Φανταστείτε μια παράξενη οικονομία. Έχετε δουλειά. Παίρνετε μισθό. Έχετε χρήματα στην τσέπη. Μπαίνετε όμως στο κατάστημα και το προϊόν που θέλετε δεν υπάρχει. Και όταν τελικά εμφανιστεί, το πρόβλημα δεν είναι αν μπορείτε να το πληρώσετε. Το πρόβλημα είναι αν θα προλάβετε να το αγοράσετε.

Από την Κίρκη | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Καλώς ήρθατε στην Πολωνία των τελευταίων δεκαετιών του κομμουνιστικού καθεστώτος. Μια οικονομία όπου για πολλά προϊόντα δεν αρκούσαν τα χρήματα. Χρειαζόταν και κάτι ακόμη: χρόνος. Χρόνος για να περιμένεις στην ουρά. Πληροφορία για να μάθεις πού έφτασε εμπόρευμα. Γνωριμίες. Δελτία. Και, αν όλα αυτά αποτύγχαναν: πρόσβαση στη μαύρη αγορά. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η κατάσταση έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε δελτία χρησιμοποιούνταν για κρέας, ζάχαρη, λίπη, δημητριακά, προϊόντα καθαρισμού και σειρά άλλων αγαθών.
Αλλά ακόμη και το δελτίο δεν σήμαινε απαραίτητα ότι θα έβρισκες το προϊόν. Σου έδινε απλώς το δικαίωμα να το αγοράσεις εάν υπήρχε. Αυτό είναι ίσως το πιο παράξενο σημείο της ιστορίας. Είχες χρήματα. Είχες δελτίο. Και πάλι μπορούσες να γυρίσεις σπίτι με άδεια χέρια.
Όταν το κράτος αποφασίζει πόσο κοστίζει το λουκάνικο
Για να καταλάβουμε τι είχε συμβεί, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε πώς λειτουργούσε η οικονομία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Πολωνίας. Οι τιμές πολλών βασικών προϊόντων δεν καθορίζονταν από την προσφορά και τη ζήτηση. Καθορίζονταν διοικητικά. Η κεντρική εξουσία μπορούσε να αποφασίζει την τιμή του ψωμιού, του κρέατος, της ζάχαρης και άλλων βασικών αγαθών. Αυτό είχε ένα προφανές πολιτικό πλεονέκτημα. Το κράτος μπορούσε να πει: "Κρατάμε χαμηλές τις τιμές για να μπορούν όλοι να αγοράζουν βασικά αγαθά". Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Η κυβέρνηση μπορεί να καθορίσει την τιμή του κρέατος. Δεν μπορεί με την ίδια υπουργική απόφαση να δημιουργήσει περισσότερο κρέας.
Και όταν η διοικητικά καθορισμένη τιμή βρίσκεται χαμηλότερα από εκείνη που θα εξισορροπούσε την προσφορά με τη ζήτηση, εμφανίζεται κάτι απολύτως προβλέψιμο: περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να αγοράσουν το προϊόν από όσους μπορούν να το βρουν.
Στην οικονομία της αγοράς η ανισορροπία τείνει να εμφανιστεί στην τιμή. Στην κομμουνιστική Πολωνία εμφανιζόταν συχνά κάπου αλλού. Στην ουρά.
Η ουρά έγινε μέρος της οικονομίας
Η ουρά δεν ήταν απλώς μια καθημερινή ενόχληση. Μετατράπηκε σε έναν ιδιότυπο μηχανισμό κατανομής των αγαθών. Αν η τιμή δεν μπορούσε να αυξηθεί αρκετά ώστε να περιορίσει τη ζήτηση, κάποιος άλλος μηχανισμός έπρεπε να αποφασίσει ποιος θα πάρει το προϊόν. Και ένας από αυτούς ήταν: όποιος περιμένει περισσότερο. Οι Πολωνοί οργάνωναν βάρδιες. Μέλη οικογενειών κρατούσαν τη θέση ο ένας για τον άλλον. Άνθρωποι εγκατέλειπαν προσωρινά τη δουλειά τους όταν μάθαιναν ότι κάποιο κατάστημα είχε παραλάβει προϊόντα. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι ουρές άρχιζαν από τη νύχτα. Η κατάσταση έγινε τόσο σοβαρή ώστε οι ίδιες οι αρχές προσπάθησαν να εμποδίσουν τους εργαζομένους να εγκαταλείπουν τις δουλειές τους για να πάνε για ψώνια.
