Πόσο τελικά μας κόστισε η «περήφανη διαπραγμάτευση» του 2015;

Published on September 10, 2026 at 2:56 PM

Η επιστροφή στην ύφεση, οι επενδύσεις που δεν έγιναν, η ακραία αραίωση του ΤΧΣ και το τρίτο Μνημόνιο – Ένας αναθεωρημένος λογαριασμός χωρίς πολιτικά συνθήματα και διπλομετρήσεις

Από την Αληκτώ, Κέλσο και Ίκαρο | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Πόσο κόστισε τελικά στην Ελλάδα η αποκαλούμενη "περήφανη διαπραγμάτευση" του 2015; Στον δημόσιο διάλογο έχουν ακουστεί ποσά από €30 έως €200 δισ. Άλλοι ταυτίζουν το κόστος με τα €86 δισ. του τρίτου Μνημονίου, άλλοι προσθέτουν τις εκροές καταθέσεων, τον έκτακτο δανεισμό των τραπεζών, τη χαμένη ανάπτυξη και την απομείωση της περιουσίας του Δημοσίου. Το πρόβλημα είναι ότι τα περισσότερα από αυτά τα ποσά δεν είναι συγκρίσιμα. Άλλο πράγμα είναι ένα δάνειο, άλλο μια εκροή καταθέσεων, άλλο η απώλεια ΑΕΠ και άλλο η μείωση της αξίας μιας κρατικής συμμετοχής.

Για να προκύψει ένας σοβαρός λογαριασμός χρειάζονται τρεις βασικοί κανόνες:

  1. Να συγκριθεί η πραγματική πορεία της οικονομίας με μια εύλογη εναλλακτική πορεία χωρίς την κρίση του 2015.
  2. Να αποτιμηθεί η περιουσιακή ζημιά του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας με μακροχρόνιο επενδυτικό ορίζοντα.
  3. Να μη μετρηθεί δύο φορές η ίδια ζημιά - ιδιαίτερα οι χαμένες επενδύσεις, οι οποίες επηρεάζουν ήδη το ΑΕΠ.

Με αυτή τη μεθοδολογία, η περισσότερο υπερασπίσιμη κεντρική εκτίμηση δεν είναι ούτε €15 ούτε €100 δισ. . Βρίσκεται περίπου στην περιοχή των: 35–47 δισ. ευρώ.

Δεν πρόκειται για έναν λογιστικό λογαριασμό που πληρώθηκε σε μία ημέρα από το Δημόσιο. Πρόκειται για συνδυασμό χαμένου εθνικού εισοδήματος και απώλειας δημόσιας περιουσίας.

Η οικονομία πριν από τη σύγκρουση

Το 2014 η Ελλάδα είχε επιστρέψει, έστω οριακά, σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης, έπειτα από έξι χρόνια βαθιάς ύφεσης. Η χώρα είχε πραγματοποιήσει δύο δοκιμαστικές εκδόσεις ομολόγων και είχε αρχίσει να διαμορφώνεται η προσδοκία μιας σταδιακής επιστροφής στις αγορέςΣτις αρχές του 2015 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβλεπε ανάπτυξη 2,5% για εκείνο το έτος και 3,6% για το 2016. Οι προβλέψεις αυτές αποδείχθηκαν υπερβολικά αισιόδοξες. Αποτύπωναν, όμως, την αναπτυξιακή δυναμική που θεωρούνταν τότε εφικτή.

Αντί για ισχυρή ανάπτυξη, η οικονομία επέστρεψε σε οριακή ύφεση και στασιμότητα. Η παρατεταμένη αβεβαιότητα, η εκροή καταθέσεων, η διακοπή της κανονικής τραπεζικής χρηματοδότησης, η τραπεζική αργία και η επιβολή των capital controls ανέκοψαν την εύθραυστη ανάκαμψη.

Ένας πρώτος υπολογισμός, περιορισμένος αποκλειστικά στη διετία 2015–2016, τοποθετεί τη σωρευτική απώλεια παραγωγής:

  • περίπου στα 7 δισ. ευρώ, με πολύ συντηρητικές παραδοχές,
  • στα 12–13 δισ. ευρώ, με ένα μετριοπαθές εναλλακτικό σενάριο,
  • και στα 17–18 δισ. ευρώ, εάν χρησιμοποιηθούν πλήρως οι τότε προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Τα ποσά αυτά αποτυπώνουν μόνο τον άμεσο λογαριασμό της πρώτης διετίας. Δεν περιλαμβάνουν την απώλεια που μεταφέρθηκε στα επόμενα χρόνια, καθώς η ελληνική οικονομία αναπτυσσόταν πλέον πάνω σε χαμηλότερη παραγωγική βάση.

