Το ΠΑΣΟΚ δεν παρέλαβε το 1981 μια άψογη οικονομία. Όμως μέσα στη δεκαετία το χρέος εκτινάχθηκε, οι επενδύσεις υποχώρησαν, η παραγωγικότητα σχεδόν πάγωσε και η Ελλάδα απομακρύνθηκε από την ευρωπαϊκή σύγκλιση. Τι πραγματικά συνέβη στα χρόνια της "Αλλαγής" και πόσο από το μοντέλο που κατέρρευσε το 2010 γεννήθηκε τότε;

Από τους Κέλσο και Τηλέμαχο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η Ελλάδα που παρέλαβε το ΠΑΣΟΚ τον Οκτώβριο του 1981 είχε ήδη σοβαρές ανισορροπίες. Ο πληθωρισμός ήταν πολύ υψηλός, η ανάπτυξη είχε επιβραδυνθεί, η δημόσια απασχόληση αυξανόταν, οι δημόσιες επιχειρήσεις εμφάνιζαν ζημιές και οι ανάγκες δανεισμού του δημόσιου τομέα είχαν ήδη εκτοξευθεί.
Ο ΟΟΣΑ καταγράφει μάλιστα ότι η επεκτατική διαχείριση της ζήτησης είχε ξεκινήσει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και είχε ενταθεί ιδιαίτερα το 1980–81.
Άρα το σωστό ερώτημα δεν είναι: "Κατέστρεψε το ΠΑΣΟΚ μια υγιή οικονομία;" Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι δυσκολότερο: "Τι έκανε το ΠΑΣΟΚ με μια οικονομία που είχε ήδη αρχίσει να εκτροχιάζεται;"
Και κυρίως: Ποιο μέρος της κρίσης του 2010 μπορεί να αναζητήσει τις ρίζες του στη δεκαετία του 1980;
Η Ελλάδα που μπήκε στη δεκαετία του ’80
Το περίφημο ελληνικό οικονομικό "θαύμα" είχε ήδη τελειώσει. Για περίπου δύο δεκαετίες μετά τον πόλεμο, η Ελλάδα είχε αναπτυχθεί με εξαιρετικά υψηλούς ρυθμούς. Μετά τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979 όμως το μοντέλο άρχισε να εξαντλείται.
Η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε. Ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε. Η βιομηχανία έχανε δυναμισμό.
Και το κράτος μεγάλωνε.
Ήδη πριν από το 1981 η κρατική απασχόληση αυξανόταν αισθητά, ενώ ιδιαίτερα γρήγορη ήταν η αύξηση των μη μόνιμων εργαζομένων μετά το 1975. Ταυτόχρονα, δημόσιες επιχειρήσεις εμφάνιζαν αυξανόμενο μισθολογικό κόστος και ζημιές.
Η Ελλάδα είχε αρχίσει να αναπτύσσει έναν γνώριμο μηχανισμό: αύξηση των κρατικών δαπανών, εκτίναξη του μισθολογικού κόστους στο δημόσιο, ζημιές των δημόσιων οργανισμών, άρα ανάγκες χρηματοδότησης και καταφυγή στον δανεισμό.
Το 1981 μάλιστα είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τοποθετηθεί σωστά ιστορικά.
Οι εκλογές έγιναν στις 18 Οκτωβρίου 1981. Το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής πολιτικής εκείνης της χρονιάς ήταν επομένως πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης.
Οι δανειακές ανάγκες του δημόσιου τομέα είχαν ήδη φθάσει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα πριν η νέα κυβέρνηση προλάβει ουσιαστικά να εφαρμόσει το πρόγραμμά της.
Το ΠΑΣΟΚ δεν δημιούργησε από το μηδέν το δημοσιονομικό πρόβλημα.
Αλλά παρέλαβε ένα πρόβλημα που ακόμη μπορούσε να ελεγχθεί. Και τότε έκανε μια ιστορική επιλογή.
