Η συζήτηση που ξέσπασε γύρω από την αποκαλούμενη "κβαντική ιατρική" θα ήταν εύκολο να αντιμετωπιστεί ως ακόμη μία ελληνική ιστορία υπερβολής, κοινωνικών δικτύων και τηλεοπτικής αντιπαράθεσης. Θα ήταν όμως λάθος.

Από τον Δαίδαλο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Γιατί πίσω από τη συζήτηση βρίσκεται ένα πολύ βαθύτερο κοινωνικό φαινόμενο: η αυξανόμενη προθυμία ενός μέρους των πολιτών να αναζητήσει απαντήσεις έξω από τους θεσμούς της επιστήμης, της οργανωμένης ιατρικής και τελικά της ίδιας της Πολιτείας.
Και το εύκολο συμπέρασμα είναι ότι για όλα φταίει η αμάθεια. Το δυσκολότερο ερώτημα είναι διαφορετικό: Γιατί τόσο πολλοί πολίτες έπαψαν να εμπιστεύονται εκείνους που γνωρίζουν;
Από τη δυσπιστία στον κομπογιαννιτισμό
Σύμφωνα με στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας, γιατροί εκτιμούν ότι πλέον το 20%-30% των ασθενών αναζητεί παράλληλα με την τεκμηριωμένη ιατρική - ή ακόμη και αντί αυτής - διάφορες μορφές "εναλλακτικών θεραπειών".
Το φαινόμενο περιλαμβάνει από σχετικά αθώες πρακτικές μέχρι υποσχέσεις για "αποτοξίνωση", "ενίσχυση ανοσοποιητικού", αντιγήρανση, αναγεννητικές θεραπείες και υπηρεσίες που δανείζονται εντυπωσιακούς επιστημονικούς όρους για να αποκτήσουν κύρος.
Η «κβαντική» είναι ιδανική λέξη για αυτή την αγορά.
Είναι επιστημονική, δυσνόητη και αρκετά μυστηριώδης ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διαφημιστικό περίβλημα. Το γεγονός ότι η κβαντική μηχανική βρίσκεται πράγματι πίσω από τεχνολογίες όπως τα laser ή τον μαγνητικό συντονισμό δεν μετατρέπει αυτομάτως οτιδήποτε αυτοχαρακτηρίζεται "κβαντική θεραπεία" σε τεκμηριωμένη ιατρική.
Ακριβώς όπως η ύπαρξη της πυρηνικής φυσικής δεν καθιστά κάθε προϊόν που περιέχει τη λέξη "πυρηνικό" αποτελεσματική θεραπεία.
Το πραγματικό ερώτημα όμως παραμένει: Γιατί υπάρχει τόσο μεγάλη αγορά για όλα αυτά;
Ο κομπογιαννίτης χρειάζεται πρώτα ένα κενό εμπιστοσύνης
Η ψευδοεπιστήμη δεν πουλά μόνο μια θεραπεία. Πουλά κάτι πολύ ισχυρότερο: βεβαιότητα. Ο γιατρός της τεκμηριωμένης ιατρικής συχνά λέει:
- "Δεν γνωρίζουμε ακόμη"
- "Οι πιθανότητες είναι αυτές"
- "Η θεραπεία ίσως να λειτουργήσει"
- "Υπάρχουν παρενέργειες"
Ο κομπογιαννίτης σπάνια έχει τέτοιους ενδοιασμούς. Έχει απάντηση. Έχει αιτία. Έχει θεραπεία. Και συνήθως έχει και κάποιον ένοχο που υποτίθεται ότι δεν θέλει να μάθουμε την αλήθεια. Σε μια κοινωνία υψηλής εμπιστοσύνης αυτό το μοντέλο δυσκολεύεται περισσότερο να ευδοκιμήσει.
Σε μια κοινωνία όμως όπου οι θεσμοί έχουν χάσει μεγάλο μέρος του κύρους τους, η εξίσωση αλλάζει.
Και εδώ αρχίζει η ευθύνη της πολιτικής. Η Ελλάδα έχει πρόβλημα εμπιστοσύνης Δεν πρόκειται απλώς για εντύπωση. Η έρευνα του ΟΟΣΑ για την εμπιστοσύνη στους θεσμούς καταγράφει μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για την Ελλάδα.
Το 2025 μόλις το 24% των πολιτών δήλωνε υψηλή ή σχετικά υψηλή εμπιστοσύνη στην εθνική κυβέρνηση, έναντι 40% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. Το 2023 το αντίστοιχο ελληνικό ποσοστό ήταν 32%. Ακόμη χαμηλότερα βρίσκεται η εμπιστοσύνη στα πολιτικά κόμματα: μόλις 15%.
