Τρεις ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, μια νέα δημοσκόπηση της Harris Poll για τον Guardian αποκαλύπτει μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης στους αμερικανικούς θεσμούς.

Από τον Αληκτώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η πολιτική αντιπαράθεση στις Ηνωμένες Πολιτείες συχνά παρουσιάζεται ως σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη μετανάστευση, τη φορολογία, τις κοινωνικές αξίες και τον ρόλο του κράτους.
Ωστόσο, λίγες ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, ένα διαφορετικό ζήτημα φαίνεται να αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα: η πεποίθηση ότι το πολιτικό σύστημα και κατ´ επέκταση το κράτος λειτουργεί περισσότερο προς όφελος των στελεχών του παρά προς όφελος των απλών πολιτών.
Η νέα έρευνα της Harris Poll, που πραγματοποιήθηκε για τον βρετανικό Guardian, αποτυπώνει αυτή τη δυσπιστία με εντυπωσιακό τρόπο.
1. Η διαφθορά δεν είναι πλέον δευτερεύον πολιτικό ζήτημα
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας δεν είναι απλώς ότι οι Αμερικανοί θεωρούν τη διαφθορά εκτεταμένο πρόβλημα. Είναι ότι τη συνδέουν ολοένα περισσότερο με τις οικονομικές δυσκολίες της καθημερινότητας.
Το 36% των ερωτηθέντων τοποθετεί την ακρίβεια στην κορυφή των εκλογικών του προτεραιοτήτων. Ακολουθεί η διαφθορά με 12%, ενώ η μετανάστευση συγκεντρώνει 9%. Η κατάταξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή υποδηλώνει ότι η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται στο επίπεδο των τιμών ή στην οικονομική πολιτική μιας συγκεκριμένης κυβέρνησης.
Για σημαντικό μέρος των πολιτών, η οικονομική δυσκολία συνδέεται με την αίσθηση ότι οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται υπό την επιρροή προσωπικών πολιτικών συμφερόντων. Αυτή η αντίληψη μπορεί να έχει μεγαλύτερη πολιτική διάρκεια από μια πρόσκαιρη αύξηση του πληθωρισμού.
Οι τιμές ενδέχεται να σταθεροποιηθούν. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, όμως, δεν αποκαθίσταται εξίσου εύκολα.
2. Ποιο κόμμα θεωρούν οι Αμερικανοί περισσότερο εκτεθειμένο;
Η δημοσκόπηση καταγράφει σαφείς διαφορές στις αντιλήψεις των ψηφοφόρων.
Το 40% θεωρεί ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα αντιμετωπίζει μεγαλύτερο πρόβλημα διαφθοράς, έναντι 21% που αποδίδει μεγαλύτερο πρόβλημα στους Δημοκρατικούς. Ωστόσο, το 32% θεωρεί ότι και τα δύο μεγάλα κόμματα αντιμετωπίζουν εξίσου το πρόβλημα.
Αυτό το τελευταίο ποσοστό έχει ιδιαίτερη σημασία. Αποκαλύπτει ότι η δυσπιστία δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ. Για περίπου έναν στους τρεις ερωτηθέντες, η διαφθορά αντιμετωπίζεται ως χαρακτηριστικό ολόκληρου του πολιτικού συστήματος.
Στους ανεξάρτητους ψηφοφόρους, το 42% θεωρεί ότι τα δύο κόμματα έχουν εξίσου μεγάλο πρόβλημα, ενώ το 34% αποδίδει μεγαλύτερη ευθύνη στους Ρεπουμπλικανούς και το 13% στους Δημοκρατικούς.
Οι ανεξάρτητοι αποτελούν κρίσιμη εκλογική ομάδα στις αμφίρροπες περιφέρειες. Η δυσαρέσκειά τους μπορεί να επηρεάσει την εκλογική συμμετοχή, την επιλογή υποψηφίων και τη δυνατότητα των κομμάτων να διευρύνουν την εκλογική τους βάση.
Πρέπει, πάντως, να γίνει μια ουσιαστική διάκριση: τα στοιχεία αποτυπώνουν αντιλήψεις περί διαφθοράς και όχι δικαστικά διαπιστωμένες παρανομίες ή αντικειμενική μέτρηση της διαφθοράς ανά κόμμα.
