Ποιος πληρώνει τελικά το γαλλικό χρέος;

Published on October 12, 2026 at 10:57 PM

Με δημόσιο χρέος €3,6 τρισ. και έλλειμμα που παραμένει πολύ πάνω από το όριο της ΕΕ, η Γαλλία ανακαλύπτει ότι η πολιτική αναβολή έχει επιτόκιο.

Από τον Δαίδαλο | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Η Γαλλία δεν έχει χάσει την πρόσβαση στις αγορές. Έχει χάσει κάτι πιο ήσυχο, αλλά κρίσιμο: την παραδοχή ότι μπορεί να δανείζεται σχεδόν με το ίδιο κόστος όπως η Γερμανία, ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στα δημόσια οικονομικά της.

Στις αρχές Οκτωβρίου, η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου πλησίασε το 5% - το υψηλότερο επίπεδο από το 2002. Η διαφορά από το αντίστοιχο γερμανικό ομόλογο έφθασε τις 152 μονάδες βάσης, στα επίπεδα της κρίσης χρέους της ευρωζώνης το 2011–2012. Οι αποδόσεις έκτοτε κινούνται, όμως το μήνυμα της αγοράς παραμένει: ο δανεισμός της Γαλλίας δεν θεωρείται πια αυτονόητα σχεδόν εξίσου ασφαλής με τον γερμανικό. 

Αυτό δεν συνιστά απόδειξη επικείμενης χρεοκοπίας. Είναι, όμως, ένα ακριβό προειδοποιητικό σήμα. Όταν οι επενδυτές αμφιβάλλουν για την πορεία των δημόσιων οικονομικών, ζητούν υψηλότερη απόδοση για να δανείσουν το κράτος. Και αυτό το κόστος δεν μένει στα χρηματιστηριακά δελτία: περνά στα επιτόκια δανεισμού, στον κρατικό προϋπολογισμό και τελικά στους φορολογουμένους.


Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το χρέος· είναι η πορεία του

Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, το δημόσιο χρέος της Γαλλίας έφθασε τα €3,6 τρισ., ή το 119% του ΑΕΠ, από 115,6% έναν χρόνο νωρίτερα. Το έλλειμμα για το 2026 εκτιμάται στο 5,4% του ΑΕΠ - αρκετά πάνω από το ευρωπαϊκό όριο του 3%. Τα ελλείμματα προστίθενται στο χρέος κάθε χρόνο, ενώ οι πληρωμές τόκων και οι αμυντικές δαπάνες αυξάνονται. 

Το ύψος του χρέους από μόνο του δεν αρκεί για να προβλέψει κανείς κρίση. Σημασία έχει αν η οικονομία αναπτύσσεται, αν το κράτος μπορεί να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις του και αν η κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει μια αξιόπιστη δημοσιονομική πορεία. Εδώ βρίσκεται η γαλλική αδυναμία: το Παρίσι παρουσιάζει σχέδιο μείωσης του ελλείμματος, αλλά η πολιτική του βάση είναι εύθραυστη και η εφαρμογή του αβέβαιη.

Η κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Λεκορνύ στοχεύει να μειώσει το έλλειμμα στο 5% του ΑΕΠ το 2027, μέσω συνολικής δημοσιονομικής προσπάθειας περίπου €54 δισ. Το σχέδιο προβλέπει περιορισμό δαπανών και πρόσθετα έσοδα· δεν πρόκειται για €54 δισ. αποκλειστικά σε περικοπές. Περίπου τα δύο τρίτα της προσαρμογής αποδίδονται σε περιορισμό δαπανών και το ένα τρίτο σε αυξημένους φόρους και εισφορές.

Την ίδια ώρα, το Δημόσιο σχεδιάζει να εκδώσει €340 δισ. σε ομόλογα το 2027, καθώς πρέπει να καλύψει τις ανάγκες του και να αναχρηματοδοτήσει παλαιότερο δανεισμό που λήγει. 

Αυτό το τελευταίο συχνά παρερμηνεύεται: η έκδοση €340 δισ. δεν σημαίνει ότι η Γαλλία θα δαπανήσει €340 δισ. περισσότερα. Σημαίνει, όμως, ότι πρέπει να βρει αγοραστές για πολύ μεγάλο όγκο χρέους. Όσο μεγαλύτερο είναι το επιτόκιο με το οποίο αναχρηματοδοτείται το παλιό χρέος, τόσο περισσότερο χώρο καταλαμβάνουν οι τόκοι στον προϋπολογισμό - χώρο που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για δημόσιες υπηρεσίες, επενδύσεις ή φορολογικές ελαφρύνσεις.

Η πολιτική αναβολή κοστίζει

Το πρώτο κοινοβουλευτικό δείγμα δεν ήταν ενθαρρυντικό. Η αρμόδια επιτροπή της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης απέρριψε πρόταση για περιορισμό φορολογικής ελάφρυνσης των συνταξιούχων. Η αλλαγή θα μείωνε το ανώτατο όριο της σχετικής έκπτωσης από €4.439 σε €3.000. Η πρόταση μπορεί να επανέλθει στην πορεία της νομοθέτησης, αλλά η αρχική απόρριψη δείχνει πόσο δύσκολο είναι να αγγιχθούν πολιτικά ευαίσθητες δαπάνες. 