Και ίσως το σημαντικότερο εύρημα είναι άλλο: μόλις το 30% θεωρούσε ότι η κυβέρνηση χρησιμοποιεί επαρκώς τα στοιχεία και τα δεδομένα κατά τη λήψη αποφάσεων, έναντι 37% δύο χρόνια νωρίτερα.
Η κρίση επομένως δεν αφορά απλώς το αν οι πολίτες συμπαθούν μια κυβέρνηση. Αφορά την αντίληψή τους για το κατά πόσο το ίδιο το σύστημα αποφασίζει ορθολογικά και βάσει τεκμηρίων.

Διαβάστε ακόμα: Ο δρόμος προς την εξηλιθίωση
Και η Υγεία δεν αποτελεί εξαίρεση Η δυσπιστία επεκτείνεται στο ίδιο το σύστημα Υγείας. Στην έρευνα PaRIS του ΟΟΣΑ μόλις το 36% των Ελλήνων με χρόνια προβλήματα υγείας δήλωσε ότι εμπιστεύεται το σύστημα υγείας.
Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 62%. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι μόλις το 9% δήλωνε ότι αισθάνεται σίγουρο πως μπορεί να χρησιμοποιήσει σωστά πληροφορίες υγείας που βρίσκει στο Διαδίκτυο.
Δημιουργείται έτσι ένας επικίνδυνος συνδυασμός: χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς + χαμηλή ικανότητα αξιολόγησης ιατρικών πληροφοριών + τεράστια προσφορά “θεραπειών” στο Διαδίκτυο.
Είναι σχεδόν το ιδανικό οικοσύστημα για την ψευδοεπιστήμη.
Η πολιτική έκανε όμως και κάτι ακόμη
Για δεκαετίες οι πολιτικές ηγεσίες έμαθαν στους πολίτες να αντιμετωπίζουν τους θεσμούς όχι ως ουδέτερους μηχανισμούς αλλά ως προεκτάσεις της εκάστοτε εξουσίας. Κάθε κυβέρνηση αμφισβητεί συχνά την αξιοπιστία θεσμών όταν βρίσκεται στην αντιπολίτευση και επικαλείται το κύρος τους όταν βρίσκεται στην εξουσία.
Οι επιστημονικές επιτροπές παρουσιάζονται άλλοτε ως αυθεντίες και άλλοτε ως πολιτικά εργαλεία. Οι ανεξάρτητες αρχές γίνονται σεβαστές όταν οι αποφάσεις τους είναι βολικές και αμφισβητούνται όταν δεν είναι.
Οι ειδικοί χρησιμοποιούνται πολλές φορές ως επιχειρήματα πολιτικής αντιπαράθεσης. Το αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς συσσωρεύεται. Γιατί ο πολίτης μαθαίνει κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο: ότι δεν υπάρχουν πραγματικά ανεξάρτητες αυθεντίες - υπάρχουν μόνο αντίπαλα στρατόπεδα.
Από εκεί μέχρι το "η δική μου αλήθεια είναι εξίσου καλή με τη δική σου" η απόσταση είναι μικρή.
Η πανδημία επιτάχυνε μια ήδη υπάρχουσα διαδικασία
Η Covid-19 έκανε αυτή τη σύγκρουση πολύ πιο έντονη. Επιστημονικές διαφωνίες που κανονικά θα εξελίσσονταν σε συνέδρια και επιστημονικά περιοδικά μεταφέρθηκαν καθημερινά στην τηλεόραση και στα κοινωνικά δίκτυα.
Υποθέσεις εργασίας παρουσιάζονταν ως βεβαιότητες. Συστάσεις άλλαζαν καθώς εμφανίζονταν νέα δεδομένα - κάτι απολύτως φυσιολογικό για την επιστήμη, αλλά συχνά χωρίς να εξηγείται επαρκώς στο κοινό.
Και πάνω σε όλα αυτά προστέθηκε η πολιτική αντιπαράθεση. Έτσι δημιουργήθηκε η εντύπωση σε ένα τμήμα της κοινωνίας ότι η επιστήμη είναι απλώς μία ακόμη άποψη.
Από τη στιγμή που συμβεί αυτό, ο γιατρός, ο influencer, ο πολιτικός, ο YouTuber και ο αυτοαποκαλούμενος "ολιστικός θεραπευτής" μπορούν να εμφανιστούν στην ίδια οθόνη ως ισότιμες φωνές. Δεν είναι.