Το αποτέλεσμα ήταν σχεδόν σουρεαλιστικό. Το κράτος είχε δημιουργήσει ένα σύστημα στο οποίο ο πολίτης έπρεπε να χάσει ώρες παραγωγικής εργασίας για να αποκτήσει τα αγαθά που ο μισθός της παραγωγικής εργασίας υποτίθεται ότι του επέτρεπε να αγοράσει.

Το 1976 εμφανίζεται το δελτίο της ζάχαρης
Η ζάχαρη είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Το 1976 η κυβέρνηση προσπάθησε να αυξήσει τις τιμές των τροφίμων. Οι αντιδράσεις ήταν έντονες και οι αυξήσεις αποσύρθηκαν. Αλλά το οικονομικό πρόβλημα δεν εξαφανίστηκε επειδή εξαφανίστηκε η νέα τιμή. Τον Αύγουστο του 1976 εισήχθη δελτίο για τη ζάχαρη. Και εδώ υπάρχει μια υπέροχη λεπτομέρεια πολιτικής επικοινωνίας. Η ανάγκη περιορισμού της ζάχαρης παρουσιαζόταν εν μέρει ως αποτέλεσμα της... αυξανόμενης ευημερίας των Πολωνών. Οι πολίτες είχαν γίνει πλουσιότεροι, άρα κατανάλωναν περισσότερο. Επομένως χρειαζόταν δελτίο. Η πραγματικότητα ήταν λιγότερο αισιόδοξη.
Κάθε πολίτης με το σχετικό κουπόνι μπορούσε να αγοράσει έως 2 κιλά ζάχαρης στην προνομιακή τιμή των 10,50 ζλότι ανά κιλό. Πέρα από αυτή την ποσότητα, η τιμή ήταν 26 ζλότι. Το προσωρινό μέτρο αποδείχθηκε εντυπωσιακά μόνιμο. Η Πολωνία είχε μπει ξανά στην εποχή των δελτίων.
Και μετά ήρθε το κρέας
Το κρέας ήταν ακόμη πιο πολιτικά εκρηκτικό. Οι αυξήσεις των τιμών των τροφίμων είχαν ήδη προκαλέσει σοβαρές κοινωνικές αναταραχές το 1970 και το 1976. Την 1η Ιουλίου 1980, η κυβέρνηση αύξησε τις τιμές του κρέατος και άλλων προϊόντων. Ακολούθησαν απεργίες. Η αναταραχή εξαπλώθηκε. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία γεννήθηκε το κίνημα που θα άλλαζε τελικά την ιστορία της Ανατολικής Ευρώπης: η Solidarność – Αλληλεγγύη. Το εκπληκτικό είναι ότι ένα από τα περίφημα 21 αιτήματα των απεργών του Γκντανσκ δεν ζητούσε την κατάργηση των δελτίων. Ζητούσε ουσιαστικά το αντίθετο: να εισαχθούν δελτία για το κρέας και τα προϊόντα κρέατος μέχρι να σταθεροποιηθεί η αγορά.
Γιατί; Επειδή, όταν η έλλειψη έχει γίνει μόνιμη, ακόμη και η επίσημη κατανομή με δελτίο μπορεί να φαίνεται δικαιότερη από το χάος της ουράς. Το 1981 το κρέας μπήκε τελικά σε καθεστώς δελτίου. Και μαζί του ακολούθησαν πολλά άλλα προϊόντα.
Το δελτίο όμως δεν δημιουργεί προϊόντα
Εδώ εμφανίστηκε το επόμενο παράδοξο. Το κράτος μπορούσε να τυπώσει δελτία. Δεν μπορούσε να τυπώσει κρέας. Το δελτίο επομένως δεν αποτελούσε εγγύηση ότι το προϊόν βρισκόταν στο κατάστημα. Αποτελούσε δικαίωμα αγοράς μιας συγκεκριμένης ποσότητας εφόσον αυτή ήταν διαθέσιμη. Ακαδημαϊκές μελέτες της εποχής καταγράφουν ότι είχαν κυκλοφορήσει ακόμη και περισσότερα δελτία από όσα δικαιολογούσε ο πραγματικός πληθυσμός ορισμένων κατηγοριών, ενώ οι διαθέσιμες ποσότητες δεν επαρκούσαν για την κάλυψή τους. Άρα μπορούσες να διαθέτεις: ζλότι + δελτίο + δικαίωμα αγοράς και να εξακολουθείς να χρειάζεσαι: ουρά + χρόνο + τύχη.
