Η βρετανική οικονομία βρίσκεται εδώ και χρόνια παγιδευμένη σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλής ανάπτυξης, υπερφορολόγησης και διογκούμενων κρατικών δαπανών. Παρά τις εναλλαγές κυβερνήσεων και τις διαρκείς υποσχέσεις για “νέα αρχή”, η πραγματικότητα για εκατομμύρια Βρετανούς παραμένει σκληρή: οι μισθοί πιέζονται, το κόστος ζωής αυξάνεται και η παραγωγικότητα της χώρας συνεχίζει να υποχωρεί.
Σήμερα, ολοένα και περισσότεροι οικονομικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο κινδυνεύει να εισέλθει σε μια νέα περίοδο βαθιάς δημοσιονομικής αστάθειας, με τις αγορές να χάνουν σταδιακά την εμπιστοσύνη τους απέναντι στο πολιτικό σύστημα της χώρας.
Δύο δεκαετίες οικονομικής στασιμότητας
Η κρίση δεν ξεκίνησε με την κυβέρνηση των Εργατικών. Πολλοί στη Βρετανία θεωρούν ότι η παρακμή της οικονομίας είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που ακολουθήθηκαν επί δεκαετίες, τόσο από τους Συντηρητικούς όσο και από τους Εργατικούς.
Κατά τη διάρκεια της 14χρονης διακυβέρνησης των Τόρις, η φορολογία αυξήθηκε σημαντικά, οι δημόσιες δαπάνες διογκώθηκαν και η οικονομική ανάπτυξη αποδυναμώθηκε. Η παραγωγικότητα της βρετανικής οικονομίας παρέμεινε στάσιμη, ενώ μεγάλα τμήματα της κοινωνίας είδαν το βιοτικό τους επίπεδο να χειροτερεύει.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: το φτωχότερο 20% των νοικοκυριών σχεδόν δεν είδε καμία ουσιαστική αύξηση στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά του από το 2008 μέχρι σήμερα. Για πολλούς Βρετανούς, η οικονομική κατάσταση το 2026 θεωρείται χειρότερη ακόμη και από εκείνη της περιόδου πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση.
Η κοινωνική δυσαρέσκεια που δημιουργήθηκε ήταν ένας από τους βασικούς λόγους της εκλογικής κατάρρευσης των Συντηρητικών το 2024.
Οι Εργατικοί κατηγορούνται ότι επιδεινώνουν την κατάσταση
Η κυβέρνηση του Kier Starmer είχε υποσχεθεί μια πιο σοβαρή και τεχνοκρατική οικονομική διαχείριση, με στόχο την επανεκκίνηση της ανάπτυξης. Ωστόσο, επικριτές της κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι τελικά ακολούθησε την ακριβώς αντίθετη πορεία.
Οι επιχειρήσεις διαμαρτύρονται για αυξημένη φορολογία, αυστηρότερες ρυθμίσεις και μεγαλύτερο διοικητικό κόστος, την ώρα που η επενδυτική δραστηριότητα παραμένει υποτονική.
Ιδιαίτερα σκληρή είναι η κριτική γύρω από την αποτυχία του σχεδίου μαζικής οικοδόμησης κατοικιών. Παρά τις εξαγγελίες για οικοδομική “επανάσταση”, η κυβέρνηση αναμένεται να υπολείπεται κατά περίπου 400.000 κατοικίες του εθνικού στόχου μέχρι το τέλος της κοινοβουλευτικής θητείας.
Ταυτόχρονα, οι κοινωνικές δαπάνες και το κόστος του συστήματος πρόνοιας συνεχίζουν να αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς, καθώς η κυβέρνηση υποχώρησε μπροστά στις αντιδράσεις βουλευτών της και περιόρισε σημαντικά το αρχικό σχέδιο μεταρρύθμισης του κοινωνικού κράτους.
Προειδοποίηση του ΔΝΤ προς το Λονδίνο
Μέσα σε αυτό το κλίμα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο απηύθυνε σαφή προειδοποίηση προς τη βρετανική κυβέρνηση.
Αν και το ΔΝΤ αναβάθμισε ελαφρώς την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη της βρετανικής οικονομίας - από 0,8% σε 1% - τόνισε ότι η χώρα δεν διαθέτει μεγάλα περιθώρια για νέες παροχές και γενικευμένη στήριξη απέναντι στο αυξημένο κόστος ζωής.
