Η Ευρώπη απέναντι στους νοσταλγούς του ναζισμού

Published on September 8, 2026 at 1:06 PM

Οι εκλογές στη Σαξονία - Ανχαλτ ήταν η αρχή μιας σειράς από εκλογικές αναμετρήσεις στο πλαίσιο των οποίων θα κληθούν στις κάλπες οι μισοί πολίτες της Ευρώπης: οι Σουηδοί ψηφίζουν στις 13 Σεπτεμβρίου, ενώ την επόμενη χρονιά εκλογές θα διεξαχθούν επίσης στη Γαλλία, την Ισπανία, την Πολωνία, την Ελλάδα και την Ιταλία. Αναπόφευκτα η συντριπτική νίκη του AfD στη Σαξονία-Ανχαλτ φέρνει την ΕΕ σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι.

Από το Protagon Team | Protagon.gr

Επικράτησαν εκείνοι που θέλουν να βάλουν τέλος στην κουλτούρα μνήμης του Ολοκαυτώματος, πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η μεταπολεμική δημοκρατία στη Γερμανία· εκείνοι που χαρακτηρίζουν τον χιτλερισμό ως μια "κουτσουλιά" σε περισσότερα από χίλια χρόνια γερμανικής ιστορίας· εκείνοι που νοσταλγούν τον ναζισμό και επιθυμούν να τα βρουν με τον Πούτιν. Η συντριπτική νίκη του ακροδεξιού AfD στις εκλογές της περασμένης Κυριακής στη Σαξονία-Ανχαλτ είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια περιφερειακή πολιτική ανατροπή.

Καταρχάς αποτελεί βαρύτατο πλήγμα για τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς και τους Χριστιανοδημοκράτες του και, κατ’ επέκταση, για το ευρύτερο πολιτικό Kέντρο της Γερμανίας - ακόμη και εάν το ακροδεξιό κόμμα δεν καταφέρει, τελικά, να σχηματίσει κυβέρνηση στο ανατολικό κρατίδιο.

Το αποτέλεσμα, όμως, μπορεί να έχει συνέπειες για ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του στην La Repubblica ο Πάολο Τζεντιλόνι. Σύμφωνα με τον κεντροαριστερό πρώην πρωθυπουργό της Ιταλίας (και πρώην επίτροπο για την Οικονομία στην πρώτη Ευρωπαϊκή Επιτροπή της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν) μπροστά σε αυτό το αποτέλεσμα, οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις, στο Βερολίνο και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, μπορούν να αντιδράσουν με δύο πολύ διαφορετικούς τρόπους: είτε να επιχειρήσουν να αναχαιτίσουν την άνοδο του εθνικιστικού εξτρεμισμού, υιοθετώντας μέρος της ρητορικής του, με την ελπίδα ότι θα τον τιθασεύσουν, είτε να επαναφέρουν στο προσκήνιο την ιδέα μιας πιο ολοκληρωμένης και ισχυρής Ευρώπης, ικανής να προσφέρει στους πολίτες ασφάλεια – καταρχήν οικονομική και κοινωνική αλλά και από τις όποιες έξωθεν απειλές.

Πώς θα κυβερνηθεί, τελικά, το ανατολικό κρατίδιο των περίπου δύο εκατομμυρίων κατοίκων (οι οποίοι είναι οι γηραιότεροι και οι πιο φτωχοί της Γερμανίας) θα φανεί τις επόμενες ημέρες. Το πολιτικό σοκ, ωστόσο, είναι τεράστιο, καθώς κυρίαρχη πολιτική δύναμη είναι ένα ριζοσπαστικά εθνικιστικό και νοσταλγικό κόμμα, οι ιδεολογικοί καθοδηγητές του οποίου εξυμνούν τη γερμανική υπερηφάνεια, καλώντας τους πολίτες να μιλάνε "λιγότερο για τον Χίτλερ και περισσότερο για τον Μπίσμαρκ"· ένα εξτρεμιστικό κόμμα που τάσσεται υπέρ της απέλασης των μεταναστών αλλά και της κατάργησης των ανεμογεννητριών· ένα κόμμα που διάκειται ανησυχητικά φιλικά απέναντι στη Ρωσία του Πούτιν· ένα κόμμα που οι δημοσκοπήσεις το φέρουν να διατηρεί το προβάδισμα στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων και σε ομοσπονδιακό επίπεδο.

Οσο για τον ευρωπαϊκό αντίκτυπο αυτής της ανησυχητικής πρωτιάς της γερμανικής ακροδεξιάς, ο Τζεντιλόνι σημειώνει καταρχάς πως οι εκλογές στη Σαξονία - Ανχαλτ ήταν μόνο η πρώτη μιας σειράς από εκλογικές αναμετρήσεις στο πλαίσιο των οποίων θα κληθούν στις κάλπες οι μισοί από τους πολίτες της Ευρώπης: οι Σουηδοί ψηφίζουν την επόμενη Κυριακή, 13η Σεπτεμβρίου, ενώ την επόμενη χρονιά εκλογές θα διεξαχθούν επίσης στη Γαλλία, την Ισπανία, την Πολωνία, την Ελλάδα και την Ιταλία. Αναπόφευκτα η συντριπτική νίκη του AfD στη Σαξονία - Ανχαλτ φέρνει την Ευρωπαϊκή Ενωση σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι ενώ μπροστά της ανοίγονται δύο δρόμοι.