Η απώλεια δεν σταμάτησε το 2016

Μια οικονομική κρίση δεν τελειώνει τη στιγμή που ανοίγουν ξανά οι τράπεζες. Οι συνέπειές της μεταφέρονται στο μέλλον μέσα από την περιορισμένη πιστωτική επέκταση, την αναβολή επενδύσεων, την αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και την απώλεια εμπιστοσύνης. Η Ελλάδα παρέμεινε υπό καθεστώς κεφαλαιακών περιορισμών για χρόνια. Οι τράπεζες εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν τεράστιο απόθεμα κόκκινων δανείων, ενώ η χώρα πραγματοποίησε την επόμενη δοκιμαστική έκδοση ομολόγου μόλις τον Ιούλιο του 2017.

Το σημαντικότερο είναι ότι η απώλεια του 2015 επηρέασε τη βάση υπολογισμού όλων των επόμενων ετών. Ακόμη και όταν η οικονομία επέστρεψε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αναπτυσσόταν πάνω σε χαμηλότερο επίπεδο ΑΕΠ από εκείνο που θα μπορούσε να είχε επιτύχει χωρίς την κρίση. Γι’ αυτό η απώλεια παραγωγής υπολογίζεται σε σωρευτική και ανατοκιστική βάση. Το εναλλακτικό ΑΕΠ κάθε έτους προκύπτει από το εναλλακτικό ΑΕΠ της προηγούμενης χρονιάς και όχι με την απλή εφαρμογή ενός μέσου CAGR (Compound Annual Growth Rateστο ΑΕΠ του 2014.

Με αφετηρία πραγματικό ΑΕΠ περίπου €181,8 δισ. το 2014, η πραγματική πορεία της οικονομίας διαμορφώθηκε ενδεικτικά ως εξής:

Κατά την πενταετία 2015–2019, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε με μέσο ετήσιο σύνθετο ρυθμό περίπου 1,1%Το CAGR, όμως, περιγράφει μόνο τη μέση αναπτυξιακή ταχύτητα μεταξύ της αρχικής και της τελικής χρονιάς. Δεν μετρά τη συνολική παραγωγή που χάθηκε στο ενδιάμεσο. Για να υπολογιστεί αυτή, πρέπει να συγκριθεί το πραγματικό με το εναλλακτικό επίπεδο ΑΕΠ σε κάθε έτος και στη συνέχεια να αθροιστούν οι ετήσιες διαφορές.

Το κεντρικό σενάριο ανάπτυξης 2%

Μια μετριοπαθής εναλλακτική υπόθεση είναι ότι, χωρίς τη σύγκρουση και την τραπεζική κρίση του 2015, η ελληνική οικονομία θα μπορούσε να αναπτύσσεται με μέσο πραγματικό ρυθμό 2% ετησίως.  Το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο από τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις αρχές του 2015 και, επομένως, δεν αποτελεί ακραία αισιόδοξο σενάριο.

Στο τέλος του 2019 το ετήσιο επίπεδο του πραγματικού ΑΕΠ θα ήταν περίπου €9 δισ. υψηλότερο. Η σωρευτική παραγωγή που δεν δημιουργήθηκε κατά την πενταετία προσεγγίζει τα €40 δισ. Αυτό αποτελεί το κεντρικό σενάριο της παρούσας αποτίμησης.