1982–1985: Η μεγάλη αναδιανομή
Η εκλογική νίκη του 1981 δεν ήταν απλώς αλλαγή κυβέρνησης. Ήταν κοινωνική μεταβολή.
Το ΠΑΣΟΚ ήρθε στην εξουσία με εντολή να αναδιανείμει εισόδημα και πολιτική ισχύ προς κοινωνικές ομάδες που θεωρούσαν ότι για δεκαετίες βρίσκονταν στην περιφέρεια του κράτους.
Και το έκανε γρήγορα.
- Οι χαμηλοί μισθοί αυξήθηκαν θεαματικά.
- Οι χαμηλές συντάξεις ενισχύθηκαν.
- Οι κοινωνικές μεταβιβάσεις αυξήθηκαν.
- Το κοινωνικό κράτος επεκτάθηκε.
Το Εθνικό Σύστημα Υγείας αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες θεσμικές μεταρρυθμίσεις της περιόδου.
Παράλληλα άλλαξε το οικογενειακό δίκαιο, ενισχύθηκε θεσμικά η θέση των γυναικών και ενσωματώθηκαν στο κράτος κοινωνικές και πολιτικές ομάδες που για δεκαετίες ένιωθαν αποκλεισμένες.
Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι μέρος της πραγματικής ιστορικής κληρονομιάς της δεκαετίας. Αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα.
Η κοινωνική αναβάθμιση προχωρούσε πολύ ταχύτερα από την παραγωγική αναβάθμιση της οικονομίας.
Στις αρχές της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ οι κατώτατες αποδοχές αυξήθηκαν εντυπωσιακά, ενώ το μερίδιο των αμοιβών της εργασίας στο εθνικό εισόδημα ενισχύθηκε σημαντικά. Το 1982 οι κατώτατες αποδοχές αυξήθηκαν θεαματικά. Ο ΟΟΣΑ κατέγραφε άνοδο περίπου 48,5% στους κατώτατους μισθούς και περίπου 53,5% στους κατώτατους μισθούς υπαλλήλων, ενώ οι μέσες αποδοχές αυξήθηκαν κατά περίπου 27%.
Η αναδιανομή ήταν λοιπόν πραγματική. Το ερώτημα ήταν αν ήταν και βιώσιμη.
Η ΑΤΑ και ο φαύλος κύκλος του πληθωρισμού
Για να προστατευτούν τα εισοδήματα από έναν πληθωρισμό που κινούνταν κοντά ή πάνω από το 20%, θεσμοθετήθηκε η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή.
Η λογική ήταν κοινωνικά κατανοητή:
Η Ελλάδα διατήρησε έτσι εξαιρετικά υψηλό πληθωρισμό την ώρα που ο πληθωρισμός στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες αποκλιμακωνόταν.
Η διεθνής συγκυρία εξηγούσε πλέον μόνο μέρος του ελληνικού προβλήματος.
Οι κοινωνικές μεταβιβάσεις εκτοξεύονται
Το κράτος δεν ενίσχυσε μόνο τους μισθούς. Οι μεταβιβάσεις προς τα νοικοκυριά αυξήθηκαν από περίπου 11% του διαθέσιμου εισοδήματος το 1980 σε 15,5% το 1984.
Ο ΟΟΣΑ εκτιμούσε μάλιστα ότι περίπου 90% της αύξησης του πραγματικού εισοδήματος των νοικοκυριών μεταξύ 1980 και 1984 προερχόταν από αυτές τις μεταβιβάσεις.
Η κοινωνική πολιτική είχε επομένως πολύ μεγάλη πραγματική επίδραση. Αλλά αυτό σημαίνει και ότι ένα σημαντικό τμήμα της αύξησης των εισοδημάτων δεν προερχόταν από αύξηση της παραγωγικότητας και της παραγωγής, αλλά κυρίως από κρατικές μεταβιβάσεις.
Το δεύτερο μοντέλο μπορεί να λειτουργήσει.
