Ο πληθωρισμός ήρθε για να μείνει: το τίμημα που πληρώνουμε για το τέλος της παγκοσμιοποίησης

Published on October 23, 2026 at 4:19 PM

Η υποχώρηση του πληθωρισμού δεν εξαρτάται μόνο από το ποιο κόμμα ελέγχει την Ουάσιγκτον ή και όποια άλη πρωτεύουσα. Η άνοδος των τιμών συνδέεται και με βαθύτερες αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία, καθώς οι κυβερνήσεις απομακρύνονται από το μοντέλο της μεταψυχροπολεμικής παγκοσμιοποίησης.

Από την Αργώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Η συζήτηση αποκτά πολιτικό βάρος ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Ο πληθωρισμός και το κόστος ζωής πιέζουν την κυβέρνηση Τραμπ, ενώ οι Δημοκρατικοί ελπίζουν ότι η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων θα τους δώσει τον έλεγχο του Κογκρέσου. Όμως η εκλογική φθορά των Ρεπουμπλικανών δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι οι Δημοκρατικοί διαθέτουν σχέδιο που θα μειώσει γρήγορα τις τιμές.

Οι τιμές ανεβαίνουν ξανά, με αιχμή την ενέργεια

Τα τελευταία στοιχεία του αμερικανικού Γραφείου Στατιστικών Εργασίας δείχνουν ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά 0,6% τον Σεπτέμβριο και κατά 3,7% σε ετήσια βάση. Η βενζίνη ανατιμήθηκε κατά 9,1% μέσα στον μήνα και αντιστοιχούσε σε περισσότερο από το μισό της μηνιαίας αύξησης του συνολικού δείκτη. Σε ετήσια βάση, οι τιμές της ενέργειας ήταν αυξημένες κατά 20,4%. Ο δομικός δείκτης, που εξαιρεί τρόφιμα και ενέργεια, ανέβηκε κατά 2,6% σε δώδεκα μήνες.


Η εικόνα αυτή συνδέει την ακρίβεια με το ενεργειακό κόστος, τις αναταράξεις στις διεθνείς προμήθειες και τις εμπορικές αποφάσεις της κυβέρνησης. Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ευρύτερο από την τιμή στην αντλία: ακριβότερα καύσιμα αυξάνουν το κόστος μεταφορών και παραγωγής, ενώ η αβεβαιότητα επιβαρύνει τον προγραμματισμό επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Η αποπαγκοσμιοποίηση - η αναδιάταξη του εμπορίου, των παραγωγικών αλυσίδων και των μεταναστευτικών ροών - μπορεί να διατηρήσει τις πιέσεις στις τιμές. Όταν μια επιχείρηση αλλάζει προμηθευτές, μεταφέρει παραγωγή ή αναζητά νέες διαδρομές εφοδιασμού, η μετάβαση έχει κόστος και μπορεί να δημιουργήσει ελλείψεις ή καθυστερήσεις. Αντίστοιχα, οι περιορισμοί στη μετανάστευση μπορούν να περιορίσουν τη διαθέσιμη εργασία σε κλάδους όπως οι κατασκευές, η γεωργία και η υγεία.

Η γενικότερη ανησυχία για τον οικονομικό κατακερματισμό έχει καταγραφεί και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το Ταμείο επισημαίνει ότι μια ταχεία διάσπαση των εμπορικών σχέσεων θα ανάγκαζε τις αλυσίδες εφοδιασμού να προσαρμοστούν με σημαντικό κόστος. Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει ότι η αποπαγκοσμιοποίηση είναι η μοναδική ή μόνιμη αιτία του σημερινού πληθωρισμού.

Το κόστος των δασμών και το πολιτικό δίλημμα

Οι δασμοί προσθέτουν μια συγκεκριμένη και μετρήσιμη διάσταση στη συζήτηση. Ερευνητές της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης εκτιμούν ότι μέρος της αύξησης των δασμών του 2025 πέρασε στις τιμές των καταναλωτικών αγαθών, ενώ η επίδραση μπορεί να συνεχιστεί καθώς το υψηλότερο κόστος διαχέεται στην εγχώρια παραγωγή. Οι ίδιοι επισημαίνουν ότι η μετακύλιση δεν γίνεται πάντοτε άμεσα ούτε με τον ίδιο τρόπο σε κάθε κατηγορία προϊόντων.

