Μια ελληνική επένδυση της METLEN μπορεί να καλύψει το σύνολο της σημερινής ευρωπαϊκής ζήτησης για ένα κρίσιμο μέταλλο των ημιαγωγών, της άμυνας και της Τεχνητής Νοημοσύνης. Υπάρχει όμως ένα παράδοξο: ενώ η Ευρώπη μιλά για "στρατηγική αυτονομία", οι ευρωπαϊκές εταιρείες διστάζουν να δεσμευτούν να αγοράσουν την ευρωπαϊκή παραγωγή.

Από τον Κέλσο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η Ευρώπη έχει περάσει τα τελευταία χρόνια επαναλαμβάνοντας μία φράση: "στρατηγική αυτονομία".
Η πανδημία αποκάλυψε την εξάρτησή της από ασιατικές εφοδιαστικές αλυσίδες. Η ενεργειακή κρίση αποκάλυψε την εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο. Η έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης αποκάλυψε την εξάρτηση από αμερικανικά chips και τις υποδομές cloud.
Και η αυξανόμενη γεωπολιτική αντιπαράθεση με την Κίνα ανέδειξε μια ακόμη πιο θεμελιώδη ευπάθεια: τα κρίσιμα μέταλλα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πλέον νομοθεσία, στρατηγικές, στόχους και χρηματοδοτικά εργαλεία για να μειώσει αυτές τις εξαρτήσεις. Ο Critical Raw Materials Act προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι έως το 2030 η ΕΕ πρέπει να μπορεί να επεξεργάζεται εντός Ευρώπης τουλάχιστον το 40% της ετήσιας κατανάλωσης στρατηγικών πρώτων υλών και να μην εξαρτάται από μία μόνο τρίτη χώρα για περισσότερο από το 65% της κατανάλωσής της.
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα που καμία νομοθεσία δεν μπορεί από μόνη της να λύσει. Κάποιος πρέπει τελικά να αγοράσει το ευρωπαϊκό προϊόν. Και η περίπτωση του γαλλίου ίσως αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα της αντίφασης.
Το μέταλλο που οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν
Το γάλλιο δεν είναι χρυσός, χαλκός ή λίθιο. Δεν είναι ένα μέταλλο που συναντά κανείς καθημερινά στις οικονομικές ειδήσεις. Αλλά βρίσκεται βαθιά μέσα στην τεχνολογική υποδομή της σύγχρονης οικονομίας.
Οι ενώσεις του χρησιμοποιούνται σε ημιαγωγούς υψηλών επιδόσεων, τηλεπικοινωνίες, 5G, radar, δορυφορικές επικοινωνίες, LEDs, φωτοβολταϊκά και ηλεκτρονικά ισχύος.
Το νιτρίδιο του γαλλίου - GaN - έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία στα power electronics, καθώς επιτρέπει υψηλή απόδοση με μικρότερες ενεργειακές απώλειες. Το αρσενίδιο του γαλλίου - GaAs - χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων σε τηλεπικοινωνίες, δορυφόρους και συστήματα radar.
Γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση κατατάσσει το γάλλιο στις κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες. Και υπάρχει μια ακόμη ιδιαιτερότητα. Το γάλλιο συνήθως δεν εξορύσσεται μόνο του. Παράγεται ως παραπροϊόν κατά την επεξεργασία άλλων μεταλλευμάτων - κυρίως βωξίτη για την παραγωγή αλουμίνας.
Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται η Ελλάδα.

Μια ελληνική επένδυση μπορεί να αλλάξει τον ευρωπαϊκό χάρτη
Η METLEN Energy & Metals αναπτύσσει στον Άγιο Νικόλαο Βοιωτίας, στις εγκαταστάσεις της ιστορικής Αλουμίνιον της Ελλάδος, μια ολοκληρωμένη επένδυση βωξίτη, αλουμίνας και γαλλίου. Το συνολικό επενδυτικό πρόγραμμα είναι περίπου €300 εκατ.
Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται ετήσια παραγωγική δυναμικότητα έως 50 τόνων γαλλίου. Η ποσότητα ακούγεται μικρή. Στην πραγματικότητα είναι τεράστια για αυτή την αγορά.
Σύμφωνα με τη METLEN, οι 50 τόνοι μπορούν να καλύψουν το σύνολο της σημερινής ευρωπαϊκής ζήτησης για γάλλιο. Η παραγωγή προβλέπεται να αρχίσει σταδιακά το 2027 και να φτάσει σε πλήρη δυναμικότητα το 2028.