Αλλά η αρχιτεκτονική της δημόσιας συζήτησης συχνά τους παρουσιάζει σαν να είναι.
Όταν οι ελίτ παραβιάζουν τους κανόνες που οι ίδιες θεσπίζουν
Υπάρχει και ένας ακόμη μηχανισμός διάβρωσης της εμπιστοσύνης. Οι πολίτες είναι πολύ περισσότερο διατεθειμένοι να αποδεχθούν δύσκολους κανόνες όταν πιστεύουν ότι εφαρμόζονται σε όλους.
Όταν όμως δημιουργείται η αντίληψη ότι υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά, η δυσπιστία μετατρέπεται εύκολα σε κυνισμό. Και ο κυνισμός έχει μια παράξενη συνέπεια: ο πολίτης δεν πιστεύει πλέον κανέναν.
Όχι μόνο τον πολιτικό. Τον δημοσιογράφο. Τον θεσμό. Τον επιστήμονα. Τον γιατρό.
Και τότε εμφανίζεται εκείνος που λέει: "Μην πιστεύεις κανέναν από αυτούς. Εγώ θα σου πω την αλήθεια που σου κρύβουν". Αυτή είναι ίσως η ισχυρότερη φράση ολόκληρης της βιομηχανίας της ψευδοεπιστήμης.
Όταν όμως η ίδια η πολιτική νομιμοποιεί την ψευδοεπιστήμη
Μέχρι εδώ θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει την πολιτική απλώς έναν από τους παράγοντες που δημιούργησαν το κενό εμπιστοσύνης μέσα στο οποίο ευδοκιμεί ο κομπογιαννιτισμός.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, σοβαρότερη διάσταση. Τι συμβαίνει όταν ένας πολιτικός αρχηγός δεν περιορίζεται στην κριτική απέναντι στην Πολιτεία και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, αλλά χρησιμοποιεί το δημόσιο κύρος της θέσης του για να υπερασπιστεί ισχυρισμούς που απαιτούν επιστημονική τεκμηρίωση;
Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού είναι ενδιαφέρουσα ακριβώς γι’ αυτό.
Η πρόεδριχ του κόμματος "Ελπίδα", απαντώντας στη συζήτηση για την αποκαλούμενη "κβαντική ιατρική", δήλωσε ότι η κβαντική τεχνολογία αποτελεί "το μέλλον της ιατρικής" και αναφέρθηκε σε "κβαντικούς τομογράφους" που, όπως υποστήριξε, θα έχουν 100.000 φορές μεγαλύτερη ευκρίνεια στον εντοπισμό καρκινικών κυττάρων και θα μπορούν να πραγματοποιούν και θεραπεία.
Εδώ χρειάζεται μια απολύτως καθαρή διάκριση. Η κβαντική φυσική είναι επιστήμη. Οι εφαρμογές κβαντικών φαινομένων στην ιατρική και στη βιοϊατρική τεχνολογία αποτελούν πραγματικό και εξαιρετικά ενδιαφέρον πεδίο έρευνας.
Αυτό όμως δεν αποτελεί επιστημονική πιστοποίηση κάθε πρακτικής που κυκλοφορεί στην αγορά υπό την ετικέτα "κβαντική ιατρική". Η επίκληση μιας πραγματικής επιστήμης για να προσδώσει κύρος σε έναν διαφορετικό θεραπευτικό ισχυρισμό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο ο δημόσιος λόγος οφείλει να απαιτεί αποδείξεις.
Και από έναν πολιτικό αρχηγό ακόμη περισσότερο.

Από τον κομπογιαννίτη στον πολιτικό πολλαπλασιαστή
Ο παραδοσιακός κομπογιαννίτης είχε περιορισμένη εμβέλεια. Μπορούσε να πείσει μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες ανθρώπους. Σήμερα η κατάσταση είναι διαφορετική.
Ένας influencer μπορεί να μεταφέρει έναν ατεκμηρίωτο ισχυρισμό σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Ένας πολιτικός αρχηγός μπορεί να κάνει κάτι ακόμη σημαντικότερο: να του προσδώσει θεσμικό κύρος.
Και αυτή είναι μια ευθύνη που δεν μπορεί να παραβλέπεται επειδή ο συγκεκριμένος πολιτικός εμφανίζεται ως αντισυστημικός. Στην πραγματικότητα, ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει.
