούς εμπορίου στην Ευρώπη. Η εξαγωγική της βιομηχανία επωφελήθηκε από την παγκοσμιοποίηση και από τη δυνατότητα πρόσβασης στην κινεζική αγορά.
Σήμερα, όμως, η άνοδος των κινεζικών επιχειρήσεων σε κλάδους όπου κυριαρχούσαν ευρωπαϊκοί όμιλοι έχει αλλάξει τους όρους του ανταγωνισμού. Η γαλλογερμανική προσέγγιση για νέα εργαλεία εμπορικής άμυνας αντανακλά αυτή τη μεταβολή. Η Γαλλία παραδοσιακά υποστήριζε πιο ενεργητική βιομηχανική πολιτική και μεγαλύτερη προστασία της ευρωπαϊκής παραγωγής.
Η Γερμανία, αντιμέτωπη πλέον με την πίεση που δέχονται σημαντικοί βιομηχανικοί της κλάδοι, εμφανίζεται περισσότερο πρόθυμη να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Η σύγκλιση των δύο μεγαλύτερων οικονομιών της ΕΕ μπορεί να επιταχύνει σημαντικά τις ευρωπαϊκές αποφάσεις.
Αλλά δημιουργεί και ένα νέο ερώτημα: Θα σχεδιαστεί η ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική για να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της ενιαίας αγοράς ή κυρίως για να προστατεύσει τους μεγάλους υφιστάμενους παραγωγούς της Γαλλίας και της Γερμανίας;
Η διαφορά δεν είναι καθόλου αμελητέα.
Η οικονομική ασφάλεια είναι πραγματικός στόχος - όχι λευκή επιταγή
Υπάρχει ένας τομέας όπου η ευρωπαϊκή ανησυχία είναι απολύτως δικαιολογημένη: η εξάρτηση από έναν περιορισμένο αριθμό προμηθευτών για κρίσιμα προϊόντα και υλικά. Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι η οικονομική αποτελεσματικότητα δεν είναι το μοναδικό κριτήριο για την οργάνωση μιας εφοδιαστικής αλυσίδας.
Η γεωπολιτική ασφάλεια έχει κόστος. Μια χώρα ή μια οικονομική ένωση μπορεί εύλογα να αποδεχθεί υψηλότερο κόστος παραγωγής προκειμένου να εξασφαλίσει την πρόσβαση σε κρίσιμα αγαθά σε περίπτωση κρίσης.
Αυτό, όμως, απαιτεί σαφή ορισμό των στρατηγικών εξαρτήσεων. Δεν είναι κάθε εισαγόμενο προϊόν ζήτημα εθνικής ή ευρωπαϊκής ασφάλειας. Και δεν είναι κάθε εγχώριος παραγωγός στρατηγικής σημασίας. Η αποτελεσματική πολιτική οφείλει να διαχωρίζει τα πραγματικά κρίσιμα προϊόντα από τις συνηθισμένες εμπορικές δραστηριότητες.
Διαφορετικά, ο όρος "στρατηγική αυτονομία" μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως γενική δικαιολογία για επιδοτήσεις, περιορισμούς και προνομιακή μεταχείριση συγκεκριμένων επιχειρήσεων. Η διαφοροποίηση προμηθευτών, η δημιουργία εναλλακτικών αλυσίδων εφοδιασμού και η διατήρηση επαρκών αποθεμάτων μπορούν συχνά να μειώσουν τον κίνδυνο χωρίς να απαιτούν γενικευμένο προστατευτισμό.
Τι σημαίνει η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για την Ελλάδα
Η ελληνική οικονομία επηρεάζεται από αυτή τη μεταβολή με περισσότερους από έναν τρόπους. Από τη μία πλευρά, οι επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται εισαγόμενα κινεζικά προϊόντα ενδέχεται να ωφεληθούν από περιορισμούς που μειώνουν την πίεση στις τιμές. Από την άλλη, πολλές ελληνικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν εισαγόμενο εξοπλισμό, μηχανήματα, ηλεκτρονικά προϊόντα, υλικά και ενδιάμεσα αγαθά.