Με άλλα λόγια, για μία από τις κρίσιμες πρώτες ύλες της νέας τεχνολογικής οικονομίας, η Ευρώπη έχει μπροστά της κάτι εξαιρετικά σπάνιο: μια πραγματική δυνατότητα να αντικαταστήσει σχεδόν ολόκληρη τη σημερινή εξωτερική της εξάρτηση με ευρωπαϊκή παραγωγή.
Και μάλιστα από την Ελλάδα.
Η Κίνα κυριαρχεί στην αγορά
Η σημασία της επένδυσης γίνεται πολύ μεγαλύτερη αν δούμε ποιος ελέγχει σήμερα την αγορά.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η ΕΕ εισάγει σχεδόν όλη την ποσότητα γαλλίου που χρειάζεται και ότι η διεθνής προσφορά είναι εξαιρετικά συγκεντρωμένη στην Κίνα. Τα στοιχεία της Eurostat για το 2025 καταγράφουν επίσης βαριά ευρωπαϊκή εξάρτηση από την Κίνα στις εισαγωγές γαλλίου.
Αυτό μέχρι πριν από μερικά χρόνια αντιμετωπιζόταν κυρίως ως οικονομικό ζήτημα. Η Κίνα μπορούσε να παράγει φθηνότερα. Η Ευρώπη μπορούσε να αγοράζει. Γιατί λοιπόν να επενδύσει σε ακριβότερη εγχώρια παραγωγή;
Η γεωπολιτική άλλαξε αυτή την εξίσωση. Το Πεκίνο εισήγαγε από το 2023 περιορισμούς στις εξαγωγές γαλλίου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί πλέον τους κινεζικούς ελέγχους εξαγωγών κρίσιμων πρώτων υλών παράγοντα που επηρεάζει αρνητικά τις ευρωπαϊκές εφοδιαστικές αλυσίδες.
Ξαφνικά, το φθηνότερο προϊόν δεν είναι κατ’ ανάγκην και το ασφαλέστερο.
Και εδώ αρχίζει το ευρωπαϊκό παράδοξο
Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος έθεσε στους Financial Times ένα πρόβλημα που ξεπερνά κατά πολύ τη συγκεκριμένη εταιρεία. Η Ευρώπη ζητά από τη βιομηχανία της να δημιουργήσει εγχώρια παραγωγή κρίσιμων πρώτων υλών.
Όταν όμως αυτή η παραγωγή δημιουργείται, οι Ευρωπαίοι πελάτες εξακολουθούν να διστάζουν να αναλάβουν μακροχρόνιες δεσμεύσεις αγοράς. Σύμφωνα με τους FT, η METLEN έχει ήδη βρει ενδιαφέρον και αγοραστές στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία, την ώρα που οι ευρωπαϊκές εταιρείες εμφανίζονται πιο απρόθυμες να δεσμευθούν.
Η αντίφαση είναι εμφανής. Η Ευρώπη λέει: "Πρέπει να μειώσουμε την εξάρτησή μας από την Κίνα".
Οι επιχειρήσεις όμως εξακολουθούν φυσιολογικά να ρωτούν: "Ποιος προσφέρει το προϊόν φθηνότερα;"
Και αυτές οι δύο λογικές δεν οδηγούν πάντοτε στο ίδιο αποτέλεσμα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι το ελληνικό γάλλιο είναι ακριβό
Εδώ η ιστορία γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Σύμφωνα με στοιχεία της METLEN που επικαλούνται οι FT, η εταιρεία εκτιμά ότι μπορεί να παράγει γάλλιο με κόστος κάτω από $300 ανά κιλό, με στόχο να το μειώσει περαιτέρω προς τα $100. Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές τιμές έχουν ξεπεράσει τα $3.000 ανά κιλό.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η συγκεκριμένη διαφορά αποτελεί εγγυημένο περιθώριο κέρδους - κόστος παραγωγής και τιμή αγοράς δεν είναι συγκρίσιμα μεγέθη χωρίς να ληφθούν υπόψη επενδύσεις, επεξεργασία, συμβόλαια και μελλοντική εξέλιξη των τιμών.
Δείχνει όμως κάτι σημαντικό: η ευρωπαϊκή παραγωγή δεν είναι υποχρεωτικά οικονομικά αδύνατη. Το πρόβλημα είναι επίσης η βεβαιότητα της ζήτησης.
Για να επενδύσει κάποιος εκατοντάδες εκατομμύρια σε μια στρατηγική πρώτη ύλη, χρειάζεται να γνωρίζει ότι όταν αρχίσει η παραγωγή θα υπάρχουν πελάτες. Και εδώ εμφανίζεται η έννοια του offtake agreement.
