Όποιος πιστεύει πως η υποχώρηση του πληθωρισμού σημαίνει και "αυτόματη" μείωση τιμών, θα απογοητευτεί. Ένα προϊόν που ανατιμήθηκε από τα 100 στα €130 δεν επιστρέφει στην αρχική τιμή, επειδή σταματά να ακριβαίνει.

Από τον Πέτρο Λάζο | Capital.gr
Η πραγματική αγοραστική δύναμη δεν εξαρτάται μόνο από τον πληθωρισμό, αλλά από τη σχέση των τιμών με τα διαθέσιμα εισοδήματα. Κι αυτή ακριβώς η διαφορά παραβλέπεται συστηματικά στην δημόσια συζήτηση. Η ακρίβεια φυσικά δεν αποτελεί ελληνική αποκλειστικότητα. Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, οι ενεργειακές ανατιμήσεις και οι ακριβότερες διεθνείς μεταφορές πιέζουν ολόκληρη την Δύση. Τον Σεπτέμβριο ο εναρμονισμένος πληθωρισμός έφτασε στην Ελλάδα στο 5,1%, έναντι προκαταρκτικής εκτίμησης 3,8% στην Ευρωζώνη. Στον εθνικό δείκτη όμως, οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν μόλις 0,6% σε ετήσια βάση, ενώ το πετρέλαιο κίνησης ανατιμήθηκε 38,8% και ο ηλεκτρισμός 15%. Αυτό δεν σημαίνει πως έγιναν ξαφνικά φθηνά τα τρόφιμα. Απλώς η νέα πληθωριστική πίεση προέρχεται κυρίως από εξωτερικές αιτίες (ενέργεια, εφοδιαστική αλυσίδα), ενώ οι προηγούμενες ανατιμήσεις εξακολουθούν να επιβαρύνουν τα νοικοκυριά.
Το πρόβλημα είναι βαθύτερο από μια ακόμη αύξηση στο πρατήριο. Το ντίζελ κινεί τις μεταφορές, την αγροτική παραγωγή και τα μηχανήματα έργων. Το ηλεκτρικό ρεύμα επιβαρύνει τη μεταποίηση, την ψύξη και την αποθήκευση. Λιπάσματα, ζωοτροφές και συσκευασίες εξαρτώνται από διεθνείς αγορές πρώτων υλών. Η ανατίμηση κάθε συντελεστή μεταφέρεται, ανάλογα με τη συμμετοχή του στο συνολικό κόστος, στις επόμενες παραγωγικές δραστηριότητες. Βέβαια, αύξηση 40% στο καύσιμο δεν σημαίνει αντίστοιχη αύξηση στην τιμή του προϊόντος. Η τελική επίδραση εξαρτάται από το πραγματικό ενεργειακό κόστος, την παραγωγικότητα και τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να απορροφήσουν μέρος της επιβάρυνσης.
Διαβάστε ακόμα: Είναι αποκλειστικά Ελληνικός ο πληθωρισμός;
Εδώ όμως εμφανίζεται η ελληνική ιδιαιτερότητα. Ο κατακερματισμός της παραγωγής, οι περιορισμένες οικονομίες κλίμακας και οι αδυναμίες της εφοδιαστικής αλυσίδας αυξάνουν το κόστος, ενώ ο ανεπαρκής ανταγωνισμός σε ορισμένες αγορές δυσκολεύει τη μεταφορά των μειώσεων στον καταναλωτή. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει ήδη εντοπίσει ασύμμετρη μετακύλιση τιμών στα πετρελαιοειδή, ιδιαίτερα στο στάδιο της διύλισης. Οι αυξήσεις περνούν ευκολότερα στις τιμές από τις αντίστοιχες μειώσεις. Όχι απαραίτητα επειδή υπάρχει παράνομη συνεννόηση, αλλά επειδή η περιορισμένη ανταγωνιστική πίεση επιτρέπει τη διατήρηση υψηλότερων περιθωρίων. Αντίθετα, μια επιχείρηση που κινδυνεύει να χάσει πελάτες από φθηνότερους ανταγωνιστές έχει ισχυρότερο κίνητρο να μειώσει τις τιμές της.
Η κυβέρνηση δεν έμεινε αδρανής. Η επιδότηση του ντίζελ, στα 15 λεπτά ανά λίτρο για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου, με επανεξέταση ανά δεκαπενθήμερο, προσφέρει προσωρινή ελάφρυνση. Η εθελοντική πρωτοβουλία μείωσης τιμών ξεκίνησε με 1.740 προϊόντα και ανακοινωμένη μέση μείωση 9,5%. Και τα δύο μέτρα έχουν χρησιμότητα, αλλά διαφορετικούς περιορισμούς. Η επιδότηση μεταφέρει μέρος του κόστους από τον καταναλωτή στον κρατικό προϋπολογισμό, χωρίς να το εξαλείφει. Οι εθελοντικές εκπτώσεις αφορούν επιλεγμένους κωδικούς, όχι το σύνολο των οικογενειακών δαπανών. Επομένως, η επιτυχία αυτών των μέτρων δεν πρέπει να μετριέται με τα ποσά που διατίθενται ή τον αριθμό των εκπτώσεων, αλλά με την πραγματική εξοικονόμηση και τη διάρκειά της. Χωρίς τέτοιον απολογισμό, απλά η προσωρινή ανακούφιση παρουσιάζεται ως μόνιμη λύση.
