Οι πολλοί όμηροι των λίγων

Published on July 20, 2026 at 3:32 PM

Στην Ελλάδα αρκούν μερικές εκατοντάδες καλά οργανωμένα άτομα για να κρατήσουν ομήρους εκατομμύρια.

Ένας κλειστός επαγγελματικός κλάδος, μια συνδικαλιστική ηγεσία, μερικοί τοπικοί παράγοντες ή μια αλυσίδα προσφυγών μπορούν να παγώσουν μια επένδυση, να αδειάσουν έναν νόμο από το περιεχόμενό του και να μεταθέσουν μια μεταρρύθμιση για την επόμενη κυβέρνηση.

Οι πολλοί μπορεί να περιμένουν την αλλαγή χρόνια. Έχουν δουλειές, παιδιά, υποχρεώσεις, λογαριασμούς και μια καθημερινότητα που πρέπει να συνεχιστεί.

Οι λίγοι έχουν έναν σκοπό: να μη χάσουν αυτό που κρατούν. Οργανώνονται, πιέζουν βουλευτές, κλείνουν δρόμους, εμφανίζονται στα κανάλια, προσφεύγουν στα δικαστήρια και υπόσχονται πολιτικό κόστος σε όποιον τολμήσει να τους αγγίξει.

Συνήθως κερδίζουν, γιατί το όφελος της ακινησίας συγκεντρώνεται στους ίδιους, ενώ το κόστος σκορπίζεται σε εκατομμύρια ανθρώπους.

Εκείνος που κινδυνεύει να χάσει ένα προστατευμένο εισόδημα χιλιάδων ευρώ θα κινητοποιήσει όλο τον κλάδο του. Ο πολίτης που θα γλιτώσει δέκα ευρώ τον μήνα από το άνοιγμα μιας αγοράς δύσκολα θα αφήσει τη δουλειά του για να διαδηλώσει υπέρ της μεταρρύθμισης.

Ο πρώτος γνωρίζει ακριβώς τι χάνει. Ο δεύτερος συνήθως αγνοεί ακόμη και τι πληρώνει.

Για χρόνια, το καθαρότερο παράδειγμα ήταν ο συνδικαλιστικός φορέας των εργαζομένων στη ΔΕΗ, η ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ. Στις μεγάλες συγκρούσεις της με τις κυβερνήσεις και τις διοικήσεις της ΔΕΗ, η απειλή ήταν γνωστή: μονάδες θα έβγαιναν εκτός λειτουργίας και η χώρα θα μετρούσε διακοπές ρεύματος.

Το 2011, ενώ η απεργία βρισκόταν σε εξέλιξη, μονάδες βγήκαν εκτός συστήματος και η χώρα μπήκε σε περικοπές ηλεκτροδότησης.

Μερικές χιλιάδες εργαζόμενοι κρατούσαν το χέρι στον διακόπτη που έδινε ρεύμα στα σπίτια, στα εργοστάσια και σε ολόκληρη την οικονομία. Τα αιτήματά τους μπορεί κάθε φορά να είχαν μικρότερη ή μεγαλύτερη βάση. Η πραγματική τους ισχύς προερχόταν από τη ζημιά που μπορούσαν να προκαλέσουν σε όλους τους υπόλοιπους.

Όσο μεγαλύτερο το κομμάτι της κοινωνίας που μπορείς να ταλαιπωρήσεις, τόσο πιο σοβαρά σε παίρνει το κράτος.

Ο νομοταγής πολίτης που πηγαίνει κανονικά στη δουλειά του, πληρώνει τους φόρους του και δεν απειλεί κανέναν βρίσκεται πάντα τελευταίος στη σειρά. Δεν έχει τρόπο να τρομάξει την κυβέρνηση. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να πληρώσει.

Παρόμοια ήταν για δεκαετίες η κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας. Μέσα σε μία δεκαετία καταγράφηκαν στην πρωτεύουσα περίπου 45.000 συγκεντρώσεις και πορείες. Ανάμεσά τους υπήρχαν πολλές ολιγάριθμες συγκεντρώσεις εκατό ανθρώπων ή και λιγότερων, οι οποίες μπορούσαν να κλείσουν κεντρικούς δρόμους και να κάνουν απροσπέλαστη τη μισή πόλη.


Εκατό άνθρωποι αποκτούσαν δωρεάν προβολή και ισχυρό μέσο πίεσης. Χιλιάδες εργαζόμενοι καθυστερούσαν στη δουλειά, επαγγελματίες έχαναν πελάτες, καταστήματα άδειαζαν και οδηγοί έλιωναν μέσα στην κίνηση.