3. Η οικονομία των δισεκατομμυριούχων και η πολιτική των δωρεών
Η αμερικανική πολιτική χρηματοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από ιδιωτικές δωρεές, οργανώσεις πολιτικής δράσης και ανεξάρτητες διαφημιστικές εκστρατείες. Η απόφαση Citizens United v. FEC του Ανωτάτου Δικαστηρίου το 2010 διαμόρφωσε ένα περιβάλλον στο οποίο επιτρέπονται απεριόριστες ανεξάρτητες πολιτικές δαπάνες από εταιρείες και άλλους φορείς, υπό συγκεκριμένους νομικούς περιορισμούς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι δωρεές είναι παράνομες ή ότι κάθε μεγάλος δωρητής αποκτά αυτομάτως πολιτικά ανταλλάγματα. Δημιουργεί, όμως, ένα διαρκές ερώτημα για την ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία πολιτικής έκφρασης και στην ισότιμη πολιτική επιρροή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Guardian, οι πολιτικές διαφημιστικές δαπάνες για τις ενδιάμεσες εκλογές έχουν ήδη φθάσει περίπου τα $11,2 δισ. Παράλληλα, το Brennan Center for Justice καταγράφει ότι μόλις 40 μεγάλοι δωρητές έχουν συνεισφέρει περίπου $2,5 δισ. στις φετινές εκλογικές αναμετρήσεις.
Η συγκέντρωση τόσο μεγάλων οικονομικών πόρων σε περιορισμένο αριθμό προσώπων δεν αποδεικνύει από μόνη της αθέμιτη επιρροή. Αναδεικνύει, ωστόσο, μια σημαντική ασυμμετρία: η δυνατότητα χρηματοδότησης της πολιτικής επικοινωνίας δεν κατανέμεται εξίσου.
4. Ο Τραμπ και τα ερωτήματα σύγκρουσης συμφερόντων
Η δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ έχει αναζωπυρώσει τη δημόσια συζήτηση για τα όρια μεταξύ προσωπικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, ιδιωτικών δωρεών και δημόσιας εξουσίας. Ο Guardian αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις δραστηριότητες της οικογένειας Τραμπ στον χώρο των κρυπτονομισμάτων, στη χρηματοδότηση έργων που συνδέονται με τον Λευκό Οίκο από ιδιώτες δωρητές και στην αποδοχή αεροσκάφους από το Κατάρ.
Τα ζητήματα αυτά έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων και τη διαφάνεια των σχέσεων ανάμεσα στην προεδρία και ιδιωτικούς οικονομικούς παράγοντες. Είναι σημαντικό να διαχωρίζονται οι δημοσιογραφικές αποκαλύψεις, οι καταγγελίες, τα ζητήματα δεοντολογίας και οι αποδεδειγμένες παραβιάσεις του νόμου.
Η πολιτική σημασία τους, ωστόσο, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ύπαρξη δικαστικής απόφασης. Η εμπιστοσύνη των πολιτών μπορεί να επηρεάζεται ακόμη και από την εντύπωση ότι η δημόσια εξουσία προσφέρει προνομιακή πρόσβαση σε ορισμένους οικονομικούς παράγοντες.
Αντίστοιχες ανησυχίες για την επιρροή μεγάλων δωρητών και οργανωμένων συμφερόντων έχουν διατυπωθεί διαχρονικά και για τους Δημοκρατικούς. Το πρόβλημα, επομένως, δεν εξαντλείται σε ένα πρόσωπο ή σε μία κυβέρνηση.
5. Η ακρίβεια και η διαφθορά συνδέονται στη συνείδηση των ψηφοφόρων
Μία από τις σημαντικότερες διαστάσεις της έρευνας είναι ότι οι πολίτες δεν αντιμετωπίζουν πλέον την οικονομική πολιτική και την πολιτική δεοντολογία ως δύο εντελώς ξεχωριστά πεδία. Το 32% υποστηρίζει τον περιορισμό της επιρροής επιχειρήσεων και λομπιστών στις κυβερνητικές αποφάσεις ως μέτρο αντιμετώπισης της ακρίβειας.
