Για δεκαετίες οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούσαν το βασικό σημείο αναφοράς της Δύσης, τόσο σε πολιτικό όσο και σε γεωπολιτικό επίπεδο. Σήμερα, όμως, ολοένα περισσότεροι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για την αμερικανική ισχύ δεν προέρχεται από την Κίνα ή τη Ρωσία, αλλά από τις ίδιες τις εσωτερικές της αδυναμίες.
Η πολιτική πόλωση, η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και η αμφισβήτηση της διεθνούς αξιοπιστίας της Ουάσιγκτον συνθέτουν μια εικόνα που, σύμφωνα με τους επικριτές της σημερινής αμερικανικής ηγεσίας, περιορίζει σημαντικά την επιρροή των ΗΠΑ στο παγκόσμιο σύστημα.
Η διεθνής εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών επιδεινώνεται
Σύμφωνα με διεθνείς δημοσκοπήσεις, η εμπιστοσύνη προς την αμερικανική ηγεσία έχει υποχωρήσει αισθητά.
Σε μεγάλη έρευνα του Pew Research Center, που πραγματοποιήθηκε σε δεκάδες χώρες, η πλειονότητα των ερωτηθέντων δήλωσε ότι δεν εμπιστεύεται τον τρόπο με τον οποίο η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση διαχειρίζεται τις διεθνείς υποθέσεις.
Για πολλούς αναλυτές, η εξέλιξη αυτή αντανακλά μια βαθύτερη κρίση αξιοπιστίας, η οποία επηρεάζει την εικόνα των ΗΠΑ απέναντι τόσο στους συμμάχους όσο και στους ανταγωνιστές τους.
Η πολιτική της δυσαρέσκειας παραμένει κυρίαρχη
Η κοινωνική δυσαρέσκεια που διαμόρφωσε το αμερικανικό πολιτικό σκηνικό την τελευταία δεκαετία όχι μόνο δεν έχει περιοριστεί, αλλά εξακολουθεί να ενισχύεται.
Μεγάλο μέρος των Αμερικανών εμφανίζεται απογοητευμένο από τη λειτουργία του κράτους, θεωρώντας ότι παρεμβαίνει υπερβολικά στην καθημερινότητα χωρίς να βελτιώνει ουσιαστικά τις συνθήκες ζωής.
Αυτό το κλίμα δυσπιστίας αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία αναδείχθηκαν πολιτικές δυνάμεις που υποσχέθηκαν ριζική ανατροπή του κατεστημένου και αποκατάσταση όσων αισθάνονταν πολιτικά ή κοινωνικά αδικημένοι.
Η εσωτερική πόλωση επηρεάζει και την εξωτερική πολιτική
Κατά τους επικριτές της σημερινής αμερικανικής ηγεσίας, η αίσθηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν “θύμα” των συμμάχων και των εμπορικών τους εταίρων έχει επηρεάσει σημαντικά τη ρητορική της Ουάσιγκτον.
Η παραδοσιακή αυτοπεποίθηση που χαρακτήριζε επί δεκαετίες την αμερικανική εξωτερική πολιτική έχει, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, αντικατασταθεί από μια περισσότερο συγκρουσιακή στάση απέναντι σε συμμάχους και ανταγωνιστές.
Η επιβολή δασμών, οι εμπορικές αντιπαραθέσεις και οι μονομερείς αποφάσεις παρουσιάζονται ως εκφράσεις αυτής της νέας πολιτικής λογικής.
Διαβάστε ακόμα: Οι ΗΠΑ κάποτε ήταν ηγέτες. Όχι πια
Οι θεσμοί στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης
Πέρα από τις κυβερνητικές επιλογές, έντονη κριτική ασκείται και στον τρόπο λειτουργίας των αμερικανικών θεσμών. Ιδιαίτερα το Ανώτατο Δικαστήριο κατηγορείται ότι, μέσω σειράς αποφάσεων, έχει μεταβάλει την ισορροπία μεταξύ των εξουσιών και έχει ενισχύσει τον ήδη οξυμένο πολιτικό διχασμό.
