Η ευρωπαϊκή λαϊκιστική Δεξιά βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων, καθώς δύο από τις σημαντικότερες προσωπικότητές της, η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και ο Νάιτζελ Φάρατζ στη Βρετανία, βρέθηκαν αντιμέτωποι με σοβαρές δικαστικές και κοινοβουλευτικές περιπέτειες που απειλούν το πολιτικό τους μέλλον.
Αντί όμως να περιοριστούν σε μια αμυντική στάση, επέλεξαν την αντεπίθεση.
Και οι δύο επιχειρούν να μετατρέψουν τις νομικές κατηγορίες σε πολιτικό αφήγημα, παρουσιάζοντας τη σύγκρουσή τους με τους θεσμούς ως μάχη ανάμεσα στη “λαϊκή βούληση” και στις “ελίτ” του δικαστικού και πολιτικού συστήματος.
Η στρατηγική είναι γνωστή. Έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν από τον Ντόναλντ Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες, από τον Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία και από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Τουρκία.
Το ερώτημα είναι αν μπορεί να λειτουργήσει και στην Ευρώπη.
Η Λεπέν συνεχίζει σαν να μην υπάρχει καταδίκη
Στις 7 Ιουλίου το Εφετείο του Παρισιού επιβεβαίωσε την καταδίκη της Μαρίν Λεπέν για υπεξαίρεση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Η απόφαση θεωρήθηκε ιδιαίτερα σημαντική, καθώς θα μπορούσε να επηρεάσει καθοριστικά τη δυνατότητά της να συμμετάσχει στις προεδρικές εκλογές του 2027. Ωστόσο, λίγες μόλις ώρες αργότερα, η επικεφαλής του Εθνικού Συναγερμού ανακοίνωσε ότι παραμένει κανονικά υποψήφια για την προεδρία της Γαλλίας.
Η επιλογή της βασίζεται στο γεγονός ότι σκοπεύει να εξαντλήσει όλα τα ένδικα μέσα, γεγονός που της επιτρέπει να διατηρεί το τεκμήριο αθωότητας μέχρι την τελική δικαστική κρίση.
Στην πράξη, πρόκειται για μια πολιτική στρατηγική που επιδιώκει να μεταφέρει την τελική απόφαση από τις δικαστικές αίθουσες στην κάλπη.
“Ο γαλλικός λαός πρέπει να αποφασίσει, όχι οι δικαστές”, είναι το βασικό μήνυμα της εκστρατείας της.
Ο Φάρατζ ακολουθεί παρόμοιο δρόμο
Την ίδια ημέρα, στη Βρετανία, ο Νάιτζελ Φάρατζ ανακοίνωσε μέσω των κοινωνικών δικτύων ότι αποχωρεί από τη βουλευτική του έδρα στο Κλάκτον. Η παραίτησή του ενεργοποιεί αυτόματα επαναληπτικές εκλογές.
Το αξιοσημείωτο όμως είναι ότι ο ίδιος σκοπεύει να είναι ξανά υποψήφιος για την ίδια έδρα.
Η απόφαση έρχεται ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη κοινοβουλευτική έρευνα σχετικά με καταγγελίες για μη δηλωμένα δώρα και πιθανές οικονομικές παρατυπίες.
Ο ίδιος απορρίπτει όλες τις κατηγορίες και υποστηρίζει ότι μόνο οι ψηφοφόροι μπορούν να αποφασίσουν αν αξίζει να παραμείνει στην πολιτική.
Διαβάστε ακόμα: Πόσο κακό μπορεί να κάνει η Λεπέν στη Γαλλική οικονομία;
Η ίδια πολιτική συνταγή
Παρά τις διαφορετικές πολιτικές συνθήκες σε Γαλλία και Βρετανία, η τακτική των δύο ηγετών είναι σχεδόν πανομοιότυπη. Το αφήγημα βασίζεται σε τέσσερις βασικούς άξονες:
- ο λαός απέναντι στους δικαστές,
- η δημοκρατική νομιμοποίηση απέναντι στη δικαστική εξουσία,
- η κάλπη ως ανώτερος κριτής,
- η παρουσίαση των θεσμικών ερευνών ως πολιτικών διώξεων.
Πρόκειται για μια κλασική στρατηγική του σύγχρονου λαϊκισμού, σύμφωνα με την οποία οι ανεξάρτητοι θεσμοί παρουσιάζονται ως μέρος ενός “συστήματος” που επιχειρεί να αποκλείσει τους αντισυστημικούς πολιτικούς.
Οι ψηφοφόροι συγχωρούν τη διαφθορά;
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο οι πολίτες ενδιαφέρονται πραγματικά για τις υποθέσεις διαφθοράς όταν καλούνται να ψηφίσουν. Η εμπειρία δείχνει ότι η απάντηση δεν είναι πάντα προφανής.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ντόναλντ Τραμπ κατάφερε να διατηρήσει την πολιτική του δυναμική παρά τις αλλεπάλληλες δικαστικές υποθέσεις. Η Λεπέν και ο Φάρατζ ελπίζουν ότι κάτι αντίστοιχο μπορεί να συμβεί και στις δικές τους περιπτώσεις.