Ακολουθεί η κατάργηση δασμών με 29% και ο περιορισμός των αυξήσεων τιμών από τις επιχειρήσεις με 24%. Τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν ότι η πολιτική επιρροή αποτελεί την κύρια αιτία της ακρίβειας. Δείχνουν, όμως, ότι πολλοί Αμερικανοί θεωρούν πως οι οικονομικές δυσκολίες τους δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς επειδή το πολιτικό σύστημα ανταποκρίνεται περισσότερο σε ισχυρά οργανωμένα συμφέροντα.
Η διαφορά είναι ουσιαστική. Η οικονομική επιστήμη μπορεί να εξηγήσει την άνοδο των τιμών μέσω ενεργειακών διαταραχών, δημοσιονομικής πολιτικής, μεταβολών στην προσφορά και τη ζήτηση ή εμπορικών περιορισμών. Οι ψηφοφόροι, αντίθετα, αξιολογούν και το εάν θεωρούν δίκαιη την κατανομή των οικονομικών βαρών.
Μια κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάζει θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει έντονη πολιτική δυσαρέσκεια, όταν μεγάλο μέρος των πολιτών πιστεύει ότι δεν συμμετέχει στα οφέλη της ανάπτυξης.
Διαβάστε ακόμα: Οι αντισυστημικοί πιο διεφθαρμένοι από τους συστημικούς
6. Η κρίση εμπιστοσύνης ξεπερνά τις κομματικές διαχωριστικές γραμμές
Μια ξεχωριστή ανάλυση του Brennan Center for Justice, που δημοσιεύθηκε στις 28 Οκτωβρίου, καταγράφει ότι η ανησυχία για τη διαφθορά είναι διαδεδομένη σε διαφορετικές γεωγραφικές και κοινωνικές ομάδες. Σύμφωνα με δική του έρευνα σε 2.000 εγγεγραμμένους ψηφοφόρους, περίπου εννέα στους δέκα θεωρούν τη διαφθορά σοβαρό πρόβλημα, ανεξάρτητα από το αν κατοικούν σε αστικές, προαστιακές ή αγροτικές περιοχές.
Επιπλέον, το 88% συνδέει τη διαφθορά με την αδυναμία της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει σημαντικά προβλήματα, όπως η οικονομία. Το εύρημα αυτό προσθέτει μια βαθύτερη διάσταση. Η δυσπιστία δεν αφορά μόνο την ηθική συμπεριφορά των πολιτικών. Αφορά και την αποτελεσματικότητα της ίδιας της διακυβέρνησης.
Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι οι θεσμοί δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους, ενδέχεται να αναζητήσουν πολιτικές εναλλακτικές που υπόσχονται ριζικές αλλαγές. Αυτό μπορεί να ενισχύσει μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, αλλά και να δημιουργήσει ευνοϊκό έδαφος για αντισυστημική ρητορική ή πολιτικές προτάσεις που αποδυναμώνουν τους θεσμικούς ελέγχους.
Η κατεύθυνση εξαρτάται από την πολιτική ηγεσία, τις διαθέσιμες εναλλακτικές και την αξιοπιστία των προτεινόμενων λύσεων.
7. Τι σημαίνουν τα ευρήματα για τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου;
Οι ενδιάμεσες εκλογές θα καθορίσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου και, κατ' επέκταση, την ικανότητα της κυβέρνησης Τραμπ να προωθεί τη νομοθετική της ατζέντα. Η οικονομία και το κόστος ζωής παραμένουν οι κυρίαρχοι παράγοντες.
Ωστόσο, η ανάδειξη της διαφθοράς σε δεύτερο σημαντικότερο ζήτημα μπορεί να επηρεάσει ιδιαίτερα τις εκλογικές περιφέρειες όπου η αναμέτρηση είναι αμφίρροπη. Οι Δημοκρατικοί ενδέχεται να επιχειρήσουν να συνδέσουν τη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια με τις σχέσεις της κυβέρνησης και των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων.
Οι Ρεπουμπλικανοί, από την πλευρά τους, μπορούν να επισημάνουν ότι τα προβλήματα πολιτικής χρηματοδότησης και επιρροής των λόμπι είναι διαχρονικά και αφορούν και τα δύο κόμματα.