Το χρήμα αρχίζει να χάνει τη λειτουργία του
Και εδώ φτάνουμε στο πραγματικά ενδιαφέρον οικονομικό σημείο. Τι είναι χρήμα; Μεταξύ άλλων, είναι ένα μέσο συναλλαγής. Δουλεύω. Πληρώνομαι. Χρησιμοποιώ το εισόδημά μου για να αποκτήσω αγαθά και υπηρεσίες. Αλλά τι συμβαίνει όταν τα εισοδήματα αυξάνονται ταχύτερα από την ποσότητα των προϊόντων που υπάρχουν στα καταστήματα; Οι άνθρωποι αποκτούν περισσότερα χρήματα. Αλλά όχι αντίστοιχα περισσότερα πράγματα για να αγοράσουν. Στην Πολωνία αυτό εξελίχθηκε σε ένα τεράστιο monetary overhang - ένα πλεόνασμα αγοραστικής δύναμης που δεν μπορούσε να εκτονωθεί μέσω της επίσημης αγοράς.
Μετά τις μισθολογικές συμφωνίες του Αυγούστου του 1980, τα ονομαστικά εισοδήματα αυξήθηκαν περίπου 28% μέσα σε έναν χρόνο, την ώρα που η προσφορά καταναλωτικών αγαθών μειωνόταν. Υπολογισμοί της εποχής τοποθετούσαν το πλεονάζον χρήμα που συσσωρευόταν στα χέρια των πολιτών περίπου στα 500 δισ. ζλότι, με κίνδυνο να φτάσει τα 800 δισ. εάν δεν άλλαζαν οι τιμές. Ένα μέρος του πλούτου είχε μετατραπεί σε κάτι παράξενο: χρήματα που υπήρχαν, αλλά δεν μπορούσαν εύκολα να μετατραπούν σε κατανάλωση.
Η κρυφή τιμή του κρέατος
Ας υποθέσουμε ότι ένα κιλό κρέας έχει επίσημη τιμή 100 ζλότι. Το βλέπεις και σκέφτεσαι: "Το κρέας είναι φθηνό". Αλλά για να το αγοράσεις πρέπει να περιμένεις τέσσερις ώρες. Τότε η πραγματική τιμή δεν είναι 100 ζλότι. Είναι: 100 ζλότι + τέσσερις ώρες από τη ζωή σου. Αν μάλιστα φύγεις από τη δουλειά για να περιμένεις στην ουρά, υπάρχει και επιπλέον οικονομικό κόστος. Και αν τελικά το κρέας εξαντληθεί πριν φτάσεις στο ταμείο; Έχεις πληρώσει το κόστος χωρίς να πάρεις καν το προϊόν. Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα της πολωνικής εμπειρίας. Η κατάργηση της υψηλής χρηματικής τιμής δεν καταργεί απαραίτητα το κόστος. Απλώς μπορεί να το μετατρέψει σε κάτι άλλο.
- Από χρήμα σε χρόνο.
- Από τιμή σε ουρά.
- Από αγορά σε γνωριμία.
- Από νόμιμη συναλλαγή σε μαύρη αγορά.
Και τότε εμφανίζεται η δεύτερη τιμή
Αν ένα προϊόν έχει επίσημη τιμή 100 αλλά δεν υπάρχει στο κρατικό κατάστημα, ενώ στη μαύρη αγορά μπορεί να αγοραστεί για 300, ποια είναι η πραγματική τιμή του; Τα 100; Ή τα 300; Προς το τέλος του καθεστώτος η απόσταση μπορούσε να είναι τεράστια. Μελέτες για την πολωνική οικονομία αναφέρουν ότι το 1988–89 οι τιμές του κρέατος στην ελεύθερη αγορά μπορούσαν να βρίσκονται τρεις έως τέσσερις φορές πάνω από τις επίσημες τιμές των κρατικών καταστημάτων. Και αυτό αποκαλύπτει κάτι σημαντικό. Η κυβέρνηση είχε καταφέρει να ελέγξει την επίσημη τιμή. Δεν είχε καταφέρει να εξαφανίσει την πραγματική σπανιότητα του προϊόντος. Η σπανιότητα απλώς εμφανιζόταν αλλού.
