Μια ιστορική συμφωνία άλλαξε οριστικά το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Η Εθνική Τράπεζα έπαψε να είναι ταυτόχρονα εμπορική και εκδοτική τράπεζα, ανοίγοντας τον δρόμο για τη δημιουργία ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας. Πίσω από τη μεταρρύθμιση βρίσκονταν η δημοσιονομική κρίση, τα διεθνή δάνεια και η ανάγκη νομισματικής σταθερότητα

Από τον Δαίδαλο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Στις 27 Οκτωβρίου 1927, το ελληνικό Δημόσιο και η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος υπέγραψαν μια συμφωνία που επρόκειτο να αλλάξει τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας. Με τη σύμβαση αυτή, η Εθνική παραιτούνταν από το δικαίωμα έκδοσης τραπεζογραμματίων και συμφωνούσε στη σύσταση ενός νέου ιδρύματος, της Τράπεζας της Ελλάδος, που θα αναλάμβανε τον ρόλο της κεντρικής τράπεζας. Η συμφωνία κυρώθηκε νομοθετικά τον Δεκέμβριο του 1927, ενώ η νέα τράπεζα άρχισε να λειτουργεί στις 14 Μαΐου 1928.
Η αλλαγή δεν ήταν απλώς οργανωτική. Σηματοδοτούσε τον διαχωρισμό δύο λειτουργιών που μέχρι τότε συνυπήρχαν στον ίδιο τραπεζικό οργανισμό: της εμπορικής τραπεζικής και της άσκησης νομισματικής εξουσίας.
Η Εθνική Τράπεζα ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια τράπεζα
Όταν ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα το 1841, το ελληνικό κράτος βρισκόταν ακόμη στα πρώτα στάδια της οικονομικής του συγκρότησης. Η χώρα δεν διέθετε ένα σύγχρονο τραπεζικό σύστημα ούτε μια ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα. Η Εθνική ανέλαβε να καλύψει αυτό το κενό, συνδυάζοντας τη χρηματοδότηση της οικονομίας με την έκδοση χαρτονομισμάτων. Με την πάροδο των δεκαετιών, το εκδοτικό της προνόμιο επεκτάθηκε και το 1920 κάλυπτε πλέον ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Η Εθνική συγκέντρωνε καταθέσεις, χορηγούσε δάνεια, χρηματοδοτούσε επιχειρήσεις και το Δημόσιο, ενώ ταυτόχρονα είχε την ευθύνη της κυκλοφορίας του χαρτονομίσματος.
Με άλλα λόγια, λειτουργούσε συγχρόνως ως η μεγαλύτερη εμπορική τράπεζα της χώρας και ως ο βασικός φορέας της κεντρικής τραπεζικής λειτουργίας.
Γιατί το σύστημα αυτό θεωρήθηκε προβληματικό;
Το πρόβλημα βρισκόταν στη σύγκρουση μεταξύ ιδιωτικών τραπεζικών συμφερόντων και δημόσιας νομισματικής εξουσίας. Μια εμπορική τράπεζα επιδιώκει την κερδοφορία της μέσω δανείων, καταθέσεων και επενδύσεων. Μια κεντρική τράπεζα, αντιθέτως, οφείλει να μεριμνά για τη σταθερότητα του νομίσματος και του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι δύο στόχοι δεν συμπίπτουν πάντοτε. Για παράδειγμα, μια εμπορική τράπεζα μπορεί να επιθυμεί επέκταση της πίστης, ενώ η νομισματική σταθερότητα ενδέχεται να απαιτεί περιορισμό της.
Η Κοινωνία των Εθνών θεωρούσε ότι η συγκέντρωση αυτών των αρμοδιοτήτων στην Εθνική Τράπεζα δημιουργούσε θεσμικό ασυμβίβαστο. Η λύση που προκρίθηκε ήταν η δημιουργία ενός ξεχωριστού οργανισμού, ο οποίος δεν θα ασκούσε συνήθεις εμπορικές τραπεζικές εργασίες και θα είχε ως βασική αποστολή τη νομισματική σταθερότητα.
Η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1920
Η μεταρρύθμιση δεν προέκυψε σε περίοδο οικονομικής ευημερίας. Η Ελλάδα αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες μετά από μια δεκαετία πολέμων, τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων. Οι ανάγκες χρηματοδότησης ήταν τεράστιες, τα δημόσια οικονομικά πιεσμένα και η δραχμή είχε υποστεί διαδοχικές περιόδους αστάθειας. Η ελληνική κυβέρνηση αναζητούσε διεθνή οικονομική υποστήριξη προκειμένου να σταθεροποιήσει το νόμισμα, να οργανώσει καλύτερα τα δημόσια οικονομικά και να εξασφαλίσει πόρους για την οικονομική ανασυγκρότηση.
Τον Μάρτιο του 1927 προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών. Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν στο Πρωτόκολλο της Γενεύης της 15ης Σεπτεμβρίου 1927, το οποίο προέβλεπε τη χορήγηση δανείου 9 εκατομμυρίων λιρών στερλινών και τη δημιουργία νέας κεντρικής τράπεζας. Η διεθνής χρηματοδότηση συνδέθηκε, επομένως, με μια βαθιά θεσμική αλλαγή στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Η συμφωνία της 27ης Οκτωβρίου
Η συμφωνία μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τράπεζας αποτέλεσε το αποφασιστικό βήμα για την υλοποίηση της μεταρρύθμισης. Η Εθνική θα διατηρούσε τις εμπορικές τραπεζικές δραστηριότητές της, αλλά θα παραιτούνταν από το εκδοτικό προνόμιο. Η νέα Τράπεζα της Ελλάδος θα αναλάμβανε τις αρμοδιότητες της κεντρικής τράπεζας. Στη νέα τράπεζα θα μεταφέρονταν επίσης στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού που συνδέονταν με την έκδοση του νομίσματος, όπως αποθέματα χρυσού, κρατικοί τίτλοι, κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια και καταθέσεις του Δημοσίου.
