Η άνοδος του κόστους δανεισμού δεν αφορά μόνο τα κράτη που εκδίδουν ομόλογα. Στεγαστικά δάνεια, επιχειρηματικές επενδύσεις και εταιρείες φορτωμένες με χρέος βρίσκονται στην επόμενη γραμμή πίεσης - με τις συνέπειες να μπορεί να φανούν σταδιακά, όταν λήξουν οι παλιές δανειακές συμβάσεις.

Από τον Ίκαρο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η αναταραχή στις αγορές ομολόγων αντιμετωπίζεται συχνά ως υπόθεση επενδυτών και κυβερνήσεων. Όμως οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων επηρεάζουν το κόστος χρηματοδότησης σε ολόκληρη την οικονομία. Όταν αυξάνονται, ακριβαίνουν και πολλά δάνεια που συνδέονται με αυτές, από τα στεγαστικά έως τον δανεισμό των επιχειρήσεων. Η κρίση, μπορεί τώρα να αρχίσει να μεταφέρεται από τις αγορές στην καθημερινή οικονομική δραστηριότητα. Η πίεση δεν θα εμφανιστεί παντού ταυτόχρονα. Μπορεί όμως να γίνει αισθητή μέσα στους επόμενους μήνες, καθώς νοικοκυριά και επιχειρήσεις θα ανανεώνουν δάνεια που είχαν εξασφαλίσει σε περιβάλλον πολύ χαμηλότερων επιτοκίων.
Από τις αποδόσεις των ομολόγων στο κόστος των δανείων
Οι αποδόσεις των ομολόγων ανεβαίνουν όταν οι επενδυτές ζητούν υψηλότερη αμοιβή για να δανείσουν χρήματα σε ένα κράτος. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε ανησυχίες για τον πληθωρισμό, τις αυξημένες κρατικές δαπάνες και το δημόσιο χρέος ή στη γενικότερη αβεβαιότητα για την πορεία της οικονομίας. Η πτώση των τιμών των ομολόγων και η άνοδος των αποδόσεών τους είναι δύο όψεις της ίδιας κίνησης. Η επίδραση δεν σταματά στα κρατικά ταμεία. Οι αποδόσεις λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για άλλες μορφές δανεισμού. Στη Βρετανία, για παράδειγμα, η μέση τιμή ενός σταθερού στεγαστικού δανείου πενταετίας έφθασε το 6% στις αρχές Οκτωβρίου, καθώς η αβεβαιότητα στις αγορές ομολόγων οδήγησε τις τράπεζες και τις εταιρείες στεγαστικής πίστης να αυξήσουν τις χρεώσεις τους.
Για ένα νοικοκυριό που πρέπει να αναχρηματοδοτήσει το στεγαστικό του, η αλλαγή σημαίνει μεγαλύτερη μηνιαία δόση και λιγότερο διαθέσιμο εισόδημα για κατανάλωση. Για μια επιχείρηση, μπορεί να σημαίνει αναβολή μιας επένδυσης, μικρότερες προσλήψεις ή περιορισμό άλλων δαπανών. Καθώς αυτές οι αποφάσεις πολλαπλασιάζονται, η πίεση περνά από τον χρηματοπιστωτικό τομέα στην αγορά εργασίας και στην ευρύτερη οικονομία.
Η δοκιμασία για τις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι εταιρείες που δανείστηκαν μεγάλα ποσά σε μια εποχή σχεδόν μηδενικών επιτοκίων. Βασικός προβληματισμός υφίσταται για τις επιχειρήσεις που εξαγοράστηκαν από κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών, όπου ο δανεισμός συχνά αποτελεί σημαντικό μέρος της χρηματοδότησης της εξαγοράς. Όσο τα επιτόκια ήταν χαμηλά, το κόστος αυτών των δανείων μπορούσε να εξυπηρετηθεί ευκολότερα. Όταν όμως έρθει η ώρα της αναχρηματοδότησης, οι επιχειρήσεις μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με πολύ υψηλότερους τόκους. Μεγάλες βρετανικές επιχειρήσεις, όπως οι Asda και Morrisons, αντιμετώπιζαν ήδη δυσκολίες και πριν από την πλήρη άνοδο του κόστους χρήματος. Η επιβάρυνση από νέα, ακριβότερα δάνεια μπορεί να περιορίσει ακόμη περισσότερο τα περιθώριά τους.
Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος επειδή μεγάλο μέρος του χρέους έχει σταθερό επιτόκιο ή δεν ανανεώνεται αμέσως. Έτσι, το νέο κόστος δεν εμφανίζεται σε όλους ταυτόχρονα. Μεταφέρεται σταδιακά, καθώς λήγουν οι συμβάσεις και οι δανειολήπτες καλούνται να δανειστούν ξανά με τους σημερινούς όρους. Η καθυστέρηση μπορεί να δώσει την εντύπωση ότι η οικονομία αντέχει, ενώ το πραγματικό βάρος δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως.
Ο φαύλος κύκλος του ακριβού χρήματος
Αν τα νοικοκυριά περιορίσουν τις αγορές τους και οι επιχειρήσεις τις επενδύσεις τους, η οικονομική δραστηριότητα επιβραδύνεται. Μια τέτοια επιβράδυνση μπορεί να πιέσει τα έσοδα των επιχειρήσεων, να αυξήσει τις απολύσεις ή τις χρεοκοπίες και τελικά να μειώσει τα φορολογικά έσοδα του κράτους. Τότε οι κυβερνήσεις μπορεί να χρειαστεί να δανειστούν περισσότερο ακριβώς τη στιγμή που οι αγορές ζητούν υψηλότερη απόδοση για να αγοράσουν το χρέος τους. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: το υψηλότερο κόστος δανεισμού επιβαρύνει την οικονομία, η ασθενέστερη οικονομία δυσκολεύει τα δημόσια οικονομικά και η δημοσιονομική αβεβαιότητα μπορεί να πιέσει ξανά τις αποδόσεις προς τα πάνω.
Οι πρόσφατες κινήσεις στις αγορές δείχνουν ότι η ανησυχία είναι διεθνής. Οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων έφθασαν σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί εδώ και δεκαετίες, ενώ η άνοδος των αποδόσεων και οι φόβοι για τον πληθωρισμό επηρέασαν και τις ευρωπαϊκές αγορές. Παράλληλα, η αναζωπύρωση των τιμών της ενέργειας ενισχύει τον κίνδυνο επίμονου πληθωρισμού, περιπλέκοντας τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών.
Η επιστροφή από το φθηνό χρήμα
Τα επιτόκια της τάξης του 5% ή του 6% δεν είναι πρωτοφανή αν εξεταστούν σε μακροχρόνια ιστορική κλίμακα. Η δυσκολία βρίσκεται στην απότομη προσαρμογή μετά από περίπου δεκαπέντε χρόνια εξαιρετικά φθηνού χρήματος. Επιχειρήσεις, νοικοκυριά και κυβερνήσεις είχαν οργανώσει τις αποφάσεις τους γύρω από την παραδοχή ότι ο δανεισμός θα παραμείνει φθηνός. Η ανατροπή αυτής της παραδοχής μπορεί να αποδειχθεί επώδυνη, ακόμη κι αν τα σημερινά επιτόκια θεωρούνται "κανονικά" σε άλλες περιόδους.
Το ότι η κρίση θα χτυπήσει την πραγματική οικονομία μέσα στους επόμενους έξι μήνες είναι εκτίμηση και όχι βεβαιότητα. Το μέγεθος της επίδρασης θα εξαρτηθεί από την πορεία του πληθωρισμού, των επιτοκίων και των τιμών της ενέργειας, αλλά και από το πόσο γρήγορα θα χρειαστεί επιχειρήσεις και νοικοκυριά να αναχρηματοδοτήσουν τα χρέη τους. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η άνοδος των αποδόσεων θα αποδειχθεί προσωρινή αναταραχή ή η αρχή μιας μακρύτερης περιόδου ακριβότερου χρήματος.


Add comment
Comments