Η Ελλάδα των επιχειρήσεων χωρίς υπαλλήλους: Το 61,2% λειτουργεί χωρίς ούτε έναν μισθωτό

Published on September 4, 2026 at 11:02 AM

Η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη επιχειρηματικότητας. Πάσχει από έλλειψη επιχειρήσεων που μεγαλώνουν.

Από τον Δαίδαλο | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Πίσω από τις χιλιάδες νέες ατομικές δραστηριότητες, τα μικρά καταστήματα, τα επαγγελματικά γραφεία και τις οικογενειακές επιχειρήσεις κρύβεται μία από τις σημαντικότερες αδυναμίες του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου: η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρηματικών μονάδων παραμένει εξαιρετικά μικρή, χωρίς προσωπικό, χωρίς οργανωμένη διοίκηση και συχνά χωρίς την οικονομική δυνατότητα να επενδύσει σε τεχνολογία, εξαγωγές και ανθρώπινο κεφάλαιο.

Νέα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ προσφέρουν ίσως την καθαρότερη μέχρι σήμερα εικόνα αυτού του φαινομένου. Σύμφωνα με το Στατιστικό Μητρώο Επιχειρήσεων, οι αυτοαπασχολούμενοι - οι ατομικές επιχειρήσεις που δεν απασχολούν κανέναν μισθωτό — αποτελούσαν το 2023 το 61,2% του συνόλου των οικονομικά ενεργών νομικών μονάδων στην ΕλλάδαΜε άλλα λόγια, σχεδόν έξι στις δέκα ενεργές επιχειρηματικές μονάδες της χώρας δεν διαθέτουν ούτε έναν εργαζόμενο πέρα από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη τους.

Το στοιχείο αυτό δεν είναι απλώς μια ενδιαφέρουσα κοινωνική στατιστική. Αποκαλύπτει τον πυρήνα του προβλήματος της ελληνικής παραγωγικότητας.

Τι ακριβώς σημαίνει το 61,2%

Η πρώτη διευκρίνιση είναι κρίσιμη. Το 61,2% δεν σημαίνει ότι έξι στους δέκα εργαζομένους είναι αυτοαπασχολούμενοι. Αφορά το ποσοστό των αυτοαπασχολούμενων ατομικών επιχειρήσεων χωρίς προσωπικό επί του συνολικού αριθμού των ενεργών νομικών μονάδων.

Στην αγορά εργασίας, η εικόνα είναι διαφορετική.

Σύμφωνα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, στο πρώτο τρίμηνο του 2026:

  • το 71,9% των απασχολουμένων ήταν μισθωτοί,
  • το 18% ήταν αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό,
  • το 7,6% ήταν αυτοαπασχολούμενοι με εργαζομένους,
  • και το 2,4% εργαζόταν ως συμβοηθούν μέλος οικογενειακής επιχείρησης.

Η διάκριση είναι ουσιαστική. Μια ατομική επιχείρηση χωρίς προσωπικό υπολογίζεται ως μία ενεργή νομική μονάδα, ακόμη κι αν απασχολεί μόνο τον ιδιοκτήτη της. Έτσι, οι επιχειρήσεις αυτές κυριαρχούν αριθμητικά στο επιχειρηματικό μητρώο, χωρίς να αντιπροσωπεύουν αντίστοιχο ποσοστό της συνολικής απασχόλησης ή της παραγόμενης προστιθέμενης αξίας.

Αυτό ακριβώς είναι και το πρόβλημα.

Σχεδόν όλες οι επιχειρήσεις είναι μικρές

Η νέα ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ δεν αποτελεί μεμονωμένο εύρημα. Επιβεβαιώνει μια ευρύτερη εικόνα που προκύπτει και από τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Στο SME Country Fact Sheet 2026 για την Ελλάδα, η διάρθρωση της επιχειρηματικής οικονομίας αποτυπώνεται ως εξής:

Τα μεγέθη είναι αποκαλυπτικά.

Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις αποτελούν σχεδόν το 95% του συνόλου και απασχολούν περίπου τους μισούς εργαζομένους της επιχειρηματικής οικονομίας. Παράγουν, όμως, λιγότερο από το ένα τέταρτο της συνολικής προστιθέμενης αξίας.

Στην άλλη πλευρά, οι μεγάλες επιχειρήσεις αποτελούν μόλις το 0,1% του συνόλου, αλλά παράγουν το 41,7% της προστιθέμενης αξίας.

Με βάση τα απόλυτα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προκύπτει μια ακόμη πιο εντυπωσιακή σύγκριση. Η ετήσια προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο διαμορφώνεται, ως προσεγγιστικός υπολογισμός, περίπου:

  • στις €16.200 στις πολύ μικρές επιχειρήσεις,
  • στις €26.300 στις μικρές,
  • στις €38.300 στις μεσαίες,
  • και στις €88.300 στις μεγάλες επιχειρήσεις.

Αυτό δεν αποτελεί επίσημο δείκτη παραγωγικότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά υπολογισμό που προκύπτει από τη διαίρεση της εκτιμώμενης προστιθέμενης αξίας με τον αριθμό των απασχολουμένων κάθε κατηγορίας. Η διαφορά παραμένει εντυπωσιακή: η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο στις πολύ μικρές επιχειρήσεις αντιστοιχεί περίπου στο 18% εκείνης των μεγάλων επιχειρήσεων.

Γιατί το μέγεθος επηρεάζει την παραγωγικότητα

Μια μεγαλύτερη επιχείρηση μπορεί ευκολότερα να κατανείμει τα σταθερά της έξοδα σε περισσότερες πωλήσεις, να αποκτήσει εξειδικευμένα στελέχη, να οργανώσει τμήματα εξαγωγών και να χρηματοδοτήσει επενδύσεις που είναι απαγορευτικές για μια επιχείρηση ενός ή δύο ανθρώπων.

Μπορεί επίσης να επενδύσει σε:

  • σύγχρονο μηχανολογικό εξοπλισμό,
  • λογισμικό και αυτοματοποίηση,
  • έρευνα και ανάπτυξη,
  • επαγγελματική διοίκηση,
  • εκπαίδευση προσωπικού,
  • διεθνή δίκτυα πωλήσεων,
  • πιστοποιήσεις και συμμόρφωση με ξένες αγορές.

Ο ΟΟΣΑ υπολογίζει ότι, κατά μέσο όρο στις χώρες που εξετάζει, η παραγωγικότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αντιστοιχεί περίπου στο 65% της παραγωγικότητας των μεγάλων. Η απόσταση είναι ακόμη μεγαλύτερη στη μεταποίηση. Οι πολύ μικρές μεταποιητικές επιχειρήσεις παράγουν κατά μέσο όρο μόλις περίπου το ένα τέταρτο της παραγωγικότητας των μεγάλων βιομηχανικών επιχειρήσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μεγάλη επιχείρηση είναι αποδοτική ή ότι κάθε μικρή επιχείρηση είναι προβληματική. Υπάρχουν μικρά τεχνολογικά γραφεία, εξειδικευμένες εξαγωγικές εταιρείες και επαγγελματικές επιχειρήσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας που είναι εξαιρετικά παραγωγικές. Ο ίδιος ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι περίπου το 95% των διαφορών παραγωγικότητας μεταξύ επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου εξηγείται από διαφορές που υπάρχουν ακόμη και μεταξύ επιχειρήσεων παρόμοιου μεγέθους.

Επομένως, το μέγεθος δεν είναι η μοναδική εξήγηση. Είναι, όμως, ένας πολύ ισχυρός περιοριστικός παράγοντας - ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με χαμηλή τεχνολογική ένταση, ανεπαρκή διοίκηση και περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση.

Γιατί οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν μεγαλώνουν

Το ερώτημα δεν είναι γιατί υπάρχουν μικρές επιχειρήσεις. Μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις υπάρχουν σε κάθε προηγμένη οικονομία. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί τόσο λίγες ελληνικές επιχειρήσεις περνούν από το στάδιο της αυτοαπασχόλησης στην οργανωμένη επιχείρηση με προσωπικό - και από εκεί στη μεσαία ή μεγάλη εταιρεία.