Αλλά μόνο εφόσον το κράτος διαθέτει τη φορολογική βάση για να το χρηματοδοτήσει
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο: οι επενδύσεις πέφτουν
Εδώ αρχίζει να διακρίνεται η βαθύτερη αδυναμία του μοντέλου. Μια οικονομία μπορεί να δανείζεται πολύ χωρίς αυτό να είναι κατ' ανάγκη καταστροφικό, εάν ο δανεισμός χρηματοδοτεί παραγωγικές επενδύσεις που αυξάνουν το μελλοντικό ΑΕΠ.
Αυτό όμως δεν ήταν το βασικό ελληνικό μοτίβο.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 το ποσοστό των συνολικών επενδύσεων στο ΑΕΠ υποχώρησε αισθητά. Οι ιδιωτικές παραγωγικές επενδύσεις πιέστηκαν, ενώ η κερδοφορία σημαντικού μέρους της μεταποίησης επιδεινώθηκε.
Δηλαδή συνέβαιναν ταυτόχρονα δύο πράγματα: αυξάνονταν οι κρατικές υποχρεώσεις και ταυτόχρονα μειώνονταν οι παραγωγικές επενδύσεις. Αυτό είναι πολύ πιο σοβαρό από μια απλή αύξηση των δημοσίων δαπανών.
Γιατί σημαίνει ότι η οικονομία δημιουργούσε περισσότερες μελλοντικές υποχρεώσεις, χωρίς να δημιουργεί αντίστοιχα μεγαλύτερη μελλοντική παραγωγική ικανότητα.
Οι «προβληματικές» επιχειρήσεις
Στο ίδιο πλαίσιο εμφανίζεται ένα από τα πιο χαρακτηριστικά οικονομικά φαινόμενα της εποχής. Οι λεγόμενες προβληματικές επιχειρήσεις.
Μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις που είχαν ουσιαστικά καταστεί μη βιώσιμες βρέθηκαν αντιμέτωπες με την πτώχευση. Η οικονομικά σκληρή λύση θα ήταν:
- αναδιάρθρωση,
- πώληση,
- κλείσιμο.
Αλλά αυτό θα σήμαινε και απώλεια θέσεων εργασίας. Το κράτος προτίμησε σε πολλές περιπτώσεις να τις διατηρήσει ζωντανές.
Ο Οργανισμός Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων ανέλαβε δεκάδες εταιρείες, ενώ ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της τραπεζικής χρηματοδότησης είχε αρχίσει να κατευθύνεται σε ζημιογόνες επιχειρήσεις.
Ο Οργανισμός Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων είχε φτάσει να διαχειρίζεται περίπου 40 επιχειρήσεις με σχεδόν 10.000 εργαζομένους και χρέη περίπου 270 δισ. δραχμών.
Το μέγεθος του προβλήματος ήταν τέτοιο ώστε, μαζί με άλλες προβληματικές επιχειρήσεις, περίπου 20%–25% της συνολικής τραπεζικής πίστης προς τις επιχειρήσεις κατευθυνόταν σε ζημιογόνες μονάδες.
Ο ΟΟΣΑ επισήμαινε ότι το φαινόμενο είχε ήδη αποκτήσει συστημικές διαστάσεις για την πίστη και το τραπεζικό σύστημα.
Έτσι εμφανίστηκε ένας ακόμη φαύλος κύκλος:
Το κράτος αρχίζει να απορροφά το κεφάλαιο
Το τραπεζικό σύστημα λειτουργούσε υπό ισχυρό κρατικό έλεγχο. Περίπου τα τρία τέταρτα των πόρων των εμπορικών τραπεζών υπόκειντο σε διάφορες δεσμεύσεις και υποχρεωτικές τοποθετήσεις. Από τους δεσμευμένους πόρους, μεγάλο μέρος κατευθυνόταν προς το Δημόσιο και σε τομείς προτεραιότητας.
Οι τράπεζες είχαν πραγματική διακριτική ευχέρεια για σχετικά μικρό τμήμα των κεφαλαίων τους.