Βραχυπρόθεσμα, οι ενεργειακές ενισχύσεις μπορούν να συνδεθούν με προκαθορισμένα όρια τιμών και συγκεκριμένα εισοδηματικά ή παραγωγικά κριτήρια. Έτσι περιορίζεται η επιβάρυνση εκείνων που πλήττονται περισσότερο, χωρίς να επιδοτείται αδιακρίτως κάθε κατανάλωση. Ταυτόχρονα, απαιτείται ουσιαστικός έλεγχος της μετακύλισης των τιμών, από την εισαγωγή και τη διύλιση μέχρι τον τελικό καταναλωτή. Τα ηλεκτρονικά τιμολόγια, σε συνδυασμό με στοιχεία πραγματικού κόστους, μπορούν να αποκαλύπτουν ασυνήθιστες αυξήσεις περιθωρίων και να επιτρέπουν στοχευμένες παρεμβάσεις. Χρειάζεται όμως διάκριση μεταξύ πραγματικής κερδοφορίας και απλής διαφοράς τιμών. Η δεύτερη δεν αποδεικνύει από μόνη της αισχροκέρδεια.
Παράλληλα, η διευκόλυνση εισόδου νέων προμηθευτών στην αγορά καυσίμων, με ευκολότερη πρόσβαση σε αποθηκευτικές εγκαταστάσεις και εξορθολογισμό των περιορισμών στις εισαγωγές, θα μπορούσε να ενισχύσει τον ανταγωνισμό. Χωρίς φυσικά να παραβιάζονται οι υποχρεώσεις ασφάλειας και διατήρησης αποθεμάτων. Πρόκειται για παρέμβαση που στοχεύει στην ίδια τη διαμόρφωση των τιμών και όχι απλώς στην επιδότηση των συνεπειών τους.
Μεσοπρόθεσμα, προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στη μείωση του κόστους πρώτων υλών, παραγωγής και διανομής. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι αγροτικοί παραγωγοί, με τα κατάλληλα κίνητρα, μπορούν να οργανώσουν συλλογικές προμήθειες, κοινές εγκαταστάσεις αποθήκευσης και ψύξης, ηλεκτρονικές μειοδοσίες μεταφορών και αποτελεσματικότερο συντονισμό των φορτηγών, περιορίζοντας τα ζημιογόνα δρομολόγια. Η συνεργασία αυτή δημιουργεί οικονομίες κλίμακας χωρίς υποχρεωτικές συγχωνεύσεις. Επιπλέον, συλλογικές μακροχρόνιες συμβάσεις προμήθειας ενέργειας και πρώτων υλών μπορούν να περιορίσουν την έκθεση στις απότομες διακυμάνσεις, όχι απαραίτητα να εξασφαλίσουν πάντοτε τη χαμηλότερη τιμή. Οι επενδυτικές ενισχύσεις πρέπει να συνδέονται με μετρήσιμη εξοικονόμηση ανά μονάδα προϊόντος. Διαφορετικά, επιδοτείται ο εξοπλισμός, όχι η παραγωγικότητα.
Μακροπρόθεσμα, η ουσιαστική αντιμετώπιση απαιτεί μικρότερη ενεργειακή εξάρτηση και μεγαλύτερη παραγωγική αποτελεσματικότητα. Σύγχρονα ηλεκτρικά δίκτυα, αποθήκευση ενέργειας, καλύτερες μεταφορικές υποδομές, τεχνολογικός εκσυγχρονισμός και ευκολότερη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων μπορούν να μειώσουν σταδιακά το κόστος. Αλλά οι ανανεώσιμες πηγές δεν κάνουν αυτομάτως φθηνότερο το πετρέλαιο κίνησης. Χρειάζεται παράλληλα περιορισμός της κατανάλωσης καυσίμων ανά μεταφερόμενο προϊόν και πραγματική αύξηση της αποδοτικότητας. Η ίδια λογική ισχύει για την εργασία: βιώσιμη βελτίωση των πραγματικών μισθών προϋποθέτει υψηλότερη παραγωγικότητα, χωρίς αυτό να αποκλείει τη δικαιότερη κατανομή των οικονομικών ωφελειών.
Όλα αυτά απαιτούν δημοσιονομική πειθαρχία. Οι προσωρινές ενισχύσεις χρειάζονται προκαθορισμένη διάρκεια, ενώ οι δημόσιοι και ευρωπαϊκοί πόροι πρέπει να κατευθύνονται σε επενδύσεις που αποδεδειγμένα μειώνουν το κόστος. Μόνιμες δαπάνες χωρίς εξασφαλισμένη χρηματοδότηση θα δημιουργήσουν μόνο νέα προβλήματα, χωρίς να αντιμετωπίζουν τις αιτίες της ακρίβειας.
Το διακύβευμα δεν είναι μόνο οικονομικό. Όσο οι ανατιμήσεις απορροφούν μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων, περιορίζεται η κατανάλωση, πιέζονται οι μικρότερες επιχειρήσεις και διευρύνονται οι ανισότητες. Όσοι διαθέτουν ισχυρή τιμολογιακή θέση προστατεύονται ευκολότερα, ενώ μισθωτοί και συνταξιούχοι έχουν πολύ μικρότερα περιθώρια αντίδρασης.
Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται οριστικά όταν αλλάζει εκείνος που πληρώνει μέρος του λογαριασμού. Αντιμετωπίζεται όταν μειώνεται το πραγματικό κόστος παραγωγής και διανομής, ενισχύεται ο ανταγωνισμός και αυξάνεται η αγοραστική δύναμη. Διαφορετικά, οι επιδοτήσεις θα συνεχίσουν να ανακουφίζουν προσωρινά, αφήνοντας τις ίδιες αδυναμίες να προετοιμάζουν το έδαφος για την επόμενη κρίση.


Add comment
Comments