Τι είναι το offtake agreement
Πρόκειται ουσιαστικά για μια μακροχρόνια συμφωνία αγοράς. Ένας πελάτης συμφωνεί εκ των προτέρων ότι όταν αρχίσει η παραγωγή θα αγοράζει συγκεκριμένη ποσότητα του προϊόντος. Για τον παραγωγό αυτό έχει τεράστια σημασία.
- Μειώνει τον εμπορικό κίνδυνο.
- Διευκολύνει τη χρηματοδότηση της επένδυσης.
- Δημιουργεί προβλεψιμότητα εσόδων.
- Και επιτρέπει σε τράπεζες και επενδυτές να αξιολογήσουν πολύ ευκολότερα το project.
Η METLEN έχει ήδη υπογράψει μακροχρόνια συμφωνία για περίπου 25% της αναμενόμενης ετήσιας παραγωγής γαλλίου. Οι όροι και ο αντισυμβαλλόμενος δεν έχουν δημοσιοποιηθεί από την εταιρεία.
Το μήνυμα όμως είναι σαφές: αν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δεν κλείσουν τις ποσότητες, υπάρχουν αγοραστές εκτός Ευρώπης που ενδιαφέρονται να το κάνουν.
Η Ευρώπη μπορεί να χρηματοδοτεί την παραγωγή και μετά να χάσει το προϊόν
Και εδώ εμφανίζεται ίσως το πιο παράδοξο σημείο ολόκληρης της ιστορίας. Η επένδυση έχει ισχυρή ευρωπαϊκή και ελληνική θεσμική υποστήριξη. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει εγκρίνει χρηματοδότηση €90 εκατ. για τις σχετικές επενδύσεις βωξίτη και γαλλίου στην Ελλάδα.
Το συνολικό project έχει χαρακτηριστεί στρατηγική επένδυση, ενώ προβλέπεται συνδυασμός επιχορηγήσεων και φορολογικών κινήτρων περίπου €118 εκατ.
Άρα μπορεί θεωρητικά να προκύψει το εξής παράδοξο:
- Η Ευρώπη χρηματοδοτεί την ανάπτυξη ευρωπαϊκής παραγωγής γαλλίου για να μειώσει την εξάρτησή της από την Κίνα.
- Η ελληνική βιομηχανία πραγματοποιεί την επένδυση.
- Η παραγωγή ξεκινά.
- Αλλά επειδή οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δεν έχουν δεσμευτεί να αγοράσουν το προϊόν, ένα σημαντικό μέρος του γαλλίου καταλήγει στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στην Ιαπωνία.
Νομικά και εμπορικά δεν υπάρχει τίποτε παράλογο σε αυτό. Ο παραγωγός θα πουλήσει εκεί όπου υπάρχει πελάτης. Από άποψη ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής, όμως, θα ήταν μια εντυπωσιακή αποτυχία συντονισμού.
Οι Αμερικανοί έχουν αρχίσει να σκέφτονται διαφορετικά
Εδώ βρίσκεται μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν πλέον ορισμένες κρίσιμες πρώτες ύλες όχι απλώς ως commodities αλλά ως στρατηγική υποδομή.
Το κράτος μπορεί να χρηματοδοτήσει projects, να εγγυηθεί ζήτηση, να χρησιμοποιήσει αμυντικές προμήθειες ή ακόμη και να αποκτήσει συμμετοχές σε επιχειρήσεις του κλάδου.
Η Ιαπωνία ακολουθεί επίσης εδώ και χρόνια μια περισσότερο συντονισμένη πολιτική εξασφάλισης κρίσιμων πρώτων υλών. Η Ευρώπη έχει κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά παραμένει περισσότερο εξαρτημένη από την ιδέα ότι η αγορά θα λύσει το πρόβλημα.
Και εκεί βρίσκεται η βασική αντίφαση.

Διαβάστε ακόμα: Εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας κινδυνεύουν στην ΕΕ
Η στρατηγική αυτονομία δεν είναι δωρεάν
Για δεκαετίες η ευρωπαϊκή οικονομία οργανώθηκε γύρω από μία απολύτως λογική αρχή: αγοράζουμε από τον αποτελεσματικότερο και φθηνότερο παραγωγό.
Αυτή είναι μία από τις θεμελιώδεις ιδέες του διεθνούς εμπορίου. Εάν όμως ένα προϊόν θεωρείται ταυτόχρονα κρίσιμο για την άμυνα, τις τηλεπικοινωνίες, τους ημιαγωγούς και την ενεργειακή μετάβαση, εμφανίζεται μια δεύτερη παράμετρος: η ασφάλεια εφοδιασμού.
Και η ασφάλεια έχει κόστος.