Έτσι δημιουργούνταν ένας μηχανισμός crowding out:
Το πρόβλημα δεν ήταν επομένως μόνο πόσο χρέος δημιουργούσε το κράτος. Ήταν και τι συνέβαινε στην υπόλοιπη οικονομία επειδή το κράτος χρειαζόταν συνεχώς περισσότερα κεφάλαια.
1985: το μοντέλο φτάνει στα όριά του
Μέχρι το 1985 οι ανισορροπίες είχαν γίνει εξαιρετικά δύσκολο να αγνοηθούν. Οι δανειακές ανάγκες του δημόσιου τομέα είχαν φτάσει περίπου στο 18% του ΑΕΠ/GNP, ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη ιστορική μέτρηση.
- Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών πλησίαζε το 10%.
- Ο πληθωρισμός παρέμενε εξαιρετικά υψηλός.
- Και το χρέος είχε αρχίσει να αυξάνεται με μεγάλη ταχύτητα.
Η καλύτερη απόδειξη ότι η προηγούμενη πορεία δεν ήταν βιώσιμη προέρχεται από την ίδια την κυβέρνηση Παπανδρέου. Τον Οκτώβριο του 1985 αλλάζει δραματικά οικονομική πολιτική. Υπουργός Εθνικής Οικονομίας είναι ο Κώστας Σημίτης.
- Η δραχμή υποτιμάται κατά 15%.
- Η ΑΤΑ περιορίζεται.
- Η εισοδηματική πολιτική γίνεται αυστηρή.
- Η νομισματική πολιτική σφίγγει.
- Επιχειρείται περιορισμός της αύξησης των δημοσίων δαπανών και της φοροδιαφυγής.
- Αυξάνονται διοικητικά καθοριζόμενες τιμές.
Οι τρεις βασικοί στόχοι του προγράμματος ήταν εντυπωσιακοί: PSBR (Δανειακές Ανάγκες του Δημόσιου Τομέα) από περίπου 18% του ΑΕΠ το 1985 σε 10% το 1987, εξωτερικό έλλειμμα από περίπου 10% σε 3% και πληθωρισμός από περίπου 25% στο τέλος του 1985 σε 10% στο τέλος του 1987.
Δεν ήταν μια μικρή διόρθωση. Ήταν η πρώτη μεγάλη προσπάθεια να απενεργοποιηθεί η βόμβα.
1985–1987: Η διετία Σημίτη
Η θεραπεία είχε σημαντικό κοινωνικό κόστος.
- Οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν.
- Η κατανάλωση περιορίστηκε.
- Η εγχώρια ζήτηση συγκρατήθηκε.
Η λογική ήταν:
Και η θεραπεία άρχισε να λειτουργεί.
Τι κατάφερε η σταθεροποίηση
* Εξαιρουμένης της μηχανικής επίδρασης από την εισαγωγή του ΦΠΑ στις σχετικές εκτιμήσεις ΟΟΣΑ.
Ο ΟΟΣΑ έκρινε τα αποτελέσματα ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, αν και τόνιζε ότι μεγάλες ανισορροπίες παρέμεναν και ότι χρειαζόταν συνέχιση της διορθωτικής πολιτικής.
Η Ελλάδα απέδειξε ότι μπορούσε ακόμη να αλλάξει πορεία. Αλλά η προσαρμογή είχε μια αδυναμία. Προχώρησε περισσότερο στη συμπίεση των εισοδημάτων και της ζήτησης παρά στις βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές.
Οι προβληματικές επιχειρήσεις δεν εξαφανίστηκαν. Η αποτελεσματικότητα του Δημοσίου δεν μεταμορφώθηκε. Η φορολογική βάση παρέμενε ανεπαρκής. Οι στρεβλώσεις στην κατανομή του κεφαλαίου παρέμεναν.