Ο ΟΟΣΑ, στην έκθεση Foundations for Growth and Competitiveness 2026, εντοπίζει έναν συνδυασμό προβλημάτων:

  • διοικητικά και ρυθμιστικά βάρη,
  • περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση,
  • αργή διάδοση ψηφιακών τεχνολογιών,
  • ελλείψεις σε διοικητικές και τεχνικές δεξιότητες,
  • χαμηλή επιχειρηματική κινητικότητα,
  • δυσκολίες εισόδου αλλά και εξόδου επιχειρήσεων από την αγορά,
  • καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη και στις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Σε αυτό προστίθεται και η ιστορική κληρονομιά της δεκαετούς κρίσης. Πολλές επιχειρήσεις έχασαν την πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, συσσώρευσαν οφειλές ή απέφυγαν την ανάληψη νέου επενδυτικού κινδύνου.


Η χρηματοδότηση παραμένει άνιση.

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι νέες χρηματοδοτήσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις αυξήθηκαν το 2024 κατά 25,2%, στα €5,94 δισ. Παρά την αύξηση, αντιστοιχούσαν μόλις στο 24,8% του συνολικού νέου επιχειρηματικού δανεισμούΟι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δηλαδή, συγκεντρώνουν το 84,6% της απασχόλησης της επιχειρηματικής οικονομίας, αλλά λιγότερο από το ένα τέταρτο της νέας τραπεζικής χρηματοδότησης.

Η σύγκριση χρειάζεται προσοχή, επειδή η ζήτηση δανείων, ο πιστωτικός κίνδυνος και το ύψος κάθε επένδυσης διαφέρουν σημαντικά ανά μέγεθος επιχείρησης. Είναι  εξαιρετικό δύσκολο για το χρηματοοικονομικό σύστημα να αναλάβει εκ νέου σημαντική έκθεση σε επιχειρήσεις πολύ μικρού μεγέθους άρα και υψηλότατου πιστωτικού κινδύνου. Παρ’ όλα αυτά, αποτυπώνει τη δυσκολία των μικρότερων μονάδων να χρηματοδοτήσουν ένα πραγματικό άλμα κλίμακας.

Επιχειρηματικότητα ή συγκαλυμμένη μισθωτή εργασία;

Η αυτοαπασχόληση δεν αποτελεί πάντοτε αποτέλεσμα μιας επιχειρηματικής ευκαιρίας. Συχνά είναι λύση ανάγκης.

Πίσω από μια ατομική επιχείρηση μπορεί να βρίσκεται:

  • ένας επαγγελματίας που δεν βρίσκει κατάλληλη μισθωτή εργασία,
  • ένας εργαζόμενος που παρέχει υπηρεσίες αποκλειστικά σε έναν πελάτη με "μπλοκάκι",
  • μια οικογενειακή δραστηριότητα χαμηλού περιθωρίου,
  • ένας μικρός έμπορος που επιβιώνει χωρίς δυνατότητα επένδυσης,
  • αλλά και ένας εξαιρετικά παραγωγικός επιστήμονας ή σύμβουλος που δεν χρειάζεται προσωπικό.

Γι’ αυτό η υψηλή αυτοαπασχόληση δεν πρέπει ούτε να εξιδανικεύεται ούτε να δαιμονοποιείται.

Δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη παραγωγικής αδυναμίας. Όταν, όμως, συνδυάζεται με το γεγονός ότι σχεδόν το 95% των επιχειρήσεων έχει έως εννέα εργαζομένους, με χαμηλή προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο και περιορισμένες εξαγωγικές επιδόσεις, τότε αποκαλύπτει ένα βαθύτερο διαρθρωτικό πρόβλημα.