Όσο μεγαλύτερη είναι η δυσπιστία ενός ακροατηρίου απέναντι στους παραδοσιακούς θεσμούς τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η επιρροή εκείνου που εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που τολμά να αποκαλύψει "όσα οι άλλοι κρύβουν".
Έτσι δημιουργείται ένας μηχανισμός αυτοτροφοδότησης: οι θεσμοί χάνουν εμπιστοσύνη → εμφανίζεται ο αντισυστημικός πολιτικός → η δυσπιστία μετατρέπεται σε πολιτικό κεφάλαιο → η αμφισβήτηση επεκτείνεται από την πολιτική στους επιστημονικούς θεσμούς → η εναλλακτική αυθεντία ενισχύεται ακόμη περισσότερο.
Αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο από έναν μεμονωμένο κομπογιαννίτη.
Η πολιτική δεν δικαιούται δική της φυσική
Ένας πολιτικός δικαιούται να αμφισβητήσει την κυβέρνηση. Δικαιούται να καταγγείλει ανεπαρκείς ελέγχους. Δικαιούται να απαιτήσει αυστηρότερη εποπτεία των ιατρείων.
Και στο συγκεκριμένο σημείο η ένσταση της Καρυστιανού είναι θεμιτή: ο πολίτης δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ερευνητή που πρέπει μόνος του να εξακριβώνει αν κάθε ιατρείο και κάθε ιατρική πράξη πληρούν τις νόμιμες και επιστημονικές προϋποθέσεις. Η εποπτεία είναι δουλειά των αρμόδιων θεσμών.
Αλλά από αυτό δεν προκύπτει ότι κάθε θεραπευτικός ισχυρισμός αποκτά επιστημονική υπόσταση. Ούτε η επιστημονική εγκυρότητα αποφασίζεται με πολιτική αντιπαράθεση. Δεν υπάρχει κυβερνητική κβαντική φυσική και αντιπολιτευόμενη κβαντική φυσική.
Δεν υπάρχει συστημική βιολογία και αντισυστημική βιολογία.
Υπάρχουν υποθέσεις, πειράματα, κλινικές δοκιμές, δημοσιευμένα δεδομένα, επαναληψιμότητα και αξιολόγηση από την επιστημονική κοινότητα.
Η πραγματικότητα δεν ψηφίζεται.
Η ευθύνη επομένως είναι διπλή
Το πολιτικό σύστημα έχει ευθύνη όταν με τη συμπεριφορά του καταστρέφει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Αλλά έχει ευθύνη και ο πολιτικός που επιχειρεί να καλύψει το κενό που δημιουργήθηκε χρησιμοποιώντας αυτή τη δυσπιστία για να παρουσιάσει ως επιστημονικά έγκυρο κάτι που δεν έχει τεκμηριωθεί ως τέτοιο.
Το πρώτο γεννά τον χώρο μέσα στον οποίο αναπτύσσεται ο κομπογιαννιτισμός. Το δεύτερο μπορεί να του προσφέρει πολιτική νομιμοποίηση.
Και ίσως αυτό είναι το πιο ανησυχητικό στάδιο της διαδικασίας.
Γιατί ο κομπογιαννίτης είναι επικίνδυνος όταν πουλά μια ψευδαίσθηση.
Γίνεται όμως πολύ ισχυρότερος όταν η ψευδαίσθηση αποκτά πολιτικό μικρόφωνο.
Το παράδοξο της αντισυστημικής αυθεντίας
Ο σύγχρονος κομπογιαννίτης δεν εμφανίζεται πλέον απαραίτητα ως γραφική φιγούρα. Μπορεί να διαθέτει πολυτελές ιατρείο. Επαγγελματικό website. Χιλιάδες followers. Επιστημονικοφανή ορολογία. Υψηλές τιμές.
Ακόμη και πραγματικούς ακαδημαϊκούς τίτλους σε διαφορετικό αντικείμενο. Το προϊόν του δεν είναι η άγνοια. Είναι η εναλλακτική αυθεντία. Και όσο περισσότερο καταρρέει η εμπιστοσύνη στην επίσημη αυθεντία τόσο μεγαλύτερη γίνεται η αξία της εναλλακτικής.
Γι’ αυτό η αντιμετώπιση του φαινομένου αποκλειστικά με χλευασμό πιθανότατα αποτυγχάνει. Για κάποιον που ήδη δυσπιστεί απέναντι στο "σύστημα", το γεγονός ότι υπουργοί, δημοσιογράφοι και ειδικοί γελούν με εκείνον που εμπιστεύεται μπορεί να λειτουργήσει ως επιβεβαίωση της αρχικής του πεποίθησης.