Εάν οι περιορισμοί αυξήσουν το κόστος αυτών των εισροών, η επίπτωση θα μεταφερθεί στις επενδύσεις και στις τελικές τιμές. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επίδραση σε δραστηριότητες που χρειάζονται εισαγόμενο κεφαλαιουχικό εξοπλισμό για να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους.
Μια μικρότερη οικονομία, όπως η ελληνική, έχει περιορισμένη δυνατότητα να υποκαταστήσει μεγάλο μέρος των εισαγωγών της με εγχώρια παραγωγή. Επομένως, η προστασία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχο όφελος για κάθε κράτος-μέλος.
Η Ελλάδα έχει συμφέρον από μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή παραγωγική βάση. Έχει, όμως, εξίσου ισχυρό συμφέρον από την πρόσβαση σε ανταγωνιστικές τιμές εξοπλισμού, πρώτων υλών και τεχνολογίας. Αυτά τα δύο συμφέροντα δεν ταυτίζονται πάντοτε.
Γι’ αυτό η αξιολόγηση των ευρωπαϊκών εμπορικών μέτρων πρέπει να γίνεται με βάση το συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα και όχι μόνο τον αριθμό των θέσεων εργασίας που προστατεύονται σε συγκεκριμένους κλάδους.
Μια Ευρώπη που προστατεύεται ή μια Ευρώπη που ανταγωνίζεται;
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει βάσιμους λόγους να αντιμετωπίσει τις στρεβλώσεις που δημιουργούν οι κρατικές ενισχύσεις και οι πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού. Έχει επίσης λόγους να μειώσει την εξάρτησή της από την Κίνα σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτοί οι θεμιτοί στόχοι μετατρέπονται σε μια γενικευμένη πολιτική προστασίας της εγχώριας παραγωγής από τον ανταγωνισμό.
Διότι τότε η Ευρώπη κινδυνεύει να επιλέξει τον ευκολότερο πολιτικό δρόμο αντί για τον δυσκολότερο οικονομικό. Είναι ευκολότερο να επιβάλεις περιορισμούς στις εισαγωγές παρά να μειώσεις το ενεργειακό κόστος. Είναι ευκολότερο να επιδοτήσεις έναν μεγάλο βιομηχανικό όμιλο παρά να δημιουργήσεις τις συνθήκες για την ανάπτυξη νέων ανταγωνιστικών επιχειρήσεων.
Είναι ευκολότερο να αποδώσεις τη βιομηχανική υστέρηση στις κινεζικές πρακτικές παρά να αντιμετωπίσεις τις εσωτερικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής οικονομίας. Όμως η μακροχρόνια ανταγωνιστικότητα δεν δημιουργείται με διοικητικές αποφάσεις που περιορίζουν τον αριθμό των ανταγωνιστών.
Δημιουργείται όταν οι επιχειρήσεις μπορούν να παράγουν καλύτερα προϊόντα, με χαμηλότερο κόστος, περισσότερη καινοτομία και αποτελεσματικότερη χρήση κεφαλαίων και ανθρώπινου δυναμικού.
Οι στοχευμένες εμπορικές άμυνες μπορεί να είναι αναγκαίες. Δεν αποτελούν, όμως, υποκατάστατο της οικονομικής μεταρρύθμισης. Και αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα της Ευρώπης.
Θα χρησιμοποιήσει τους νέους εμπορικούς περιορισμούς για να κερδίσει χρόνο ώστε να γίνει παραγωγικότερη;
Ή θα τους χρησιμοποιήσει για να αναβάλει τις αλλαγές που θα την καθιστούσαν πραγματικά ανταγωνιστική;
Στην πρώτη περίπτωση, η εμπορική άμυνα μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας σοβαρής στρατηγικής. Στη δεύτερη, θα γίνει απλώς ένας ακόμη τρόπος να πληρώνουν οι Ευρωπαίοι καταναλωτές το κόστος της ευρωπαϊκής αναποτελεσματικότητας.


Add comment
Comments