Η Γαλλία έχει μακρά ιστορία πολιτικών σκανδάλων
Η περίπτωση της Γαλλίας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σχεδόν όλοι οι πρόεδροι της Πέμπτης Δημοκρατίας - με εξαίρεση τον Σαρλ ντε Γκολ και τον Εμανουέλ Μακρόν - έχουν συνδεθεί με σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς. Οι Ζακ Σιράκ και Νικολά Σαρκοζί καταδικάστηκαν από τα γαλλικά δικαστήρια, ενώ δεκάδες υπουργοί, βουλευτές και δήμαρχοι έχουν βρεθεί κατά καιρούς αντιμέτωποι με παρόμοιες κατηγορίες.
Για πολλά χρόνια, μεγάλο μέρος της γαλλικής κοινωνίας αντιμετώπιζε αυτές τις υποθέσεις με σχετική ανοχή. Οι πολιτικές ιδεολογίες θεωρούνταν σημαντικότερες από την προσωπική ακεραιότητα των πολιτικών.
Η εικόνα αυτή όμως έχει αλλάξει σημαντικά.
Η οργή απέναντι στο πολιτικό σύστημα μεγάλωσε
Τα τελευταία χρόνια η δυσπιστία απέναντι στην πολιτική τάξη έχει αυξηθεί θεαματικά. Το κίνημα των “Κίτρινων Γιλέκων”, η έντονη κοινωνική πόλωση και η προσωπική αντιπαράθεση πολλών Γάλλων με τον Εμανουέλ Μακρόν αποτυπώνουν αυτή τη μεταβολή.
Ο Εθνικός Συναγερμός της Λεπέν κατάφερε να αξιοποιήσει αποτελεσματικά αυτή τη δυσαρέσκεια, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως τη δύναμη που θα καθαρίσει το πολιτικό σύστημα από τη διαφθορά.
Ακριβώς γι' αυτό, όμως, η σημερινή δικαστική περιπέτεια της ίδιας της Λεπέν δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα αξιοπιστίας.
Η μεγάλη αντίφαση της Λεπέν
Η ειρωνεία είναι προφανής. Για χρόνια η Λεπέν υποστήριζε ότι οι πολιτικοί που καταδικάζονται για διαφθορά θα πρέπει να αποκλείονται διά βίου από τα δημόσια αξιώματα. Η ίδια είχε δηλώσει ότι δεν θα διεκδικούσε ποτέ δημόσιο αξίωμα φορώντας ηλεκτρονικό βραχιολάκι επιτήρησης.
Σήμερα όμως βρίσκεται στη δύσκολη θέση να υπερασπίζεται τον εαυτό της χρησιμοποιώντας επιχειρήματα που στο παρελθόν απέρριπτε.
Ο δρόμος προς το Μέγαρο των Ηλυσίων παραμένει δύσκολος
Ακόμη και χωρίς τη δικαστική υπόθεση, η νίκη της Λεπέν στις προεδρικές εκλογές του 2027 δεν θεωρείται δεδομένη. Το γαλλικό εκλογικό σύστημα δύο γύρων απαιτεί ευρύτερες πολιτικές συμμαχίες, καθώς οι ψηφοφόροι των αποκλεισμένων υποψηφίων καθορίζουν συνήθως το τελικό αποτέλεσμα.
Παρά τη σημαντική εκλογική της άνοδο, η Λεπέν εξακολουθεί να δυσκολεύεται να προσελκύσει τους κεντρώους και μετριοπαθείς ψηφοφόρους που απαιτούνται για την τελική επικράτηση.
Οι κατηγορίες περί διαφθοράς ενδέχεται να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο αυτό το πρόβλημα.
Η κάλπη δεν ακυρώνει πάντοτε τις δικαστικές αποφάσεις
Η στρατηγική της μεταφοράς της σύγκρουσης από τα δικαστήρια στην κάλπη αποτελεί πλέον βασικό χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού λαϊκισμού.
Ωστόσο, η επιτυχία της δεν είναι δεδομένη.
Οι πολίτες μπορούν πράγματι να αγνοήσουν τις δικαστικές περιπέτειες ενός πολιτικού όταν θεωρούν ότι διώκεται άδικα.
Μπορούν όμως και να τις αξιολογήσουν ως ένδειξη αναξιοπιστίας και να στραφούν σε άλλες επιλογές. Η Λεπέν και ο Φάρατζ ποντάρουν ότι οι ψηφοφόροι θα επιλέξουν την πρώτη εκδοχή.
Η ιστορία των ευρωπαϊκών εκλογών δείχνει όμως ότι, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει ο λαϊκιστικός λόγος, η κάλπη δεν δικαιώνει πάντοτε όσους βρίσκονται σε σύγκρουση με τους θεσμούς.
Το 2027 στη Γαλλία και οι επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις στη Βρετανία θα αποτελέσουν ένα από τα σημαντικότερα τεστ για το αν η στρατηγική “ο λαός πάνω από τα δικαστήρια” εξακολουθεί να αποτελεί εκλογικό πλεονέκτημα ή αν έχει πλέον φτάσει στα όριά της.
Add comment
Comments