Η Ελλάδα αντιμετώπισε περισσότερο τη μακροοικονομική εκδήλωση του προβλήματος παρά τις βαθύτερες αιτίες του.
1987: η χαμένη ευκαιρία;
Ο Κώστας Σημίτης αποχώρησε από την κυβέρνηση τον Νοέμβριο του 1987. Η κοινωνική και πολιτική πίεση για χαλάρωση είχε ενισχυθεί. Οι πραγματικοί μισθοί είχαν υποχωρήσει. Τα συνδικάτα αντιδρούσαν. Και στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ επικράτησε η άποψη ότι η περίοδος αυστηρής λιτότητας έπρεπε να τελειώσει.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι θα είχε συμβεί αν το πρόγραμμα συνεχιζόταν. Μπορούμε όμως να πούμε κάτι ασφαλέστερο.
Το 1987 υπήρχε πλέον κάτι που δεν υπήρχε το 1981: γνώση. Η κυβέρνηση είχε δει πού οδηγούσε η προηγούμενη πορεία. Είχε αναγκαστεί να αλλάξει πολιτική. Και είχε δει ότι η αλλαγή άρχιζε να λειτουργεί.
Το 1981 μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι οι συνέπειες του νέου μοντέλου δεν ήταν ακόμη γνωστές. Το 1987 ήταν.
1988–1990: Η επιστροφή των ανισορροπιών
Η χαλάρωση δεν εξαφάνισε αμέσως τα κέρδη της σταθεροποίησης. Το 1988 η οικονομία ανέκαμψε. Η ιδιωτική επένδυση εμφάνισε κάποια βελτίωση. Η κερδοφορία είχε ανακάμψει. Όμως το βασικό δημοσιονομικό πρόβλημα δεν είχε λυθεί.
Και το 1989 επιδεινώθηκε ξανά δραματικά.
Ο ΟΟΣΑ κατέγραφε επανεμφάνιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών και στασιμοπληθωριστικών τάσεων.
Το 1990 η πολιτική κατάσταση είχε πλέον αλλάξει. Είχαν μεσολαβήσει οι κυβερνήσεις Τζαννετάκη και Ζολώτα και τον Απρίλιο ανέλαβε η κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Άρα το 1990 δεν είναι σωστό να αντιμετωπίζεται ως ακόμη ένα "έτος Παπανδρέου". Είναι περισσότερο η στιγμή κατά την οποία ο λογαριασμός της δεκαετίας βρίσκεται πάνω στο τραπέζι.
Ο λογαριασμός της δεκαετίας σε έναν πίνακα
Οι ιστορικές σειρές χρέους έχουν διαφορετικούς ορισμούς - γενική κυβέρνηση, κεντρική κυβέρνηση, ευρύτερος δημόσιος τομέας, ακαθάριστο ή καθαρό χρέος. Γι’ αυτό δεν πρέπει να αναμειγνύονται σαν να είναι το ίδιο μέγεθος.
Αν όμως χρησιμοποιήσουμε συνεπείς σειρές για κάθε σύγκριση, η εικόνα είναι σαφής:
* Ιστορική σειρά OECD για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
** Μέσοι ετήσιοι ρυθμοί των περιόδων που χρησιμοποιεί ο OECD.
Αυτός ο πίνακας είναι ουσιαστικά ο οικονομικός ισολογισμός της δεκαετίας.
Η Ελλάδα δεν συσσώρευσε τεράστιο χρέος χρηματοδοτώντας ένα οικονομικό θαύμα. Συσσώρευσε χρέος την ώρα που η μακροχρόνια ανάπτυξη, η παραγωγικότητα και οι επενδύσεις επιβραδύνονταν δραματικά.
Και αυτό είναι πολύ σοβαρότερο από το χρέος από μόνο του.
Η στιγμή που το χρέος αρχίζει να τρέφει τον εαυτό του
Στην αρχή της δεκαετίας το βασικό πρόβλημα ήταν:
Ο μηχανισμός είχε αποκτήσει δική του αδράνεια. Και αυτό είναι το σημείο όπου μια προσωρινή δημοσιονομική επιλογή μετατρέπεται σε διαρθρωτικό περιορισμό για τις επόμενες κυβερνήσεις.