Δεν επρόκειτο, συνεπώς, για μια απλή μεταβίβαση αρμοδιότητας. Ήταν ένας ουσιαστικός διαχωρισμός ισολογισμών, δραστηριοτήτων και θεσμικών ευθυνών. Η Εθνική εξακολουθούσε να αποτελεί ισχυρό χρηματοπιστωτικό οργανισμό, αλλά δεν θα καθόριζε πλέον την έκδοση του ελληνικού νομίσματος.
14 Μαΐου 1928: Η Τράπεζα της Ελλάδος αρχίζει να λειτουργεί
Η Τράπεζα της Ελλάδος ξεκίνησε επίσημα τις εργασίες της στις 14 Μαΐου 1928. Η αποστολή της ήταν να διαχειρίζεται τη νομισματική κυκλοφορία και να προστατεύει την αξία της δραχμής. Την ίδια περίοδο, η Ελλάδα εντάχθηκε στον κανόνα συναλλάγματος-χρυσού, συνδέοντας τη δραχμή με τη βρετανική λίρα.
Το νέο καθεστώς αποσκοπούσε στη σταθεροποίηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο ελληνικό νόμισμα. Η μετάβαση είχε και πρακτικές δυσκολίες. Τα ήδη εκτυπωμένα τραπεζογραμμάτια της Εθνικής Τράπεζας δεν μπορούσαν να αντικατασταθούν αμέσως. Έτσι, ορισμένα κυκλοφόρησαν με ειδική κόκκινη επισήμανση της Τράπεζας της Ελλάδος.
Από τη νομισματική σταθερότητα στην κρίση του 1932
Η δημιουργία ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας αποτελούσε σημαντική θεσμική μεταρρύθμιση, αλλά δεν μπορούσε από μόνη της να εξασφαλίσει διαρκή οικονομική σταθερότητα. Το διεθνές οικονομικό περιβάλλον άλλαξε δραματικά μετά το χρηματιστηριακό κραχ του 1929 και την έναρξη της Μεγάλης Ύφεσης. Η κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου, οι πιέσεις στα συναλλαγματικά αποθέματα και η κρίση του διεθνούς νομισματικού συστήματος επηρέασαν και την Ελλάδα. Το 1932 η χώρα εγκατέλειψε τη σύνδεση της δραχμής με τον χρυσό και ανέστειλε την εξυπηρέτηση σημαντικού μέρους του εξωτερικού δημόσιου χρέους.
Έτσι, μόλις τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη λειτουργίας της, η Τράπεζα της Ελλάδος βρέθηκε αντιμέτωπη με μία από τις σοβαρότερες νομισματικές κρίσεις του Μεσοπολέμου. Το γεγονός αναδεικνύει μια σημαντική οικονομική αρχή: η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας μπορεί να ενισχύσει τη νομισματική αξιοπιστία, αλλά δεν εξαλείφει τους εξωτερικούς οικονομικούς κινδύνους.
Από το εκδοτικό προνόμιο του 1927 στο ευρώ
Η μεταρρύθμιση του 1927 δημιούργησε τον θεσμικό διαχωρισμό που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει το σύγχρονο τραπεζικό σύστημα. Οι εμπορικές τράπεζες συγκεντρώνουν καταθέσεις, χορηγούν δάνεια και παρέχουν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Οι κεντρικές τράπεζες ασκούν νομισματική πολιτική, εποπτεύουν κρίσιμες λειτουργίες του χρηματοπιστωτικού συστήματος και συμβάλλουν στη διατήρηση της νομισματικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Με την ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, η Τράπεζα της Ελλάδος εντάχθηκε στο Ευρωσύστημα. Η νομισματική πολιτική ασκείται πλέον από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στο οποίο συμμετέχει και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η Εθνική Τράπεζα, από την άλλη πλευρά, συνέχισε τη διαδρομή της ως εμπορική τράπεζα. Η συμφωνία του 1927 δεν οδήγησε στην εξαφάνιση της Εθνικής από την οικονομική ζωή. Αντίθετα, της επέτρεψε να επικεντρωθεί στον εμπορικό τραπεζικό της ρόλο.
Μια μεταρρύθμιση με διαχρονικό δίδαγμα
Η 27η Οκτωβρίου 1927 αποτελεί σταθμό στην ελληνική οικονομική ιστορία, επειδή σηματοδοτεί την απομάκρυνση από ένα σύστημα όπου η έκδοση του χρήματος και η εμπορική τραπεζική συγκεντρώνονταν στον ίδιο οργανισμό. Η αλλαγή πραγματοποιήθηκε υπό την πίεση οικονομικών προβλημάτων και διεθνών χρηματοδοτικών απαιτήσεων. Παράλληλα, όμως, αντανακλούσε μια ευρύτερη διεθνή τάση του Μεσοπολέμου προς τη δημιουργία εξειδικευμένων κεντρικών τραπεζών.
Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, η βασική αρχή παραμένει επίκαιρη: η διαχείριση του νομίσματος απαιτεί θεσμούς που μπορούν να λειτουργούν με διαφορετικά κριτήρια από εκείνα της εμπορικής τραπεζικής.
Στις 27 Οκτωβρίου 1927 η Ελλάδα δεν απέκτησε απλώς μια νέα τράπεζα. Έθεσε τις βάσεις για έναν διαφορετικό τρόπο οργάνωσης της νομισματικής εξουσίας.

Add comment
Comments