Υπάρχει όμως και πραγματική κρατική ευθύνη
Εδώ η δημόσια συζήτηση γύρω από την υπόθεση αγγίζει ένα απολύτως θεμιτό ερώτημα.
Δεν μπορεί η Πολιτεία να ζητά αποκλειστικά από τον ασθενή να ανακαλύψει μόνος του ποια θεραπεία είναι νόμιμη, ποια ιατρική πράξη επιτρέπεται, ποιος επαγγελματίας έχει δικαίωμα να την πραγματοποιεί και ποιοι ισχυρισμοί μιας διαφήμισης είναι επιστημονικά τεκμηριωμένοι.
Η ασυμμετρία πληροφόρησης στην ιατρική είναι τεράστια. Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχουν άδειες άσκησης επαγγέλματος, επιστημονικοί σύλλογοι, φαρμακευτικοί οργανισμοί, πρωτόκολλα και εποπτικές αρχές.
Ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης έχει ήδη ανακοινώσει πρόθεση αλλαγής του θεσμικού πλαισίου σε συνεργασία με τους Ιατρικούς Συλλόγους και το ΕΚΠΑ και περιορισμού παραπλανητικών διαδικτυακών διαφημίσεων για εναλλακτικές θεραπείες.
Αυτό ακριβώς δείχνει ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να περιοριστεί στην ατομική ευθύνη του ασθενούς.
Η επιστήμη δεν χρειάζεται πίστη
Υπάρχει τελικά μια κρίσιμη διαφορά που συχνά χάνεται. Η επιστήμη δεν ζητά από τον πολίτη να την "πιστέψει". Ζητά κάτι πολύ διαφορετικό: να εμπιστευθεί μια διαδικασία.
Μια διαδικασία στην οποία μια υπόθεση πρέπει να ελεγχθεί. Τα αποτελέσματα πρέπει να μπορούν να επαναληφθούν. Οι μελέτες πρέπει να αξιολογηθούν. Οι θεραπείες πρέπει να συγκριθούν. Οι παρενέργειες πρέπει να καταγραφούν. Και όταν τα στοιχεία αλλάζουν, πρέπει να αλλάζει και το συμπέρασμα.
Αυτή η αβεβαιότητα είναι ακριβώς η δύναμη της επιστήμης. Αλλά επικοινωνιακά αποτελεί και την αδυναμία της απέναντι στον κομπογιαννίτη. Εκείνος δεν έχει αβεβαιότητες. Έχει μόνο απαντήσεις.
Η πολιτική ευθύνη είναι τελικά βαθύτερη
Οι κυβερνήσεις ασφαλώς δεν δημιούργησαν την ψευδοεπιστήμη. Ούτε κάθε πολίτης που επιλέγει μια μη τεκμηριωμένη θεραπεία το κάνει επειδή έχασε την εμπιστοσύνη του στο κράτος.
Υπάρχουν οικονομικοί, ψυχολογικοί, πολιτισμικοί και τεχνολογικοί παράγοντες. Όμως οι πολιτικές ηγεσίες έχουν μια ευθύνη πολύ μεγαλύτερη από όσο συνήθως αναγνωρίζουν: διαχειρίζονται το απόθεμα εμπιστοσύνης μιας κοινωνίας.
Κάθε φορά που ένας θεσμός εργαλειοποιείται, κάθε φορά που ένα πραγματικό πρόβλημα αποκρύπτεται, κάθε φορά που ένας επιστήμονας χρησιμοποιείται ως πολιτική ασπίδα και κάθε φορά που η Πολιτεία αποτυγχάνει να ελέγξει όσα η ίδια υποτίθεται ότι εποπτεύει, ένα μικρό κομμάτι αυτού του αποθέματος χάνεται.
Και η εμπιστοσύνη δεν εξαφανίζεται απλώς. Μετακινείται.
- Από τον θεσμό στον influencer.
- Από τον γιατρό στον "θεραπευτή"
- Από την επιστημονική μελέτη στο viral βίντεο.
Από την αβεβαιότητα της πραγματικής επιστήμης στη βεβαιότητα της ψευδοεπιστήμης. Και τότε η κοινωνία ανακαλύπτει με έκπληξη ότι ο κομπογιαννίτης επέστρεψε.
Στην πραγματικότητα, όμως, δεν επέστρεψε ποτέ. Απλώς περιμένει κάθε φορά να αδειάσει η θέση που προηγουμένως κατείχε η εμπιστοσύνη.
Add comment
Comments