αι κάθε χρόνο, ο λογαριασμός δεν εξαφανίζεται. Επιστρέφει με υψηλότερους τόκους, λιγότερα περιθώρια πολιτικής και αυστηρότερες επιλογές για την επόμενη κυβέρνηση.


Οι συντάξεις είναι η μεγαλύτερη επιμέρους δαπάνη του γαλλικού Δημοσίου: προβλέπεται να φθάσουν τα €436 δισ. το 2027, περίπου το 14% του ΑΕΠ. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε συνταξιοδοτική παροχή πρέπει να περικοπεί ή ότι η δημοσιονομική εξυγίανση μπορεί να γίνει χωρίς κοινωνικό κόστος. Σημαίνει ότι όποιος υπόσχεται ταυτόχρονα προστασία κάθε υφιστάμενης παροχής, περισσότερες δημόσιες υπηρεσίες, χαμηλότερους φόρους και μικρότερα ελλείμματα οφείλει να εξηγήσει με ακρίβεια πώς θα χρηματοδοτηθούν όλα αυτά. 

Το δίλημμα δεν είναι "κοινωνικό κράτος ή λογιστική". Είναι αν το κοινωνικό κράτος μπορεί να χρηματοδοτείται σταθερά χωρίς να μεταφέρει διαρκώς μεγαλύτερο λογαριασμό στους εργαζομένους, στις επιχειρήσεις και στις επόμενες γενιές.

Η αύξηση φόρων δεν αποτελεί αυτόματη λύση: μπορεί να επιβαρύνει την εργασία και τις επενδύσεις, ενώ αφήνει ανέγγιχτες τις αιτίες που κάνουν τις δαπάνες να αυξάνονται. Από την άλλη, οι οριζόντιες περικοπές που μειώνουν κρίσιμες δημόσιες επενδύσεις μπορεί να υπονομεύσουν την ανάπτυξη - και άρα την ίδια τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους.

Η ουσιαστική συζήτηση αφορά τη σύνθεση των δαπανών, την αποτελεσματικότητα του κράτους, τις συνταξιοδοτικές δεσμεύσεις και την ανάπτυξη. Ένα κράτος που δανείζεται για να διατηρεί κάθε υφιστάμενη δαπάνη, χωρίς να εξετάζει αν αυτή παράγει αντίστοιχη κοινωνική ή οικονομική αξία, δεν προστατεύει επ’ αόριστον το κοινωνικό του μοντέλο. Περιορίζει σταδιακά τις επιλογές του.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν είναι δημοσιονομικό σχέδιο

Στην ευρωζώνη υπάρχει ένας μηχανισμός που μπορεί να περιορίσει μια αδικαιολόγητη αναταραχή στην αγορά ομολόγων: το Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης της ΕΚΤ. Η ενεργοποίησή του, όμως, δεν είναι αυτόματη ούτε αποτελεί εγγύηση ότι κάθε κράτος θα δανείζεται με όποιο επιτόκιο επιθυμεί. Η ΕΚΤ εξετάζει, μεταξύ άλλων, τη συμμόρφωση με το δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ, τη βιωσιμότητα του χρέους και την άσκηση συνετών οικονομικών πολιτικών. 

Η διάκριση είναι ουσιαστική: η ΕΚΤ μπορεί να αντιμετωπίσει μια άτακτη διακύμανση που εμποδίζει τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Δεν μπορεί να αποφασίσει ποιες γαλλικές δαπάνες θα περιοριστούν, ποιες μεταρρυθμίσεις θα γίνουν ή πώς θα εξασφαλιστεί ότι το χρέος θα σταθεροποιηθεί. Αυτές είναι αποφάσεις της γαλλικής κυβέρνησης και του κοινοβουλίου. Ένα κοινό νόμισμα δεν δημιουργεί αυτομάτως κοινό υπουργείο Οικονομικών που αναλαμβάνει τις εθνικές επιλογές.

Γι’ αυτό και η γαλλική υπόθεση δεν είναι απλώς μια δοκιμασία για τις αγορές ή για την ΕΚΤ. Είναι δοκιμασία πολιτικής αξιοπιστίας. Η Γαλλία δεν βρίσκεται στη θέση της Ελλάδας το 2010. Όμως η σύγκριση με τις αποδόσεις της Ιταλίας και της Ελλάδας δείχνει πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει η τιμή που πληρώνει ένα κράτος όταν η πορεία του θεωρείται αβέβαιη. 

Η κρίση, λοιπόν, δεν είναι ότι η Γαλλία ξέμεινε από χρήματα. Είναι ότι η πολιτική τάξη δυσκολεύεται να συμφωνήσει ποιος θα πληρώσει για να σταματήσει να δανείζεται τόσο πολύ.

Αν η απάντηση αναβάλλετ

Add comment

Comments

There are no comments yet.