Η σύγκριση με την Ευρωπαϊκή Ένωση

Ένα δεύτερο σημείο αναφοράς είναι η πραγματική αναπτυξιακή πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν η Ελλάδα είχε ακολουθήσει κατά την περίοδο 2015–2019 περίπου τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς ρυθμούς, η εικόνα θα διαμορφωνόταν ως εξής:

Η σύγκριση με την ΕΕ δεν αποδεικνύει ότι κάθε ευρώ αυτής της διαφοράς προκλήθηκε αποκλειστικά από τη διαπραγμάτευση του 2015. Η Ελλάδα εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει υψηλό χρέος, χαμηλή παραγωγικότητα, προβληματικούς τραπεζικούς ισολογισμούς και σοβαρές θεσμικές αδυναμίες. Αποτελεί, ωστόσο, ένα χρήσιμο και διαφανές σημείο αναφοράς. Δείχνει ότι η εκτίμηση των €40 δισ. του κεντρικού σεναρίου δεν είναι υπερβολική: βρίσκεται χαμηλότερα τόσο από την απόκλιση έναντι της ΕΕ όσο και από το αποτέλεσμα που θα έδιναν οι αισιόδοξες προβλέψεις των αρχών του 2015.

Η απώλεια παραγωγής που χρησιμοποιείται στον κεντρικό λογαριασμό του άρθρου διαμορφώνεται, επομένως, περίπου στα 40 δισ. , ενώ η ευρύτερη ευρωπαϊκή σύγκριση την τοποθετεί στα 47 - €48 δισ. 

Οι επενδύσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν

Το ισχυρότερο στοιχείο που εξηγεί γιατί η Ελλάδα αναπτύχθηκε τόσο αργά είναι η πορεία των επενδύσεων. Την περίοδο 2015–2019 οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου παρέμειναν κοντά στο 10%–11% του ΑΕΠ, έναντι ποσοστών κοντά στο 20% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα η ελληνική επενδυτική αναλογία έχει αυξηθεί περίπου στο 17%, παραμένοντας όμως χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Το συνολικό ονομαστικό ΑΕΠ της Ελλάδας κατά την πενταετία 2015–2019 ανήλθε περίπου στα €920 – €925 δισ.. Εάν, χωρίς την κρίση, η επενδυτική αναλογία είχε βελτιωθεί στο 13%–14%, η διαφορά θα ήταν σημαντική. 

Ένα εύλογο κεντρικό σενάριο τοποθετεί, συνεπώς, τις επενδύσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν περίπου στα 20–23 δισ. ευρώΤο ποσό αυτό, όμως, δεν πρέπει να προστεθεί ολόκληρο στην απώλεια ΑΕΠ. Οι επενδύσεις αποτελούν συνιστώσα του ΑΕΠ και μεγάλο μέρος της υστέρησής τους περιλαμβάνεται ήδη στη χαμηλότερη παραγωγή της περιόδου. Οι χαμένες επενδύσεις χρησιμοποιούνται κυρίως για να εξηγήσουν τον μηχανισμό μέσω του οποίου το σοκ του 2015 μεταφέρθηκε στα επόμενα χρόνια: λιγότερες επενδύσεις → μικρότερο παραγωγικό κεφάλαιο → χαμηλότερη παραγωγικότητα → μικρότερο δυνητικό ΑΕΠ.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η απώλεια δεν περιορίζεται στη διετία 2015–2016.

Η τραπεζική κρίση

Η αβεβαιότητα του πρώτου εξαμήνου του 2015 μεταφέρθηκε άμεσα στις τράπεζες. Οι καταθέσεις του εγχώριου ιδιωτικού τομέα μειώθηκαν από περίπου €160,3 δισ. στα τέλη του 2014 σε €122,2 δισ. στα μέσα του 2015. Η συνολική εκροή καταθέσεων προσέγγισε τα €45 δισ. , ενώ η χρηματοδότηση των τραπεζών μέσω του έκτακτου μηχανισμού ELA έφθασε περίπου στα €86,8 δισ.

Ούτε τα €45 ούτε τα €86,8 δισ. αποτελούν αυτούσια οικονομική ζημιά. Οι καταθέσεις δεν εξαφανίστηκαν. Μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό, τοποθετήθηκαν σε θυρίδες ή κρατήθηκαν σε μετρητά. Ο ELA ήταν έκτακτη χρηματοδότηση έναντι εξασφαλίσεων, όχι δαπάνη του κρατικού προϋπολογισμού.

Η πραγματική ζημιά εμφανίστηκε:

  • στην αύξηση των κόκκινων δανείων,
  • στην επιδείνωση της ποιότητας των τραπεζικών χαρτοφυλακίων,
  • στην κατάρρευση των χρηματιστηριακών αποτιμήσεων,
  • και στην ανάγκη νέας ανακεφαλαιοποίησης.