Παράλληλα, η πρακτική της αναδιάρθρωσης των εκλογικών περιφερειών (gerrymandering) θεωρείται από πολλούς αναλυτές ότι εντείνει ακόμη περισσότερο την πολιτική πόλωση και περιορίζει την αντιπροσωπευτικότητα του πολιτικού συστήματος.
Οι σύμμαχοι αναζητούν μεγαλύτερη αυτονομία
Η αβεβαιότητα γύρω από τη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει τη στάση των παραδοσιακών συμμάχων τους.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Καναδάς επιδιώκουν ολοένα συχνότερα να διαμορφώνουν αυτόνομες πολιτικές σε κρίσιμα διεθνή ζητήματα, όπως η στήριξη της Ουκρανίας ή οι σχέσεις με την Κίνα.
Παρότι εξακολουθούν να συνεργάζονται στενά με την Ουάσιγκτον, επιδιώκουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, ώστε να μειώσουν την εξάρτησή τους από τις διακυμάνσεις της αμερικανικής πολιτικής.
Η Κίνα ενισχύει τη διεθνή της θέση
Ένας από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς αποδέκτες αυτής της κατάστασης είναι η Κίνα. Η έλλειψη σταθερής αμερικανικής στρατηγικής έχει δημιουργήσει, σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές, περισσότερο χώρο για το Πεκίνο να διευρύνει τη διεθνή επιρροή του.
Η κινεζική διπλωματία αξιοποιεί τις αβεβαιότητες που δημιουργούνται στις σχέσεις των ΗΠΑ με συμμάχους και εμπορικούς εταίρους, ενισχύοντας σταδιακά τη θέση της στο διεθνές σύστημα.
Παράλληλα, και η Ρωσία φαίνεται να επωφελείται από τη μετατόπιση της αμερικανικής προσοχής προς άλλες γεωπολιτικές εστίες έντασης.
Το πυρηνικό ζήτημα παραμένει ανοιχτό
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η αποτελεσματικότητα της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη διάδοση των πυρηνικών όπλων.
Αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι στρατιωτικές επιχειρήσεις όπως εκείνες κατά του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος ενδέχεται, μακροπρόθεσμα, να οδηγήσουν στο αντίθετο αποτέλεσμα, ενισχύοντας τα κίνητρα κρατών να αποκτήσουν πυρηνικές δυνατότητες ως μέσο αποτροπής.
Η στάση της Βόρειας Κορέας αλλά και οι συζητήσεις που αναπτύσσονται σε χώρες της Μέσης Ανατολής θεωρούνται ενδεικτικές αυτής της δυναμικής.
Οι επόμενες εκλογές θα κρίνουν πολλά
Οι επικριτές της σημερινής κυβέρνησης θεωρούν ότι η δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να ανακτήσουν τον διεθνή τους ρόλο θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτικές εξελίξεις των επόμενων ετών.
Μια ενδεχόμενη αλλαγή των πολιτικών ισορροπιών στο Κογκρέσο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην εκτελεστική εξουσία και να οδηγήσει σε μεγαλύτερο έλεγχο των κυβερνητικών επιλογών.
Ωστόσο, ακόμη και μια τέτοια εξέλιξη δεν αρκεί από μόνη της για να θεραπεύσει τις βαθύτερες παθογένειες του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.
Η πρόκληση της αυτοκριτικής
Το βασικό συμπέρασμα αρκετών αναλυτών είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σήμερα αντιμέτωπες με μια κρίση που αφορά περισσότερο την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας και των θεσμών τους παρά την ισχύ των διεθνών αντιπάλων τους.
Η ανάκτηση της διεθνούς αξιοπιστίας, υποστηρίζουν, προϋποθέτει όχι μόνο διαφορετικές επιλογές στην εξωτερική πολιτική αλλά και ουσιαστική αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο εσωτερικό της χώρας.
Χωρίς αυτή την ανασυγκρότηση, εκτιμούν ότι θα παραμένει δύσκολο για τις Ηνωμένες Πολιτείες να διαδραματίσουν τον ηγετικό ρόλο που είχαν επί πολλές δεκαετίες στο διεθνές σύστημα.
Add comment
Comments