Το Ταμείο εκτιμά ότι, εξαιτίας της γεωπολιτικής αστάθειας στη Μέση Ανατολή και των αυξημένων αμυντικών δαπανών, απαιτείται δημοσιονομική πειθαρχία και περιορισμός του δανεισμού.
Το μήνυμα προς το Λονδίνο ήταν σαφές: αν η κυβέρνηση συνεχίσει να αυξάνει τις δαπάνες χωρίς αξιόπιστο σχέδιο εξυγίανσης, οι αγορές ενδέχεται να αντιδράσουν επιθετικά απέναντι στο βρετανικό χρέος.
Οι αγορές φοβούνται τον Andy Burnham
Στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης βρίσκεται πλέον ο δήμαρχος του Μάντσεστερ, Andy Burnham, ο οποίος θεωρείται πιθανός διεκδικητής της ηγεσίας των Εργατικών στο μέλλον.
Οι οικονομικές αγορές αντιμετωπίζουν με μεγάλη καχυποψία τις φιλοδοξίες του, θεωρώντας ότι εκπροσωπεί μια πιο “σκληρή” εκδοχή αριστερής οικονομικής πολιτικής.
Σύμφωνα με στελέχη των Συντηρητικών, ακόμη και η πιθανότητα ενίσχυσης της επιρροής του Burnham αύξησε το κόστος δανεισμού του βρετανικού κράτους. Υπολογίζεται μάλιστα ότι η λεγόμενη “προσαύξηση Burnham” θα μπορούσε να επιβαρύνει τη βρετανική οικονομία με δισεκατομμύρια λίρες μέσα στην επόμενη πενταετία.
Οι αγορές φοβούνται κυρίως:
- νέες κρατικοποιήσεις,
- αύξηση φόρων στην περιουσία και τον πλούτο,
- μεγαλύτερες κοινωνικές δαπάνες,
- και χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων.
Το αδιέξοδο του βρετανικού κοινωνικού κράτους
Το ΔΝΤ θεωρεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορεί να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά του χωρίς παρεμβάσεις στις μεγαλύτερες κρατικές δαπάνες.
Μεταξύ των προτάσεων που συζητούνται είναι:
- περιορισμός του λεγόμενου “triple lock” στις συντάξεις,
- αυστηρότερη στόχευση κοινωνικών επιδομάτων,
- και μεταρρυθμίσεις στο σύστημα πρόνοιας.
Ωστόσο, καμία μεγάλη πολιτική δύναμη δεν δείχνει διατεθειμένη να συγκρουστεί ουσιαστικά με κοινωνικές ομάδες που εξαρτώνται από το κράτος.
Οι Εργατικοί κατηγορούνται ότι εγκατέλειψαν πλήρως τη δημοσιονομική πειθαρχία, ενώ τόσο οι Συντηρητικοί όσο και το Reform UK αποφεύγουν να αγγίξουν ευαίσθητα ζητήματα όπως το συνταξιοδοτικό σύστημα, φοβούμενοι το πολιτικό κόστος.
Ο εφιάλτης της επιστροφής στο ΔΝΤ
Η συζήτηση για το μέλλον της βρετανικής οικονομίας επαναφέρει πλέον ιστορικούς φόβους που θεωρούνταν ξεχασμένοι.
Το 2026 συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη στιγμή που η βρετανική κυβέρνηση του Denis Healey αναγκάστηκε να προσφύγει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ζητώντας οικονομική βοήθεια, σε μία από τις μεγαλύτερες ταπεινώσεις της μεταπολεμικής Βρετανίας.
Σήμερα, αρκετοί οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι, αν δεν υπάρξει άμεσα αλλαγή πορείας, η χώρα κινδυνεύει να βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με μια κρίση αξιοπιστίας απέναντι στις αγορές.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα για το βρετανικό πολιτικό σύστημα: παρά τις συνεχείς πολιτικές αλλαγές, κανείς δεν φαίνεται να έχει παρουσιάσει ακόμη ένα πειστικό σχέδιο για το πώς η βρετανική οικονομία μπορεί να επιστρέψει σε τροχιά πραγματικής ανάπτυξης χωρίς να βυθιστεί σε ακόμη μεγαλύτερο χρέος και κοινωνική εξάρτηση από το κράτος.
Add comment
Comments