Η αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας τον Οκτώβριο του 2015 εντόπισε κεφαλαιακό έλλειμμα €4,4 δισ. στο βασικό και €14,4 δισ. στο δυσμενές σενάριο. Το Δημόσιο συμμετείχε τελικά στη νέα ανακεφαλαιοποίηση με περίπου €5,4 δισ. μέσω του ΤΧΣ.

Η ακραία αραίωση του ΤΧΣ

Το βαθύτερο περιουσιακό κόστος για το Δημόσιο δεν ήταν μόνο η νέα κεφαλαιακή εισφορά. Ήταν η ακραία αραίωση των ποσοστών που κατείχε ήδη το ΤΧΣ στις τέσσερις συστημικές τράπεζες.

Πριν από την ανακεφαλαιοποίηση του 2015, το ΤΧΣ κατείχε περίπου:

  • 66,4% της Alpha Bank,
  • 35,4% της Eurobank,
  • 57,2% της Εθνικής Τράπεζας,
  • και 66,9% της Τράπεζας Πειραιώς.

Μετά την ανακεφαλαιοποίηση, τα ποσοστά περιορίστηκαν περίπου σε 11%, 2,4%, 40,4% και 26,4% αντίστοιχα.

Η αξία των τραπεζικών συμμετοχών του ΤΧΣ, η οποία στο τέλος του 2014 προσέγγιζε τα €13 δισ. , μειώθηκε μετά την ανακεφαλαιοποίηση περίπου στα €2,4 δισ. . Η άμεση λογιστική απομείωση πλησίασε έτσι τα €10,6 δισΓια έναν στρατηγικό επενδυτή, όμως, η αποτίμηση της ζημιάς δεν πρέπει να σταματήσει το 2015 ή το 2020. Εάν το Δημόσιο είχε διατηρήσει τις μεγαλύτερες συμμετοχές του, θα μπορούσε να τις κατέχει έως σήμερα και να ωφεληθεί από την ανάκαμψη των τραπεζών. Με βάση τις ενδεικτικές χρηματιστηριακές αποτιμήσεις του 2026, η σημερινή εικόνα διαμορφώνεται ως εξής:

Η σημερινή μικτή αξία των ποσοστών που χάθηκαν λόγω του dilution προσεγγίζει, επομένως, τα 19 δισ. ευρώ.

Πόσο θα κόστιζε η διατήρηση των ποσοστών;

Η αποφυγή της αραίωσης δεν θα ήταν δωρεάν. Για να διατηρήσει τα παλαιά ποσοστά του, το ΤΧΣ θα έπρεπε να καλύψει αναλογικά μεγαλύτερο μέρος των αυξήσεων κεφαλαίου του 2015. Η συνολική απαιτούμενη συμμετοχή εκτιμάται περίπου στα €8 - €8,3 δισ. . Επειδή το ΤΧΣ χρησιμοποίησε ήδη περίπου €5,4 δισ. , η πρόσθετη εισφορά θα ανερχόταν περίπου στα €2,5- €3 δισ. Η χρηματοδοτική δυνατότητα υπήρχε. Στο τρίτο πρόγραμμα είχαν προβλεφθεί αρχικά έως €25 δισ. για τις τράπεζες, από τα οποία χρησιμοποιήθηκε τελικά μόνο ένα μέρος. Το αδιάθετο ποσό δεν μεταφέρθηκε αυτούσιο στο ταμειακό απόθεμα. Ωστόσο, η Ελλάδα διέθετε δυνατότητα χαμηλότοκης και μακροχρόνιας χρηματοδότησης μέσω του ESM, ενώ αργότερα δημιουργήθηκε σημαντικό "μαξιλάρι" ρευστότητας.

Για να διατηρηθούν τα υψηλά ποσοστά έως σήμερα, το Δημόσιο θα έπρεπε πιθανότατα να συμμετάσχει και σε μεταγενέστερες κεφαλαιακές πράξεις, κυρίως στις αυξήσεις της Alpha Bank και της Πειραιώς το 2021.

