Η χώρα που βρίσκεται επί εννέα συνεχόμενα χρόνια στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης ευτυχίας αντιμετωπίζει αυξανόμενο χρέος, υψηλή ανεργία και ένα νέο κύμα δημοσιονομικής λιτότητας.

Από τον Τηλέμαχο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η Φινλανδία ετοιμάζεται για έναν χειμώνα με δύο βαριές πιέσεις: το ψύχος και τις περικοπές. Η κυβέρνηση καλείται να περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα, ενώ ενόψει των εκλογών του Απριλίου η πολιτική συζήτηση έχει μετατοπιστεί. Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα γίνουν περικοπές, αλλά ποιες δημόσιες υπηρεσίες, κοινωνικές παροχές και συντάξεις θα επηρεαστούν περισσότερο.
Η οικονομική εικόνα της χώρας είναι η χειρότερη από τη δεκαετία του 1990. Τότε, η τραπεζική κρίση και η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης - ενός σημαντικού εμπορικού εταίρου - οδήγησαν τη Φινλανδία σε βαθιά ύφεση.
Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε μετά την πανδημία
Το δημόσιο χρέος έφτασε το 90,3% του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Πριν από την πανδημία, βρισκόταν περίπου στο 65%. Παράλληλα, το υπουργείο Οικονομικών εκτιμά ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα θα ανέλθει στο 4,2% του ΑΕΠ το 2026, αρκετά πάνω από το όριο του 3% που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες.
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών είναι ένας από τους παράγοντες που επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό. Η Φινλανδία ενίσχυσε τις στρατιωτικές της δαπάνες μετά την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, έναν χρόνο μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Παράλληλα, χρειάστηκε να αναζητήσει νέους προμηθευτές ενέργειας, καθώς πριν από τον πόλεμο κάλυπτε περίπου το ένα τρίτο των ενεργειακών της αναγκών από τη Ρωσία.
Ωστόσο, το δημοσιονομικό πρόβλημα προϋπήρχε. Από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008–2009, οι κυβερνήσεις της χώρας δαπανούν περισσότερα από όσα εισπράττουν. Η γήρανση του πληθυσμού και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την εξισορρόπηση των δημόσιων οικονομικών.
Οι Βρυξέλλες ζητούν περιορισμό του ελλείμματος
Τον Ιανουάριο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο άνοιξε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος για τη Φινλανδία και έδωσε στη χώρα προθεσμία έως το τέλος του 2028 για να συμμορφωθεί με τον στόχο.
Η κυβέρνηση του κεντροδεξιού πρωθυπουργού Πέτερι Όρπο έχει δεσμευτεί να εξοικονομήσει περίπου €9 δισ. κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου. Οι εκτιμήσεις, όμως, δείχνουν ότι η επόμενη κυβέρνηση μπορεί να χρειαστεί πρόσθετα μέτρα ύψους €8 έως €11 δισ.
Σχεδόν όλα τα πολιτικά κόμματα έχουν συμφωνήσει στην ανάγκη ενός "φρένου χρέους": η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να περιορίσει το έλλειμμα κοντά στο 2% του ΑΕΠ έως το 2031.
Η κυβερνώσα Εθνική Συμμαχία του Όρπο προτείνει νέες περικοπές €9 δισ., χωρίς αύξηση φόρων. Στο στόχαστρο βρίσκονται η υγεία, η κοινωνική φροντίδα και η πρόνοια, ενώ εξετάζονται αλλαγές και στις επαγγελματικές συντάξεις, χωρίς να μειωθούν οι σημερινές καταβολές. Οι Σοσιαλδημοκράτες προτείνουν να μοιραστεί η προσαρμογή ανάμεσα σε περικοπές και φορολογικές αυξήσεις.
Σύμβουλος της κεντρικής τράπεζας της Φινλανδίας προειδοποιεί ότι το μέγεθος του ελλείμματος καθιστά αναγκαίο έναν συνδυασμό μέτρων: τόσο περιορισμό δαπανών όσο και αύξηση φορολογικών εσόδων.
Ανεργία και περικοπές πιέζουν τα νοικοκυριά
Η δημοσιονομική προσαρμογή έρχεται σε μια περίοδο που η αγορά εργασίας βρίσκεται υπό πίεση. Τον Αύγουστο, η ανεργία στη Φινλανδία έφτασε το 10,3%, ξεπερνώντας οριακά την Ισπανία και καταγράφοντας το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ανεργία των νέων ανήλθε στο 23,3%, έναντι μέσου όρου 15,4% στην ΕΕ.