Καμία από αυτές τις στρατηγικές δεν εγγυάται εκλογική επιτυχία. Η σημασία ενός ζητήματος στις δημοσκοπήσεις δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ψήφους. Οι εκλογείς σταθμίζουν διαφορετικές προτεραιότητες, ενώ η συμμετοχή και οι τοπικοί υποψήφιοι μπορούν να καθορίσουν το αποτέλεσμα.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα συμπέρασμα που δύσκολα αμφισβητείται: η απαίτηση για μεγαλύτερη πολιτική λογοδοσία έχει αποκτήσει ισχυρή κοινωνική βάση.
8. Μπορεί να περιοριστεί η επιρροή του χρήματος στην πολιτική;
Η συζήτηση για τη διαφθορά δεν περιορίζεται στις καταγγελίες. Συνοδεύεται και από συγκεκριμένες προτάσεις θεσμικών αλλαγών.
Το Brennan Center επισημαίνει ότι μεγάλα τμήματα του εκλογικού σώματος υποστηρίζουν μέτρα όπως η μεγαλύτερη διαφάνεια των πολιτικών δωρεών, οι περιορισμοί στις χρηματιστηριακές συναλλαγές μελών του Κογκρέσου και η ενίσχυση των κανόνων για τη σύγκρουση συμφερόντων.
Υποστηρίζονται επίσης προτάσεις περιορισμού της αδιαφανούς πολιτικής χρηματοδότησης, γνωστής ως dark money.
Οι προτάσεις αυτές δεν είναι απαλλαγμένες από δυσκολίες. Οι αυστηρότεροι περιορισμοί στην πολιτική χρηματοδότηση πρέπει να συμβιβάζονται με τη συνταγματική προστασία της ελευθερίας έκφρασης. Επιπλέον, η αύξηση της διαφάνειας δεν εξαλείφει αυτομάτως την επιρροή των ισχυρών οικονομικών παραγόντων.
Μπορεί, όμως, να επιτρέψει στους πολίτες να γνωρίζουν καλύτερα ποιος χρηματοδοτεί πολιτικές εκστρατείες και ποια οικονομικά συμφέροντα επιδιώκουν να επηρεάσουν τη δημόσια πολιτική. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι θα θελήσουν να υιοθετήσουν μεταρρυθμίσεις που ενδέχεται να περιορίσουν και τις δικές τους δυνατότητες χρηματοδότησης.
Συμπέρασμα: Η αμερικανική δημοκρατία αντιμετωπίζει μια κρίση πολιτικής εμπιστοσύνης
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου δεν θα κρίνουν μόνο την κοινοβουλευτική ισορροπία ανάμεσα στους Ρεπουμπλικανούς και τους Δημοκρατικούς. Θα αποτελέσουν και μια σημαντική δοκιμασία για την εμπιστοσύνη των Αμερικανών στο πολιτικό τους σύστημα.
Η νέα έρευνα Harris Poll δείχνει ότι η οικονομική δυσαρέσκεια έχει αποκτήσει μια βαθύτερη θεσμική διάσταση. Οι πολίτες δεν ανησυχούν μόνο για το πόσο κοστίζουν τα τρόφιμα, η ενέργεια ή η στέγαση.
Ανησυχούν και για το εάν οι πολιτικοί που λαμβάνουν τις αποφάσεις ενδιαφέρονται πραγματικά να βελτιώσουν τη ζωή τους. Το γεγονός ότι το 76% εκφράζει αυτή τη δυσπιστία δεν αποτελεί απόδειξη ότι η αμερικανική πολιτική τάξη είναι συλλογικά διεφθαρμένη.
Αποτελεί, όμως, μια ιδιαίτερα ισχυρή ένδειξη ότι η νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος αντιμετωπίζει σοβαρή πρόκληση.
Η μεγαλύτερη απειλή για την εμπιστοσύνη στη δημοκρατία δεν είναι μόνο η ύπαρξη πραγματικών συγκρούσεων συμφερόντων. Είναι η γενικευμένη πεποίθηση ότι η πολιτική εξουσία έχει πάψει να λειτουργεί για το δημόσιο συμφέρον.


Add comment
Comments