«Έτσι ήταν όμως όλη η Νότια Ευρώπη»
Εδώ βρίσκεται το σοβαρότερο αντεπιχείρημα. Τα 1980s ήταν δύσκολα σε ολόκληρη την Ευρώπη.
- Πετρελαϊκές κρίσεις.
- Πληθωρισμός.
- Ανεργία.
- Δημοσιονομικά ελλείμματα.
- Βιομηχανική αναδιάρθρωση.
Ισπανία, Πορτογαλία και Ιρλανδία αντιμετώπισαν επίσης σοβαρά προβλήματα. Άρα μήπως η Ελλάδα δεν ήταν πραγματικά διαφορετική; Για να το ελέγξουμε, πρέπει να κοιτάξουμε τα συγκριτικά στοιχεία.
Το τεστ της σύγκλισης
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δίνει μια εξαιρετικά χρήσιμη συγκρίσιμη σειρά για τις τέσσερις φτωχότερες τότε οικονομίες της Κοινότητας.
Κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε αγοραστική δύναμη — Κοινότητα = 100
Για το 1990, τα στοιχεία της Επιτροπής καταγράφουν Ελλάδα 52,9, Ισπανία 77,8 και Ιρλανδία 68,6· για την Πορτογαλία η ίδια σειρά δείχνει την αντίστοιχη σαφή ανοδική τάση προς το 1991.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το διατύπωνε ήδη το 1991 σχεδόν χωρίς περιστροφές: η ανάπτυξη άνω του κοινοτικού μέσου όρου είχε αρχίσει να μειώνει το εισοδηματικό χάσμα στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία - αλλά όχι στην Ελλάδα.
Η Ελλάδα δεν απέτυχε απλώς να συγκλίνει. Απομακρύνθηκε.
Και αργότερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα διαπίστωνε ότι το ελληνικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS μειώθηκε από περίπου 80% του ευρωπαϊκού μέσου όρου κατά την ένταξη το 1981 σε περίπου 64% το 1996.
Το τεστ των επενδύσεων
Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο καθαρή αν κοιτάξουμε τι συνέβη μετά την είσοδο Ισπανίας και Πορτογαλίας στην ΕΟΚ.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημείωνε ότι σε Ισπανία και Πορτογαλία η σύγκλιση καθοδηγήθηκε από τις επενδύσεις: η βελτίωση της κερδοφορίας και το άνοιγμα της κοινοτικής αγοράς οδήγησαν το μερίδιο των επενδύσεων στο ΑΕΠ να αυξηθεί σχεδόν κατά ένα τέταρτο μεταξύ 1986 και 1990.
Η Ελλάδα σχεδόν δεν μετακινήθηκε. Δεν σημαίνει ότι οι κοινοτικοί πόροι στην Ελλάδα "σπαταλήθηκαν όλοι". Αυτό θα ήταν ανακριβές. Σημαίνει ότι δεν μετατράπηκαν σε αντίστοιχη παραγωγική σύγκλιση.
Η Ιρλανδία: το πιο δύσκολο αντίπαλο παράδειγμα
Η Ιρλανδία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη ακριβώς επειδή δεν ήταν υπόδειγμα δημοσιονομικής αρετής στις αρχές της δεκαετίας.
Αντίθετα, αντιμετώπισε εξαιρετικά σοβαρή κρίση δημόσιου χρέους. Άρα το μάθημα δεν είναι: "Η Ιρλανδία δεν δανείστηκε, ενώ η Ελλάδα δανείστηκε". Αυτό θα ήταν λάθος. Το ενδιαφέρον είναι τι συνέβη όταν το ιρλανδικό μοντέλο έφτασε στα όριά του.