Η υποχώρηση και ο «light εθνικισμός»

Ο πρώτος δρόμος - ο "επικίνδυνος" σύμφωνα με τον ιταλό πολιτικό - είναι η υποχώρηση: μπροστά στην άνοδο της εθνικιστικής ακροδεξιάς - όχι μόνο στη Γερμανία - οι πιο συντηρητικές δυνάμεις της τρέχουσας φιλοευρωπαϊκής πλειοψηφίας (το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, οι Σοσιαλιστές, οι Φιλελεύθεροι και οι Πράσινοι) θα μπορούσαν να επιλέξουν να παρουσιάσουν ως ρεαλιστική επιλογή το να βάλουν λίγο νερό στο κρασί τους, καταλήγοντας ακόμη και σε κάποιου είδους συνεννόηση.

Θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να υποστηρίξουν πως στις χώρες που πρόκειται να στηθούν κάλπες, οι δυνάμεις της εθνικιστικής ακροδεξιάς δεν τάσσονται πλέον υπέρ της εξόδου από την ΕΕ ή το ευρώ: εχθρός τους είναι ο "Λεβιάθαν των Βρυξελλών" ενώ αυτό που επιδιώκουν ουσιαστικά είναι απλώς να επιστρέψουν στο επίκεντρο τα εθνικά συμφέροντα του κάθε κράτους-μέλους. Παρομοίως θα μπορούσε να υποστηριχθεί ακόμη και πως τα ακροδεξιά κόμματα δεν τάσσονται ούτε κατά της Ουκρανίας· θέλουν, απλώς, να τερματιστεί η οικονομική και στρατιωτική υποστήριξή της - δεδομένου ότι το βάρος το επωμίζονται οι ευρωπαίοι πολίτες - και να μπει ένα τέλος στη δαιμονοποίηση του Πούτιν, με τον οποίο αργά η γρήγορα η Ευρώπη θα πρέπει να τα βρει.

Με λίγα λόγια ο δρόμος αυτός οδηγεί σε ένα είδος "light εθνικισμού", όπως το θέτει ο ιταλός πρώην πρωθυπουργός, σε ένα εθνικισμό ο οποίος διαφοροποιείται μεν από την ακροδεξιά αλλά ταυτόχρονα συμπλέει μαζί της σε διάφορα θέματα, με πρώτο το μεταναστευτικό. Οι Χριστιανοδημοκράτες του Μερτς εξακολουθούν να αντιστέκονται στον πειρασμό να συνεργαστούν με την ακροδεξιά, ωστόσο το λεγόμενο "τείχος προστασίας" που κρατούσε τις ακροδεξιές δυνάμεις μακριά από την εξουσία τρίζει εδώ και πολύ καιρό, με τον Τζεντιλόνι να θυμίζει πως το κόμμα της Τζόρτζα Μελόνι, η κυβέρνηση της οποίας είναι η μακροβιότερη της Ιταλίας από τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι ένα ακροδεξιό και εθνικιστικό κόμμα.

Η εναλλακτική επιλογή

Υπάρχει, όμως, εναλλακτική επιλογή σε αυτόν τον "light εθνικισμό" και είναι η ανοιχτή - κατά μέτωπο - αντιμετώπιση της ανόδου του εθνικιστικού εξτρεμισμού μέσω της επαναφοράς στο προσκήνιο του στόχου για μια κοινή ευρωπαϊκή κυριαρχία. "Στα ταραγμένα νερά του σημερινού κόσμου, μόνο μια ισχυρότερη Ευρώπη μπορεί να αντιμετωπίσει την εχθρότητα της Ρωσίας και την αποστασιοποίηση της Αμερικής, των δύο μεγάλων δυνάμεων που, καθεμία με τον δικό της τρόπο, επιδιώκουν να διαλύσουν την ΕΕ και υπολογίζουν να το πετύχουν στηριζόμενες στις εθνικιστικές δυνάμεις της Ευρώπης", γράφει ο Τζεντιλόνι.

Πώς, όμως, μπορεί η Ευρώπη να καταστεί ισχυρότερη; Η δημιουργία μιας κοινής ευρωπαϊκής άμυνας, η τόνωση της ανταγωνιστικότητας, η κατάργηση του δικαιώματος βέτο, η χρηματοδότηση κοινών ευρωπαϊκών αγαθών, η ενίσχυση των σχέσεων με τις μεσαίες δυνάμεις του κόσμου και η επίτευξη μιας δίκαιης ειρήνης στην Ουκρανία είναι τα πιο κρίσιμα από τα πολλά μέτωπα της πρόκλησης που καλούνται να αντιμετωπίσουν άμεσα η ΕΕ και τα κράτη - μέλη της.

Όλα αυτά συζητούνται εδώ και πολύ καιρό και όλοι γνωρίζουν και συμφωνούν - περισσότερο από κάθε άλλη φορά - τι πρέπει να γίνει. Αυτό που ενδεχομένως δεν έχει γίνει ακόμη κατανοητό είναι πως αυτή η πρόκληση δεν είναι μια δευτερεύουσα υπόθεση που θα απασχολεί τους ειδικούς στο περιθώριο των όποιων εκλογικών αναμετρήσεων θα διεξαχθούν φέτος και του χρόνου ανά την ευρωπαϊκή επικράτεια.

Πρόκειται για το πλέον καθοριστικό ζήτημα για το μέλλον της ΕΕ και των κρατών της και οι πρώτοι που θα σπεύσουν να το επιβάλουν στο δημόσιο διάλογο θα είναι οι εχθροί της Ευρώπης. Για αυτό οι φίλοι της πρέπει να αρχίσουν να μιλούν με πιο δυνατή και, κυρίως, ξεκάθαρη, φωνή όσον αφορά το τι διακυβεύεται

Add comment

Comments

There are no comments yet.