Για τους Δημοκρατικούς, η πολιτική απάντηση έχει ένα δύσκολο σκέλος. Η επιστροφή σε χαμηλότερους εμπορικούς φραγμούς θα μπορούσε να μειώσει ορισμένες πιέσεις στις τιμές, αλλά θα τους έφερνε κοντά σε ένα μοντέλο ελεύθερου εμπορίου που πολλοί εργαζόμενοι θεωρούν ότι αποδυνάμωσε την αμερικανική βιομηχανία και τις κοινότητες της ενδοχώρας. Η υπεράσπιση των ανοιχτών συνόρων, επίσης, θα συγκρουόταν με την ανησυχία ψηφοφόρων για τη στέγαση, τις δημόσιες υπηρεσίες και την ασφάλεια της εργασίας.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το κόστος ζωής έχει γίνει κεντρικό πολιτικό ζήτημα, αλλά οι πολίτες δεν αποδίδουν την ευθύνη με τον ίδιο τρόπο. Σε έρευνα Reuters/Ipsos, το 78% των ερωτηθέντων απέδωσε τουλάχιστον μέρος της αύξησης του κόστους ζωής στις πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ. Η έρευνα καταγράφει, παράλληλα, ότι οι ψηφοφόροι ανησυχούν για τις τιμές και θεωρούν πως τα έξοδά τους αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματά τους.


Η νομισματική πολιτική έχει όρια

Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα προσπαθεί να συγκρατήσει τον πληθωρισμό κυρίως μέσω των επιτοκίων. Η αύξησή τους μπορεί να περιορίσει τη ζήτηση, αλλά ταυτόχρονα ακριβαίνει τα στεγαστικά δάνεια, τις πιστωτικές κάρτες και τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Έτσι, η πολιτική που αποσκοπεί στη σταθεροποίηση των τιμών επιβαρύνει και νοικοκυριά που ήδη πιέζονται από το αυξημένο κόστος ζωής.

Οι προβλέψεις της Fed τον Σεπτέμβριο τοποθετούσαν τον πληθωρισμό βάσει του δείκτη PCE στο 2% για το 2029, με διάμεση πρόβλεψη 2,1% για το 2028. Οι εκτιμήσεις αυτές δεν επιβεβαιώνουν ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει αναγκαστικά υψηλός έως και τη δεκαετία του 2030. Δείχνουν, όμως, ότι η επιστροφή στον στόχο μπορεί να χρειαστεί χρόνο και ότι η πορεία εξαρτάται από τις μελλοντικές οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις.

Η βασική πολιτική δυσκολία είναι ότι καμία από τις μεγάλες παρατάξεις δεν μπορεί εύκολα να αναιρέσει τις επιλογές που έχουν διαμορφώσει τη σημερινή οικονομία. Οι Δημοκρατικοί αποφεύγουν να υπερασπιστούν πλήρως την παλαιότερη εκδοχή της παγκοσμιοποίησης, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί έχουν συνδέσει την πολιτική τους ταυτότητα με τους δασμούς και τους αυστηρούς περιορισμούς στη μετανάστευση. Παράλληλα, προτάσεις όπως η ενίσχυση του ανταγωνισμού και η αυστηρότερη αντιμετώπιση της συγκέντρωσης ισχύος στην αγορά δεν αρκούν από μόνες τους για να ανατρέψουν γρήγορα τις τιμές.

Ακόμη και μια αλλαγή κυβέρνησης δεν θα εξάλειφε τις πληθωριστικές πιέσεις που συνδέονται με τον κατακερματισμό του εμπορίου, την ενέργεια και τις νέες γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις. Τα διαθέσιμα στοιχεία στηρίζουν την άποψη ότι αυτοί οι παράγοντες έχουν σημασία· δεν τεκμηριώνουν, ωστόσο, ότι ο πληθωρισμός είναι "αναπόφευκτος" ή ότι τα περιθώρια πολιτικής έχουν εξαντληθεί.

Η κρίσιμη δοκιμασία για όποιο κόμμα αναλάβει την εξουσία θα είναι να συνδυάσει χαμηλότερο κόστος με παραγωγικές επενδύσεις και αξιόπιστες αλυσίδες εφοδιασμού, χωρίς να μεταφέρει το βάρος της προσαρμογής αποκλειστικά στα νοικοκυριά.

Add comment

Comments

There are no comments yet.