Η συνολική καθαρή αποτίμηση είναι συνεπώς:

Τα €15 - €17 δισ. δεν πρέπει να προστεθούν στα €10,6 δισ. της απομείωσης του 2015. Πρόκειται για δύο διαφορετικές αποτιμήσεις της ίδιας βασικής περιουσιακής ζημιάς σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Για έναν μακροχρόνιο στρατηγικό επενδυτή, η σημερινή καθαρή αποτίμηση των €15- €17 δισ. ευρώ είναι οικονομικά πιο αντιπροσωπευτική.

Το τρίτο Μνημόνιο δεν κόστισε 86 δισ. ευρώ

Τον Αύγουστο του 2015 συμφωνήθηκε τρίτο πρόγραμμα στήριξης με ανώτατο ύψος έως €86 δισ.. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε συχνά ως συνώνυμο του κόστους της διαπραγμάτευσης. Η Ελλάδα, όμως, δεν εκταμίευσε €86 δισ. Οι πραγματικές εκταμιεύσεις από τον ESM ανήλθαν περίπου σε €61,9 δισ., ενώ €24,1 δισ. από το διαθέσιμο πρόγραμμα δεν χρησιμοποιήθηκαν. 

Το μεγαλύτερο μέρος των εκταμιεύσεων χρησιμοποιήθηκε για την αποπληρωμή ή αναχρηματοδότηση υποχρεώσεων που ήδη υπήρχαν. Τα κεφάλαια του ταμειακού αποθέματος δεν χάθηκαν αλλά παρέμειναν περιουσιακό στοιχείο του Δημοσίου. Επομένως, ούτε τα €86 ούτε τα €61,9 δισ. αποτελούν από μόνα τους μέτρηση της οικονομικής ζημιάς.

Το τρίτο Μνημόνιο ήταν η χρηματοδοτική συνέπεια της κρίσης. Δεν ήταν ολόκληρος ο οικονομικός λογαριασμός της.

Τι δεν πρέπει να προστεθεί

Για να αποφευχθούν οι διπλομετρήσεις, δεν πρέπει να προστεθούν στον τελικό λογαριασμό:

  • τα €45 δισ. των καταθέσεων που αποσύρθηκαν,
  • τα €86,8 δισ. του ELA,
  • το ανώτατο όριο των €86 δισ. του τρίτου προγράμματος,
  • το σύνολο των εκταμιεύσεων των €61,9 δισ. ,
  • τα €50 δισ. του αρχικού στόχου αξιοποίησης του Υπερταμείου,
  • οι χαμένες επενδύσεις πάνω στη συνολική απώλεια ΑΕΠ,
  • και τα €10,6 δισ. της αρχικής απομείωσης πάνω στη σημερινή εκτίμηση των €15-€17 δισ.

Κάθε ένα από αυτά περιγράφει διαφορετικό οικονομικό μέγεθος. Η μηχανική πρόσθεσή τους θα οδηγούσε σε έναν εντυπωσιακό αλλά οικονομικά αβάσιμο αριθμό.

Ο αναθεωρημένος λογαριασμός

Η τελική εκτίμηση βασίζεται σε δύο διακριτές κατηγορίες:

  1. Στο εθνικό εισόδημα που δεν δημιουργήθηκε.
  2. Στη δημόσια τραπεζική περιουσία που χάθηκε μέσω της αραίωσης των συμμετοχών του ΤΧΣ.

Το ελάχιστο βραχυπρόθεσμο σενάριο περιορίζει την απώλεια παραγωγής κυρίως στην πρώτη διετία και αποτιμά την τραπεζική ζημιά στις τιμές του 2015. Ο λογαριασμός διαμορφώνεται έτσι περίπου στα €23- €26 δισΤο συντηρητικό μακροχρόνιο σενά αποδίδει στο σοκ του 2015 μόνο ένα μέρος της συνολικής αναπτυξιακής απόκλισης έως το 2019. Σε συνδυασμό με τη σημερινή καθαρή αξία της τραπεζικής περιουσίας που δυνητικά χάθηκε, το συνολικό κόστος υπολογίζεται περίπου στα €35 – €47 δισ. ευρώ.