Από τα τέλη της δεκαετίας, η δημοσιονομική σταθεροποίηση συνδυάστηκε με ένα ήδη μακροχρόνιο μοντέλο προσέλκυσης ξένων επενδύσεων, εξαγωγικού προσανατολισμού και επένδυσης στην εκπαίδευση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η ιρλανδική επιτυχία δεν προήλθε από ένα μόνο μέτρο λιτότητας, αλλά από δεκαετίες συνεπούς πολιτικής για FDI, εξαγωγικούς κλάδους και ανθρώπινο κεφάλαιο.
Και η σύγκλιση επιταχύνθηκε από τα τέλη των 1980s. Αυτό κάνει την ελληνική διετία 1985–87 ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Η Ελλάδα επίσης έφτασε στα όρια. Επίσης σταθεροποίησε. Αλλά δεν μετέτρεψε τη σταθεροποίηση σε μακροχρόνιο παραγωγικό μετασχηματισμό.
Τέσσερις χώρες, τέσσερις διαδρομές
Ολόκληρη η σύγκριση μπορεί να συμπυκνωθεί ως εξής:
Η ελληνική ιδιαιτερότητα λοιπόν δεν ήταν ότι είχε χρέος. Είχαν και οι άλλοι.
Δεν ήταν ότι είχε ελλείμματα. Είχαν και οι άλλοι.
Δεν ήταν ότι είχε πληθωρισμό. Είχαν και οι άλλοι.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα ήταν ο συνδυασμός:
Και αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τις πετρελαϊκές κρίσεις ή τη διεθνή συγκυρία. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει ότι οι πολύ διαφορετικές επιδόσεις σύγκλισης των "παλαιών χωρών συνοχής" δείχνουν τον κρίσιμο ρόλο των εγχώριων οικονομικών πολιτικών.
Η μεγάλη αντίφαση της δεκαετίας
Και έτσι φτάνουμε στο πραγματικό παράδοξο. Η Ελλάδα της δεκαετίας του 1980 προσπάθησε να αποκτήσει ευρωπαϊκό επίπεδο κοινωνικής προστασίας, χωρίς να έχει δημιουργήσει ακόμη:
- ευρωπαϊκή παραγωγικότητα,
- ευρωπαϊκού επιπέδου φορολογικό μηχανισμό,
- ευρωπαϊκή διοικητική αποτελεσματικότητα,
- και αντίστοιχη δημοσιονομική πειθαρχία.
Το κενό καλύφθηκε σε σημαντικό βαθμό με δανεισμό.
Στην αρχή αυτό φαινόταν εύκολο. Το χρέος ήταν σχετικά χαμηλό. Η χώρα μπορούσε να δανείζεται. Οι τράπεζες μπορούσαν να χρηματοδοτούν το κράτος. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα παρείχε αυξανόμενους πόρους.
Και έτσι η πολιτική μπορούσε για αρκετά χρόνια να αποφεύγει τη δυσκολότερη επιλογή: ποιος θα πληρώσει;
Μόνο που τελικά κάποιος πάντα πληρώνει.
Η πραγματική «βόμβα»
Έβαλε λοιπόν η δεκαετία του 1980 τη βόμβα στα θεμέλια της ελληνικής οικονομίας; Ναι - αλλά όχι με τον απλοϊκό τρόπο που συνήθως εννοείται.
Η πραγματική βόμβα ήταν η παγίωση ενός πολιτικοοικονομικού μηχανισμού:
Αυτός είναι ο μηχανισμός. Και μέχρι το τέλος της δεκαετίας είχε πλέον εγκατασταθεί.
Όμως το 2010 δεν ήταν προδιαγεγραμμένο
Εδώ χρειάζεται η σημαντικότερη ιστορική επιφύλαξη.
Το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του μηχανισμού δημιουργήθηκε ή παγιώθηκε στη δεκαετία του 1980 δεν σημαίνει ότι η χρεοκοπία του 2010 ήταν αναπόφευκτη.
Μεσολάβησαν περίπου είκοσι χρόνια.