Η οικονομία των γνωριμιών
Υπήρχε όμως και ένα τρίτο νόμισμα. Οι γνωριμίες. Αν γνώριζες τον υπάλληλο ενός καταστήματος, ίσως μάθαινες πότε θα έρθει εμπόρευμα. Αν είχες πρόσβαση σε κάποιο δίκτυο διανομής, μπορούσες να βρεις κάτι πριν φτάσει στο ράφι. Αν είχες ξένο συνάλλαγμα, μπορούσες να αποκτήσεις πρόσβαση σε διαφορετικές αγορές. Έτσι, η επίσημη επιδίωξη μιας περισσότερο "ισότιμης" κατανομής δημιουργούσε στην πράξη μια νέα μορφή ανισότητας. Δεν είχε σημασία μόνο πόσα χρήματα είχες. Σημασία είχε: ποιον γνώριζες, πού εργαζόσουν, πόσο χρόνο μπορούσες να διαθέσεις, αν είχες δολάρια, αν είχες πρόσβαση στη μαύρη αγορά.
Η αγορά δεν είχε εξαφανιστεί. Είχε μετακινηθεί.
Και η κατάσταση χειροτέρευε
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η Πολωνία αντιμετώπιζε πλέον βαθιά οικονομική κρίση. Η παραγωγή αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα. Η χώρα είχε συσσωρεύσει τεράστιο εξωτερικό χρέος σε μετατρέψιμο νόμισμα. Από περίπου 4,5 δισ. δολάρια το 1974, το χρέος είχε φτάσει περίπου τα 23,5 δισ. δολάρια το 1980. Η έλλειψη συναλλάγματος περιόριζε τις εισαγωγές. Και αυτό επηρέαζε ακόμη και την παραγωγή τροφίμων. Η Πολωνία χρειαζόταν εισαγόμενες ζωοτροφές για σημαντικό μέρος της παραγωγής κρέατος. Όταν οι εισαγωγές περιορίστηκαν, η παραγωγή πιέστηκε. Η ετήσια κατανάλωση κρέατος υποχώρησε από περίπου 74 κιλά ανά κάτοικο σε 53 κιλά. Η έλλειψη τροφίμων δεν ήταν πλέον απλώς καθημερινή ταλαιπωρία. Είχε γίνει πολιτική βόμβα.
Σαπούνι; Δεν υπάρχει
Τσιγάρα; Ίσως.
Γάλα σε σκόνη; Καλή τύχη.
Το πόσο βαθιά είχε φτάσει η κρίση αποκαλύπτουν τα πρακτικά και οι συζητήσεις της ίδιας της κομμουνιστικής ηγεσίας. Μέχρι το φθινόπωρο του 1980, ακόμη και το νέο Πολιτμπιρό υπό τον Stanisław Kania είχε αντιληφθεί ότι τα στοιχεία κατανάλωσης είχαν συστηματικά διογκωθεί. Στην αγορά υπήρχαν ελλείψεις όχι μόνο κρέατος. Έλειπαν: σαπούνι, τσιγάρα, γάλα σε σκόνη, ακόμη και προϊόντα προσωπικής υγιεινής. Η κατάσταση έφτασε στο σημείο η Πολωνία να χρειάζεται να εισαγάγει σπίρτα από την Ανατολική Γερμανία. Σε μια οικονομία που υποτίθεται ότι μπορούσε να σχεδιάζει κεντρικά την παραγωγή μιας ολόκληρης χώρας, το σύστημα δυσκολευόταν να εξασφαλίσει ακόμη και σπίρτα.
Το εκπληκτικότερο: οι Πολωνοί ζήτησαν μόνοι τους δελτία
Αυτό αξίζει να το ξαναδούμε. Σε μια φυσιολογική οικονομία, η εισαγωγή δελτίων θεωρείται περιορισμός. Στην Πολωνία του 1980, οι απεργοί τα ζήτησαν. Γιατί; Διότι όταν το σύστημα τιμών έχει χάσει τη δυνατότητα να κατανέμει τα αγαθά και οι ουρές έχουν γίνει χαοτικές, το δελτίο μπορεί να μοιάζει με πρόοδο. Δεν σημαίνει ότι υπάρχει περισσότερο κρέας. Σημαίνει ότι υπάρχει τουλάχιστον ένας κανόνας που υποτίθεται ότι καθορίζει ποιος δικαιούται να πάρει λίγο. Είναι δύσκολο να βρεθεί καλύτερη εικόνα της έκτασης της οικονομικής αποτυχίας.
Οι πολίτες δεν ζητούσαν: "Δώστε μας περισσότερο κρέας". Ζητούσαν ουσιαστικά: "Αφού δεν υπάρχει αρκετό κρέας, τουλάχιστον μοιράστε την έλλειψη με κάποιον κανόνα".