Στο κεντρικό σενάριο, η ελληνική οικονομία θα αναπτυσσόταν χωρίς την κρίση με μέσο πραγματικό ρυθμό 2% ετησίως. Η σωρευτική απώλεια παραγωγής προσεγγίζει τότε τα €40 δισ. . Μαζί με την καθαρή τραπεζική περιουσιακή ζημιά των €15–€17 δισ., ο συνολικός λογαριασμός διαμορφώνεται περίπου στα: 55−€57 δισΕάν χρησιμοποιηθούν ως εναλλακτική πορεία οι πραγματικοί ρυθμοί ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η απώλεια παραγωγής αυξάνεται στα €47–€48 δισ. ευρώ και ο συνολικός λογαριασμός στα €62–€65 δισ. ευρώ.

Τέλος, εάν χρησιμοποιηθούν οι αισιόδοξες προβλέψεις που ίσχυαν στις αρχές του 2015, το συνολικό κόστος μπορεί να φθάσει τα €65–€72 δισ. ευρώ. Το τελευταίο αποτελεί ευνοϊκό αντιπαράδειγμα και όχι βασική εκτίμηση.

Από το χαμένο ΑΕΠ στον λογαριασμό των φόρων και των περικοπών

Η απώλεια παραγωγής δεν αποτελεί μόνο ένα θεωρητικό μέγεθος στους εθνικούς λογαριασμούς. Όταν μειώνεται το ΑΕΠ, περιορίζονται ταυτόχρονα τα έσοδα από ΦΠΑ, φόρο εισοδήματος, φόρο επιχειρηματικών κερδών, ειδικούς φόρους κατανάλωσης και ασφαλιστικές εισφορές. Το κράτος καλείται τότε να καλύψει το δημοσιονομικό κενό με υψηλότερους φόρους, περικοπές δαπανών ή πρόσθετο δανεισμό. Στο κεντρικό σενάριο του άρθρου, η σωρευτική απώλεια παραγωγής κατά την περίοδο 2015–2019 υπολογίζεται περίπου στα 40 δισ., σε σταθερές τιμές 2014.

Για να εκτιμηθεί η επίδραση στα δημόσια οικονομικά, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι ολόκληρο το χαμένο ΑΕΠ θα κατέληγε στα κρατικά ταμεία. Χρησιμοποιείται ως προσεγγιστικός συντελεστής το 42% του ΑΕΠ, που αντιστοιχεί περίπου στη συνολική επιβάρυνση από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.

Ο βασικός υπολογισμός είναι: 40 δισ. ευρώ χαμένου ΑΕΠ × 42% = 16,8 δισ. ευρώ δυνητικά χαμένων δημόσιων εσόδων

Η δημοσιονομική επίδραση ανά έτος:

Το ποσό των 16,8 δισ. ευρώ δεν σημαίνει ότι το Δημόσιο θα εισέπραττε μηχανικά ακριβώς αυτό το ποσό. Το 42% είναι ένας μέσος και όχι οριακός φορολογικός συντελεστής. Διαφορετικά είδη οικονομικής δραστηριότητας έχουν διαφορετική φορολογική απόδοση, ενώ ένα μέρος της πρόσθετης ανάπτυξης θα μπορούσε να συνοδεύεται και από υψηλότερες δημόσιες δαπάνες.

Για τον λόγο αυτό είναι χρήσιμο να υπάρχει και μια πιο συντηρητική εκτίμηση. Με πραγματική δημοσιονομική απόδοση ίση με το 35%–38% του πρόσθετου ΑΕΠ, τα χαμένα έσοδα περιορίζονται περίπου στα 14 – €15 δισ.

Επομένως, ένα εύλογο εύρος για τον σωρευτικό δημοσιονομικό αντίκτυπο της χαμένης παραγωγής είναι περίπου 14 - €17 δισ. 

Ποια μέτρα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί

Η ύπαρξη αυτών των πρόσθετων εσόδων δεν σημαίνει ότι θα καταργούνταν αυτομάτως κάθε φορολογικό ή συνταξιοδοτικό μέτρο της περιόδου. Η Ελλάδα όφειλε ούτως ή άλλως να επιτυγχάνει συγκεκριμένους δημοσιονομικούς στόχους, ενώ το ασφαλιστικό σύστημα αντιμετώπιζε προϋπάρχουσες διαρθρωτικές πιέσεις. Σημαίνει, όμως, ότι η κυβέρνηση θα διέθετε έναν σωρευτικό δημοσιονομικό χώρο της τάξης των 14 - €17 δισ. ευρώ. Ο χώρος αυτός θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί για να περιοριστεί ή να αποφευχθεί ένα σημαντικό μέρος από:

  • τις αυξήσεις των συντελεστών ΦΠΑ και τη μεταφορά προϊόντων και υπηρεσιών σε υψηλότερους συντελεστές,
  • την κατάργηση μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά,
  • την αύξηση του φόρου εισοδήματος επιχειρήσεων,
  • τις επιβαρύνσεις στην ειδική εισφορά αλληλεγγύης,
  • τις αυξήσεις ειδικών φόρων σε καύσιμα, καφέ, καπνό, τηλεφωνία και άλλες μορφές κατανάλωσης,
  • τις περικοπές του ΕΚΑΣ και άλλων συνταξιοδοτικών παροχών,
  • τις αυξημένες κρατήσεις υγείας στις συντάξεις,
  • καθώς και μέρος της συμπίεσης των δημόσιων επενδύσεων και άλλων πρωτογενών δαπανών.

Μια ενδεικτική - και όχι μοναδική - κατανομή αυτού του δημοσιονομικού χώρου θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη:

Τα ποσά του πίνακα δεν πρέπει να διαβαστούν ως ακριβής ανακατασκευή ενός εναλλακτικού προϋπολογισμού. Αποτυπώνουν την τάξη μεγέθους των φορολογικών επιβαρύνσεων και των περικοπών που θα μπορούσαν να είχαν περιοριστεί, εάν η οικονομία είχε παράγει το ΑΕΠ του κεντρικού σεναρίου.

Υπάρχει επιπλέον μία σημαντική τεχνική λεπτομέρεια: ένα μόνιμο μέτρο αποδίδει έσοδα σε περισσότερα από ένα έτη. Για παράδειγμα, μια φορολογική επιβάρυνση ύψους 1 δισ. ευρώ που επιβάλλεται το 2016 μπορεί να έχει σωρευτική επίδραση περίπου 4 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2019. Επομένως, η σύγκριση πρέπει να γίνεται με τη σωρευτική απόδοση των μέτρων και όχι μόνο με την απόδοσή τους κατά το πρώτο έτος εφαρμογής.

Ο δημοσιονομικός λογαριασμός μέσα στον συνολικό λογαριασμό

Η εκτιμώμενη απώλεια δημόσιων εσόδων των 14 - €17 δισ. δεν πρέπει να προστεθεί στα €40 δισ. της απώλειας παραγωγής. Αποτελεί το δημοσιονομικό αποτύπωμα αυτής της ίδιας οικονομικής απώλειας: το τμήμα του χαμένου ΑΕΠ που, υπό κανονικές συνθήκες, θα κατέληγε στα δημόσια ταμεία μέσω φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Για τον ίδιο λόγο, στον συγκεκριμένο υπολογισμό δεν περιλαμβάνεται η περιουσιακή ζημιά του ΤΧΣ. Η απώλεια της αξίας των τραπεζικών συμμετοχών αποτελεί ζημιά στον ισολογισμό του Δημοσίου και όχι άμεση απώλεια φορολογικών εσόδων. Συνυπολογίζεται χωριστά μόνο στην τελική αποτίμηση του συνολικού οικονομικού κόστους. Το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι ότι η χαμηλότερη ανάπτυξη δεν στέρησε από τη χώρα μόνο περίπου 40 δισ. παραγωγής. Περιόρισε παράλληλα τα δημόσια έσοδα κατά περίπου 14 – €17 δισ., δημιουργώντας αντίστοιχη ανάγκη για πρόσθετη φορολογία, περικοπές δαπανών ή μεγαλύτερη δημοσιονομική πίεση.

Με άλλα λόγια, ένα σημαντικό μέρος των φορολογικών επιβαρύνσεων και των περικοπών της περιόδου 2015–2019 μπορεί να ιδωθεί ως η δημοσιονομική αντανάκλαση της ανάπτυξης που δεν πραγματοποιήθηκε.