Κυβέρνησαν:
- η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη,
- το ΠΑΣΟΚ ξανά υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου,
- ο Κώστας Σημίτης επί οκτώ χρόνια,
- ο Κώστας Καραμανλής επί πεντέμισι χρόνια.
- Υπήρξαν περίοδοι ισχυρής ανάπτυξης.
- Έπεσαν θεαματικά τα επιτόκια.
- Ήρθαν τεράστιοι κοινοτικοί πόροι.
- Η Ελλάδα μπήκε στην ΟΝΕ.
- Η χώρα απέκτησε πρόσβαση σε πολύ φθηνότερο δανεισμό.
Υπήρξαν επομένως πολλές ευκαιρίες να απενεργοποιηθεί η βόμβα. Δεν αξιοποιήθηκαν επαρκώς.
Γι’ αυτό η πρόταση: "Ο Ανδρέας Παπανδρέου χρεοκόπησε την Ελλάδα το 2010", είναι ιστορικά πρόχειρη.
Αλλά εξίσου πρόχειρο είναι να ισχυριστούμε ότι η δεκαετία του 1980 δεν είχε καμία σχέση με όσα ακολούθησαν.
Η ακριβέστερη διατύπωση είναι δυσκολότερη: Η δεκαετία του 1980 εγκατέστησε μεγάλο μέρος του πολιτικού και δημοσιονομικού μηχανισμού που μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση. Οι επόμενες κυβερνήσεις είχαν περίπου είκοσι χρόνια για να τον αποσυναρμολογήσουν. Αντί γι’ αυτό, σε διαφορετικό βαθμό και με διαφορετικούς τρόπους, έμαθαν να κυβερνούν μέσα σε αυτόν.
Η δεκαετία που αγόρασε το σήμερα από το αύριο
Ίσως αυτό να είναι τελικά το δικαιότερο συμπέρασμα. Η Ελλάδα της δεκαετίας του 1980 ήθελε περισσότερο κοινωνικό κράτος και υψηλότερα εισοδήματα για τα χαμηλότερα στρώματα.
Δεν έκανε όμως με την ίδια αποφασιστικότητα το δεύτερο μισό της δουλειάς: να δημιουργήσει την παραγωγική οικονομία που θα μπορούσε να χρηματοδοτεί αυτά τα κεκτημένα,
- να μεταρρυθμίσει το κράτος,
- να διευρύνει πραγματικά τη φορολογική βάση,
- να κατευθύνει περισσότερο κεφάλαιο προς παραγωγικές επενδύσεις,
- να αναδιαρθρώσει εγκαίρως μη βιώσιμες επιχειρήσεις,
- να συνδέσει μακροχρόνια την αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων με την αύξηση της παραγωγικότητας.
Και έτσι επιλέχθηκε στην πράξη μια τρίτη λύση.
Ο λογαριασμός μεταφέρθηκε στο μέλλον.
Στην αρχή ήταν εύκολο. Το χρέος ήταν χαμηλό. Υπήρχε δυνατότητα δανεισμού. Υπήρχαν ευρωπαϊκοί πόροι.
Μόνο που το χρέος έχει μία ιδιότητα. Είναι κατανάλωση του μέλλοντος στο παρόν. Και κάποια στιγμή το μέλλον φτάνει. Για την Ελλάδα έφτασε το 2010. Η κρίση δεν γεννήθηκε τότε.
Ούτε γεννήθηκε ολόκληρη το 1981.
Αλλά στη δεκαετία που μεσολάβησε από την "Αλλαγή" μέχρι το 1990 η χώρα παγίωσε μια επιλογή που θα τη συνόδευε για πολλά ακόμη χρόνια: έμαθε ότι μπορούσε να χρηματοδοτεί το σήμερα δανειζόμενη από το αύριο.
Και αυτή ήταν ίσως η πραγματική βόμβα που μπήκε στα θεμέλια της ελληνικής οικονομίας.
Add comment
Comments