Το ζητούμενο δεν είναι να εξαφανιστούν οι μικροί

Η σωστή πολιτική απάντηση δεν είναι να αντιμετωπιστούν οι μικρές επιχειρήσεις ως βάρος ούτε να επιβληθούν τεχνητές συγχωνεύσεις. Οι μικρές επιχειρήσεις προσφέρουν ευελιξία, τοπική απασχόληση, εξειδίκευση και κοινωνική συνοχή. Σε αρκετούς κλάδους υπηρεσιών μπορούν να είναι εξίσου ή και περισσότερο παραγωγικές από μεγαλύτερες εταιρείες. Ο στόχος πρέπει να είναι διαφορετικός: να πάψει το μικρό μέγεθος να αποτελεί μόνιμη παγίδα.

Αυτό προϋποθέτει:

  1. Κίνητρα για την πρώτη πρόσληψη.
    Η μετάβαση από την ατομική επιχείρηση στην επιχείρηση με προσωπικό είναι συχνά το δυσκολότερο βήμα.
  2. Σταθερότερο φορολογικό και ρυθμιστικό περιβάλλον.
    Οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν όταν δεν μπορούν να προβλέψουν τους κανόνες των επόμενων ετών.
  3. Χρηματοδότηση που συνδέεται με παραγωγικές επενδύσεις.
    Όχι απλώς φθηνά δάνεια, αλλά κεφάλαια για τεχνολογία, εξωστρέφεια, πιστοποιήσεις και οργανωτική αναβάθμιση.
  4. Εκπαίδευση στη διοίκηση επιχειρήσεων.
    Πολλές πολύ μικρές εταιρείες δεν στερούνται μόνο κεφαλαίων, αλλά και γνώσης για το πώς οργανώνεται η ανάπτυξη.
  5. Συνεργατικά σχήματα και κοινές υποδομές.
    Εξαγωγικές κοινοπραξίες, clusters, κοινά δίκτυα διανομής και ψηφιακές πλατφόρμες μπορούν να προσφέρουν οικονομίες κλίμακας χωρίς να εξαφανίζουν την ανεξαρτησία της μικρής επιχείρησης.
  6. Ευκολότερη αναδιάρθρωση ή έξοδος.
    Μια οικονομία χρειάζεται όχι μόνο νέες επιχειρήσεις, αλλά και τη δυνατότητα οι μη βιώσιμες μονάδες να κλείνουν ομαλά και οι πόροι τους να μετακινούνται σε παραγωγικότερες δραστηριότητες.

Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας

Η ελληνική οικονομία έχει ανακτήσει την ανάπτυξη, έχει μειώσει την ανεργία και έχει προσελκύσει σημαντικές επενδύσεις. Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να κλείσει το εισοδηματικό χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη. Η επόμενη φάση δεν μπορεί να βασιστεί μόνο σε περισσότερες ώρες εργασίας, περισσότερα ακίνητα ή περισσότερες μικρές επιχειρήσεις που ανακυκλώνουν την ίδια περιορισμένη εγχώρια ζήτηση.

Χρειάζεται μεγαλύτερη παραγωγή ανά εργαζόμενο.

Και αυτό απαιτεί επιχειρήσεις που μπορούν να επενδύουν, να προσλαμβάνουν, να οργανώνονται, να καινοτομούν και να εξάγουν. Το 61,2% της ΕΛΣΤΑΤ δεν είναι απλώς ένας ακόμη αριθμός. Είναι η ακτινογραφία μιας οικονομίας στην οποία η επιχειρηματικότητα παραμένει συχνά ατομική υπόθεση.

Η Ελλάδα διαθέτει πολλούς ανθρώπους που δημιουργούν τη δική τους δουλειά. Εκείνο που εξακολουθεί να της λείπει είναι ένας μηχανισμός που να μετατρέπει περισσότερες από αυτές τις προσπάθειες σε επιχειρήσεις με διάρκεια, προσωπικό, κεφάλαιο και διεθνή παρουσία. Το μεγάλο παραγωγικό στοίχημα δεν είναι να δημιουργήσουμε απλώς περισσότερες επιχειρήσεις.

Είναι να επιτρέψουμε στις καλύτερες από αυτές να μεγαλώσουν.

Add comment

Comments

There are no comments yet.