Συμπέρασμα: Το κόστος δεν ήταν ένα δάνειο, αλλά μια χαμένη πορεία

Η "περήφανη διαπραγμάτευση" δεν κόστισε 86 δισ. ευρώ επειδή αυτό ήταν το ανώτατο ύψος του τρίτου προγράμματος. Ούτε μπορεί να αποδειχθεί λογιστικά ότι κόστισε €100 ή €200 δισ. Αλλά δεν κόστισε και μόνο €10 ή €15 δισΗ επιστροφή στην ύφεση, η απώλεια της αναπτυξιακής δυναμικής, οι επενδύσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν και η ακραία αραίωση της δημόσιας συμμετοχής στις τράπεζες δημιούργησαν έναν λογαριασμό που εκτεινόταν πολύ πέρα από το 2015.

Η περισσότερο υπερασπίσιμη αποτίμηση είναι ότι: Η σωρευτική απώλεια παραγωγής που μπορεί εύλογα να συνδεθεί με την κρίση του 2015 ανήλθε περίπου σε 20–30 δισ. ευρώ έως το 2019. Η καθαρή σημερινή αξία της δημόσιας τραπεζικής περιουσίας που δυνητικά χάθηκε λόγω του dilution εκτιμάται σε 15–17 δισ. ευρώ. Ο συνολικός κεντρικός λογαριασμός διαμορφώνεται έτσι περίπου στα 35–47 δισ. ευρώ.

Δεν είναι ένας αριθμός με ακρίβεια λογιστικού φύλλου. Είναι ένα εύρος που στηρίζεται σε διαφανείς παραδοχές και αποφεύγει τις αυθαίρετες προσθέσεις.

Το μεγαλύτερο κόστος του 2015 δεν ήταν απλώς το τρίτο Μνημόνιο. Ήταν η διακοπή μιας εύθραυστης ανάκαμψης, η επιστροφή της χώρας στην αβεβαιότητα και η μεταφορά πολύτιμης δημόσιας περιουσίας από το κράτος σε ιδιώτες επενδυτές στις χαμηλότερες δυνατές αποτιμήσεις.

Ήταν, με άλλα λόγια, όχι μόνο τα δισεκατομμύρια που χάθηκαν, αλλά και η οικονομική πορεία που η Ελλάδα θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει - και δεν ακολούθησε.

Συμπέρασμα: Το κόστος δεν ήταν ένα δάνειο, αλλά μια χαμένη πορεία

Η "περήφανη διαπραγμάτευση" δεν κόστισε 86 δισ. ευρώ επειδή αυτό ήταν το ανώτατο ύψος του τρίτου προγράμματος. Ούτε μπορεί να αποδειχθεί λογιστικά ότι κόστισε €100 ή €200 δισ. Αλλά δεν κόστισε και μόνο €10 ή €15 δισΗ επιστροφή στην ύφεση, η απώλεια της αναπτυξιακής δυναμικής, οι επενδύσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν και η ακραία αραίωση της δημόσιας συμμετοχής στις τράπεζες δημιούργησαν έναν λογαριασμό που εκτεινόταν πολύ πέρα από το 2015.

Η περισσότερο υπερασπίσιμη αποτίμηση είναι ότι: Η σωρευτική απώλεια παραγωγής που μπορεί εύλογα να συνδεθεί με την κρίση του 2015 ανήλθε περίπου σε 40 δισ. ευρώ έως το 2019. Η καθαρή σημερινή αξία της δημόσιας τραπεζικής περιουσίας που δυνητικά χάθηκε λόγω του dilution εκτιμάται σε 15–17 δισ. ευρώ. Ο συνολικός κεντρικός λογαριασμός διαμορφώνεται έτσι περίπου στα €55 – €57δισ. .

Δεν είναι ένας αριθμός με ακρίβεια λογιστικού φύλλου. Είναι ένα εύρος που στηρίζεται σε διαφανείς παραδοχές και αποφεύγει τις αυθαίρετες προσθέσεις.

Το μεγαλύτερο κόστος του 2015 δεν ήταν απλώς το τρίτο Μνημόνιο. Ήταν η διακοπή μιας εύθραυστης ανάκαμψης, η επιστροφή της χώρας στην αβεβαιότητα και η μεταφορά πολύτιμης δημόσιας περιουσίας από το κράτος σε ιδιώτες επενδυτές στις χαμηλότερες δυνατές αποτιμήσεις.

Ήταν, με άλλα λόγια, όχι μόνο τα δισεκατομμύρια που χάθηκαν, αλλά και η οικονομική πορεία που η Ελλάδα θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει - και δεν ακολούθησε.

Add comment

Comments

There are no comments yet.