Μια οικονομία μπορεί να επιλέξει την απολύτως φθηνότερη εφοδιαστική αλυσίδα. Ή μπορεί να πληρώσει περισσότερο για διαφοροποίηση, εφεδρική παραγωγική ικανότητα και εγχώρια προσφορά.
Δεν μπορεί όμως να απαιτεί ταυτόχρονα:
- την απόλυτα χαμηλότερη τιμή,
- μηδενική εξάρτηση,
- πλήρη ασφάλεια εφοδιασμού,
- και εγχώρια βιομηχανική παραγωγή.
Κάπου υπάρχει trade-off.
Το πραγματικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής
Το γάλλιο αποκαλύπτει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια αγορά 50 τόνων. Η Ευρώπη έχει αρχίσει να καταλαβαίνει ότι χρειάζεται βιομηχανική πολιτική. Έχει όμως ακόμη δυσκολία να αποδεχθεί όλες τις οικονομικές συνέπειες αυτής της επιλογής.
Το Critical Raw Materials Act θέτει συγκεκριμένους στόχους για εγχώρια παραγωγή, επεξεργασία, ανακύκλωση και διαφοροποίηση προμηθευτών. Αλλά οι στόχοι παραγωγής δεν αρκούν. Χρειάζεται και αγορά.
- Χρειάζονται εταιρείες πρόθυμες να υπογράψουν πολυετή συμβόλαια.
- Χρειάζεται ενδεχομένως κοινή ευρωπαϊκή προμήθεια.
- Χρειάζεται να αποφασιστεί ποιος αναλαμβάνει το premium της ασφάλειας.
- Και χρειάζεται η πολιτική να αναγνωρίσει κάτι που οι αγορές γνωρίζουν πολύ καλά: μια επένδυση χωρίς πελάτη δεν αποτελεί στρατηγική αυτονομία.
Και στο κέντρο αυτής της ιστορίας βρίσκεται η Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η υπόθεση έχει ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα συνήθως εμφανίζεται στις συζητήσεις περί ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας ως καταναλωτής τεχνολογίας ή ως γεωγραφικός κόμβος.
Στην περίπτωση του γαλλίου εμφανίζεται σε έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο: ως πιθανός στρατηγικός παραγωγός πρώτης ύλης για ολόκληρη την ευρωπαϊκή τεχνολογική και αμυντική βιομηχανία.
Εάν η επένδυση φτάσει πράγματι στους 50 τόνους ετησίως, η Βοιωτία μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογα μεγάλη σημασία σε μια παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα που σήμερα ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από την Κίνα.
Αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό μοντέλο ελληνικής ανάπτυξης.
- Όχι τουρισμός.
- Όχι ακίνητα.
- Όχι απλώς υπηρεσίες.
Αλλά βιομηχανία υψηλής στρατηγικής αξίας ενσωματωμένη στις ευρωπαϊκές αλυσίδες τεχνολογίας, ενέργειας και άμυνας.
Η Ευρώπη πρέπει τελικά να αποφασίσει τι εννοεί με τη λέξη «αυτονομία»
Το γάλλιο μάς φέρνει τελικά μπροστά σε ένα πολύ απλό οικονομικό ερώτημα. Η Ευρώπη δηλώνει ότι δεν θέλει να εξαρτάται από την Κίνα. Μια ευρωπαϊκή εταιρεία κατασκευάζει στην Ελλάδα μονάδα που, σύμφωνα με την ίδια, μπορεί να καλύψει το σύνολο της σημερινής ευρωπαϊκής ζήτησης.
- Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση υπάρχει.
- Η τεχνολογία υπάρχει.
- Ο βωξίτης υπάρχει.
- Η παραγωγή έρχεται.
Αυτό που δεν είναι ακόμη εξασφαλισμένο είναι το τελευταίο και ίσως σημαντικότερο κομμάτι: ο Ευρωπαίος αγοραστής.
Και εκεί κρίνεται εάν η "στρατηγική αυτονομία" είναι πραγματική οικονομική στρατηγική ή απλώς πολιτικό σύνθημα. Γιατί στο τέλος, η ανεξαρτησία από μια φθηνότερη αλλά γεωπολιτικά επισφαλή εφοδιαστική αλυσίδα έχει ένα τίμημα.
Κάποιος πρέπει να δεχθεί να το πληρώσει. Και εάν η Ευρώπη δεν είναι διατεθειμένη να το κάνει, μπορεί να συμβεί κάτι πραγματικά παράδοξο: το γάλλιο να παράγεται στην Ελλάδα, με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, για να μειώσει την ευρωπαϊκή εξάρτηση από την Κίνα - και τελικά να το αγοράζουν οι Αμερικανοί και οι Ιάπωνες.
Add comment
Comments