Το δικαίωμα στη διαμαρτυρία είναι αυτονόητο. Η δυνατότητα εκατό διαδηλωτών να ακινητοποιούν δεκάδες χιλιάδες άλλους είχε γίνει εθιμικό προνόμιο.

Το αίτημα ήταν ιδιωτικό. Η ζημιά κοινωνικοποιημένη.

Για την πολιτεία ήταν ευκολότερο να παραδοθεί σε εκατό αποφασισμένους ανθρώπους παρά να εξηγήσει σε εκατομμύρια σιωπηλούς γιατί πλήρωναν ξανά τον λογαριασμό.

Ο άνθρωπος που θα ωφεληθεί σε πέντε χρόνια από μια επένδυση σήμερα είναι άγνωστος. Μπορεί να είναι ένας νέος μηχανικός, ένας μικρός προμηθευτής ή μια οικογένεια που θα ζήσει από εισόδημα το οποίο ακόμη δεν υπάρχει.

Ο τοπικός παράγοντας που εμφανίζεται με αρκετές ψήφους στο χέρι έχει όνομα, τηλέφωνο και πρόσβαση. Κλείνει ραντεβού και διαθέτει τις κομματικές διασυνδέσεις που θα βαφτίσουν το προσωπικό του συμφέρον κοινωνική αγωνία.

Ο υπουργός υπολογίζει πολύ περισσότερο τον δεύτερο.

Έτσι οι κυβερνήσεις ξεκινούν με μεγάλες μεταρρυθμίσεις και καταλήγουν να πανηγυρίζουν για ρυθμίσεις που αφήνουν σχεδόν ανέγγιχτη την πραγματικότητα. Το σχέδιο ψαλιδίζεται, ο νόμος γεμίζει εξαιρέσεις και η εφαρμογή μετατίθεται.

Η μεταρρύθμιση επιβιώνει στον τίτλο του δελτίου Τύπου. Η κυβέρνηση δηλώνει ότι προχώρησε, οι αντιδρώντες ότι την ανάγκασαν να υποχωρήσει και ο πολίτης μένει με την υπόσχεση πως η πραγματική αλλαγή θα γίνει την επόμενη φορά.

Κάθε υποχώρηση επιβεβαιώνει ότι η μέθοδος αποδίδει. Η επόμενη οργανωμένη ομάδα μαθαίνει ότι ο νόμος είναι μόνο η αρχή του παζαριού.

Η επένδυση που δεν έγινε και η δουλειά που δεν δημιουργήθηκε σπάνια εμφανίζονται ως ζημιά. Μένουν οι χαμηλοί μισθοί, η ακριβή καθημερινότητα και οι νέοι που φεύγουν.

Πιο δύσκολο είναι όμως να παραδεχτούμε ότι η χώρα μας συχνά αδυνατεί να πάρει μια απόφαση και ακόμη περισσότερο να την εφαρμόσει μέχρι τέλους. Η καθυστέρηση έχει γίνει φόρος για την κοινωνία χωρίς όμως έσοδα για το κράτος.

Τον πληρώνουν οι εργαζόμενοι, οι καταναλωτές, οι επιχειρήσεις και τα παιδιά μας. Το κράτος εισπράττει μηδέν. Οι οργανωμένες μειοψηφίες κρατούν τα κεκτημένα τους και το πολιτικό σύστημα παίρνει ανάσα επειδή απέφυγε άλλη μία δύσκολη απόφαση.

Η διαφωνία είναι δικαίωμα. Η μόνιμη ομηρία της κοινωνίας είναι προνόμιο που χάρισε το πολιτικό σύστημα σε όσους έμαθαν να προκαλούν τη μεγαλύτερη ζημιά.

Η πολιτεία πρέπει να ακούει τους πάντες. Κάποια στιγμή όμως η συζήτηση οφείλει να τελειώνει. Η πολιτεία να αποφασίζει και να εφαρμόζει τον νόμο. Διαφορετικά, θα έχουμε μετατρέψει τον εκβιασμό σε θεσμό.

Σήμερα οι πολιτικοί φοβούνται περισσότερο εκείνον που μπορεί να κλείσει τον δρόμο, το λιμάνι ή τον διακόπτη από εκείνους που θα πληρώσουν τη ζημιά. Ο πρώτος έχει μάθει να απειλεί. Οι άλλοι έχουν μάθει να πληρώνουν.

Οι λίγοι απέκτησαν το βέτο τους επειδή οι πολλοί αρκέστηκαν να μένουν σιωπηλοί.

Και όποιος πληρώνει σιωπηλός, στο τέλος κυβερνιέται από εκείνον που φωνάζει.

 

Άγης Βερούτης (Capital.gr)

Add comment

Comments

There are no comments yet.