Η νέα λιτότητα μπορεί να επιβαρύνει περαιτέρω την εγχώρια ζήτηση. Περισσότερο από το ένα τέταρτο των εργαζομένων απασχολείται στον δημόσιο τομέα. Αν οι εργαζόμενοι φοβούνται απολύσεις, είναι πιθανό να περιορίσουν τις δαπάνες τους και να αυξήσουν την αποταμίευση. Αυτό θα έπληττε μια οικονομία όπου η κατανάλωση των νοικοκυριών ήδη υποχωρεί.
Το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027 προβλέπει έλλειμμα €12,4 δισ. Η πανδημία, τα υψηλότερα επιτόκια και οι οικονομικές επιπτώσεις των πολέμων δυσκολεύουν την προσπάθεια να περιοριστεί η απόσταση ανάμεσα στα δημόσια έσοδα και τις δαπάνες.
Αμυντικές δαπάνες, ενέργεια και το στοίχημα των εξαγωγών
Η Φινλανδία είχε αποφασίσει πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία να αγοράσει 64 μαχητικά αεροσκάφη F-35A από τις ΗΠΑ, έναντι περίπου €8,4 δισ. Τα τελευταία χρόνια αύξησε επίσης τις ετήσιες στρατιωτικές δαπάνες από €4,5 δισ. σε περισσότερα από €8 δισ. Τον Απρίλιο, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα τις αυξήσει περαιτέρω, στο 3,2% του ΑΕΠ.
Ταυτόχρονα, οι υψηλές τιμές της ενέργειας αποτελούν πρόσθετο κίνδυνο. Η κεντρική τράπεζα κατέγραψε αύξηση 50% στο κόστος των εισαγόμενων ενεργειακών προϊόντων κατά τους πρώτους μήνες του πολέμου στο Ιράν. Η στροφή στις ανανεώσιμες πηγές και η λειτουργία του πυρηνικού σταθμού Olkiluoto 3 από το 2023 περιόρισαν την έκταση της ενεργειακής κρίσης. Αν, όμως, οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου παραμείνουν υψηλές, η ανάπτυξη θα μπορούσε να επιβραδυνθεί και ο πληθωρισμός να αυξηθεί.
Υπάρχει και μια πιθανή διέξοδος: οι εξαγωγές. Οι παραγγελίες σε μέταλλα και ναυπηγήσεις ενισχύουν τμήματα της φινλανδικής οικονομίας. Ορισμένοι αναλυτές τις συγκρίνουν με τα χρόνια της μεγάλης ανάπτυξης που συνδέθηκαν με τη Nokia. Αν η ζήτηση από την υπόλοιπη Ευρώπη παραμείνει ισχυρή, οι εξαγωγές θα μπορούσαν να βοηθήσουν τη χώρα να βγει από την ύφεση.
Οι αγορές δεν έχουν χάσει ακόμη την εμπιστοσύνη τους
Παρά τις δημοσιονομικές δυσκολίες, οι αγορές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη Φινλανδία ως έναν από τους ασφαλέστερους δανειολήπτες της Ευρώπης. Στις 6 Οκτωβρίου, το επιτόκιο που πλήρωνε η χώρα για δεκαετή δανεισμό ήταν μόλις 0,38 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το αντίστοιχο της Γερμανίας. Το περιθώριο ήταν 1,28 μονάδες για τη Γαλλία και 1,07 για την Ιταλία.
Αυτή η ευνοϊκή αντιμετώπιση προσφέρει στη Φινλανδία χρόνο για μεταρρυθμίσεις. Δεν εξαλείφει, όμως, τους κινδύνους: μια παρατεταμένη άνοδος των τιμών του πετρελαίου, νέα κλιμάκωση από τη Ρωσία ή μια ευρύτερη κρίση χρέους στην Ευρώπη θα μπορούσαν να αλλάξουν γρήγορα το κλίμα.
Τον επόμενο Μάρτιο, η Φινλανδία μπορεί να αναδειχθεί για δέκατη συνεχόμενη χρονιά η πιο ευτυχισμένη χώρα στον κόσμο. Το αν αυτή η πρωτιά θα σημαίνει και ότι οι πολίτες της αισθάνονται ασφαλείς καθώς αρχίζουν να βιώνουν το κόστος της δημοσιονομικής προσαρμογής, είναι ένα διαφορετικό ερώτημα.
Add comment
Comments