Η διαδρομή του πρώτου ETF που ακολούθησε τον S&P 500 περιλαμβάνει φούσκες, βαθιές πτώσεις και ανακάμψεις. Το μάθημα για τους επενδυτές δεν είναι ότι κάθε κρίση είναι εύκολη να αντέξει· είναι ότι η ιστορική ανάκαμψη προϋπέθετε χρόνο, πειθαρχία και ανοχή στις απώλειες.

Από τον Ίκαρο| Συντακτική ομάδα Greece2Day
Τρεις δεκαετίες, πολλές κρίσεις
Το SPDR S&P 500 ETF Trust, γνωστό με το σύμβολο SPY, ξεκίνησε στις 22 Ιανουαρίου 1993. Στόχος του είναι να ακολουθεί, πριν από τα έξοδά του, την πορεία του δείκτη S&P 500. Από τότε, οι επενδυτές του πέρασαν από την κατάρρευση της φούσκας των dot-com, τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και τη βουτιά της πανδημίας. Σε βάθος χρόνου όμως, ο δείκτης ανέκαμψε από αυτές τις πτώσεις και συνέχισε προς υψηλότερα επίπεδα.
Αυτό είναι χρήσιμο ιστορικό προηγούμενο - όχι υπόσχεση ότι η επόμενη ανάκαμψη θα είναι γρήγορη, ομαλή ή δεδομένη. Ένα διάγραμμα πολλών δεκαετιών μπορεί να κάνει τις μεγάλες απώλειες να μοιάζουν μικρές εκ των υστέρων. Για όποιον είχε επενδύσει λίγο πριν από μια κρίση, όμως, η πτώση ήταν πραγματική και η αναμονή για επιστροφή στην αρχική αξία μπορεί να κράτησε χρόνια.
Τι αγοράζει κανείς όταν αγοράζει SPY
Ο S&P 500 δεν εκπροσωπεί ολόκληρη την παγκόσμια αγορά ούτε κάθε αμερικανική επιχείρηση. Περιλαμβάνει περίπου 500 μεγάλες εταιρείες των ΗΠΑ και καλύπτει, σύμφωνα με τον πάροχο του δείκτη, περίπου το 80% της διαθέσιμης χρηματιστηριακής αξίας της αμερικανικής αγοράς. Η στάθμιση γίνεται με βάση την κεφαλαιοποίηση: όσο μεγαλύτερη η χρηματιστηριακή αξία μιας εταιρείας, τόσο περισσότερο επηρεάζει την πορεία του δείκτη.
Άρα, η ιστορική επιτυχία του δείκτη δεν αποδεικνύει ότι όλες οι μετοχές ανεβαίνουν με τον χρόνο. Αντανακλά επίσης τη σύνθεση και την ανανέωσή του: εταιρείες που χάνουν τη θέση τους υποχωρούν, ενώ άλλες αποκτούν μεγαλύτερο βάρος. Και η απόδοση που βλέπει ένας επενδυτής δεν ταυτίζεται πάντα με την πορεία του δείκτη: παίζουν ρόλο τα μερίσματα, τα έξοδα του ETF, η φορολογία και - για επενδυτή με βάση το ευρώ - η ισοτιμία ευρώ – δολαρίου. Τα έξοδα του fund μειώνουν τις αποδόσεις και οι πραγματικές αποδόσεις μπορεί να διαφέρουν από τις δημοσιευμένες.
Η τακτική της σταδιακής επένδυσης
Έχει αξία η τακτική της επένδυσης σταθερού ποσού ανά τακτά διαστήματα, γνωστή ως dollar-cost averaging. Όταν οι τιμές είναι χαμηλότερες, το ίδιο ποσό αγοράζει περισσότερες μερίδες· όταν είναι υψηλότερες, λιγότερες. Για κάποιον που επενδύει σταδιακά από το εισόδημά του, αυτή η συνέπεια μπορεί να περιορίσει τον πειρασμό να περιμένει διαρκώς την "ιδανική" στιγμή.
Υπάρχει, όμως, μια σημαντική διάκριση: άλλο οι τακτικές εισφορές από χρήματα που αποκτώνται με τον χρόνο και άλλο η σταδιακή τοποθέτηση ενός ποσού που είναι ήδη διαθέσιμο. Στις περισσότερες ιστορικές περιπτώσεις, η άμεση επένδυση του εφάπαξ ποσού είχε υψηλότερη μακροπρόθεσμη απόδοση. Η σταδιακή τοποθέτηση μπορεί παρ’ όλα αυτά να βοηθήσει όσους δυσκολεύονται να αντέξουν τον κίνδυνο να επενδύσουν όλο το ποσό λίγο πριν από μια πτώση· δεν εγγυάται κέρδος ούτε προστατεύει από ζημιές.
Η πειθαρχία βοηθά - αλλά δεν εξαφανίζει τον κίνδυνο
Σημαντικό είναι να ακούει κανείς τις προειδοποοιήσεις κατά της απόφασης πανικού. Η πώληση μετά από μεγάλη πτώση μπορεί να μετατρέψει μια προσωρινή απώλεια στην τιμή της αγοράς σε οριστική ζημιά για τον συγκεκριμένο επενδυτή. Από την άλλη, το "αγοράζω και κρατώ" έχει νόημα μόνο εφόσον το χαρτοφυλάκιο ταιριάζει στον χρονικό ορίζοντα και στην οικονομική αντοχή του επενδυτή. Κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι θα παραμείνει επενδυμένος αν χρειαστεί τα χρήματα στη μέση μιας βαθιάς ύφεσης.
Τα 33 χρόνια του SPY δείχνουν ότι ένας ευρύς δείκτης μεγάλων αμερικανικών εταιρειών έχει ιστορικά ανακάμψει από σοβαρές κρίσεις. Δεν αποδεικνύουν ότι κάθε επενδυτής θα κερδίσει, ότι κάθε αγορά θα ακολουθήσει την ίδια πορεία ή ότι η αναμονή είναι εφικτή για όλους.


Add comment
Comments