Το οικονομικό μάθημα της κομμουνιστικής Πολωνίας
Η ιστορία των πολωνικών ουρών είναι πολύ περισσότερο από ένα γραφικό επεισόδιο του Ψυχρού Πολέμου. Δείχνει τη διαφορά μεταξύ δύο εννοιών που συχνά συγχέονται: χαμηλή τιμή και φθηνό προϊόν. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ένα προϊόν μπορεί να έχει πολύ χαμηλή επίσημη τιμή. Αν όμως δεν μπορείς να το αγοράσεις, αυτή η τιμή έχει περιορισμένη σημασία. Η πραγματική οικονομική εξίσωση είναι: Χρηματική τιμή + χρόνος αναμονής + κόστος αναζήτησης + πιθανότητα να μη βρεις το προϊόν.
Και όσο περισσότερο η επίσημη τιμή απομακρύνεται από την πραγματική σχέση προσφοράς και ζήτησης, τόσο περισσότερο αυτά τα υπόλοιπα κόστη τείνουν να αυξάνονται. Η κυβέρνηση μπορούσε να ορίσει την τιμή. Όχι την αφθονία. Αυτό είναι ίσως το βασικό συμπέρασμα. Το Πολιτμπιρό μπορούσε να αποφασίσει πόσο θα κοστίζει το κρέας. Μπορούσε να αποφασίσει πόση ζάχαρη δικαιούται κάθε πολίτης. Μπορούσε να τυπώσει περισσότερα ζλότι. Μπορούσε να αυξήσει τους μισθούς. Μπορούσε να εκδώσει εκατομμύρια δελτία. Αλλά κανένα από αυτά δεν δημιουργούσε αυτομάτως περισσότερα προϊόντα.
Και όταν τα χρήματα έγιναν περισσότερα από τα διαθέσιμα αγαθά, η προσαρμογή που δεν επιτρεπόταν να γίνει μέσω της τιμής γινόταν μέσω της έλλειψης.
Το ράφι άδειαζε. Η ουρά μεγάλωνε. Η μαύρη αγορά άνθιζε. Και το δελτίο γινόταν δεύτερο νόμισμα. Πώς τελείωσε;
Η κατάργηση των δελτίων έγινε σταδιακά. Το 1983 καταργήθηκαν οι περιορισμοί για ορισμένα προϊόντα όπως σαπούνι και απορρυπαντικά. Ακολούθησαν άλλα αγαθά. Η ζάχαρη βγήκε από το σύστημα δελτίων το 1985. Η βενζίνη το 1989. Και το κρέας; Το κρέας παρέμεινε σε καθεστώς δελτίου μέχρι τον Ιούνιο του 1989. Τον ίδιο μήνα πραγματοποιήθηκαν οι ιστορικές εκλογές στις οποίες η Αλληλεγγύη πέτυχε τη σαρωτική εκλογική της νίκη. Λίγο αργότερα η αγορά του κρέατος απελευθερώθηκε. Τα δελτία εξαφανίστηκαν. Και μαζί τους άρχισε να εξαφανίζεται ολόκληρο το οικονομικό σύστημα που τα είχε καταστήσει αναγκαία.
Η τελευταία ειρωνεία
Ο κομμουνισμός υποσχόταν ότι θα απελευθέρωνε τον εργαζόμενο από την ανασφάλεια της αγοράς. Στην Πολωνία των αρχών της δεκαετίας του 1980, ο εργαζόμενος μπορούσε να έχει δουλειά, μισθό και χρήματα......και να περνά ένα μέρος της ζωής του περιμένοντας σε μια ουρά για να αγοράσει κρέας.
Η τιμή ήταν χαμηλή. Το προϊόν όμως ήταν ακριβό. Γιατί η πραγματική τιμή του δεν πληρωνόταν μόνο σε ζλότι. Πληρωνόταν σε χρόνο, αναμονή, γνωριμίες και ταλαιπωρία. Και αυτή ίσως είναι η καλύτερη απάντηση στο παράδοξο με το οποίο ξεκινήσαμε. Πώς γίνεται να έχεις λεφτά και να μην μπορείς να αγοράσεις;
Πολύ εύκολα. Αρκεί το κράτος να τυπώνει περισσότερα δικαιώματα πάνω στα αγαθά από όσα αγαθά μπορεί να παράγει η οικονομία.
- Τα χρήματα υπάρχουν.
- Τα δελτία υπάρχουν.
- Οι επίσημες τιμές υπάρχουν.
Μόνο τα προϊόντα λείπουν.
Add comment
Comments