Σαν σήμερα: 2 Νοεμβρίου 1917: Η Διακήρυξη Μπάλφουρ – Οι 67 λέξεις που άλλαξαν την ιστορία της Μέσης Ανατολής

Published on November 2, 2026 at 11:24 AM

Μια επιστολή του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών Άρθουρ Μπάλφουρ προς τον λόρδο Ρότσιλντ, εν μέσω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έθεσε τα θεμέλια της βρετανικής υποστήριξης για τη δημιουργία εβραϊκής εθνικής εστίας στην Παλαιστίνη.

Από τον Τηλέμαχο | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Στις 2 Νοεμβρίου 1917, ενώ ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Άρθουρ Τζέιμς Μπάλφουρ υπέγραψε μια σύντομη επιστολή προς τον λόρδο Λάιονελ Γουόλτερ Ρότσιλντ, εξέχοντα εκπρόσωπο της βρετανικής εβραϊκής κοινότητας. Η επιστολή μετέφερε την υποστήριξη της κυβέρνησης του Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ στη δημιουργία μιας "εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό" στην Παλαιστίνη. Το έγγραφο έγινε γνωστό ως Διακήρυξη Μπάλφουρ.

Επρόκειτο για μια εξαιρετικά σημαντική διπλωματική κίνηση. Μια από τις μεγαλύτερες αποικιακές δυνάμεις της εποχής διατύπωνε επισήμως την υποστήριξή της σε ένα εθνικό σχέδιο που αφορούσε περιοχή η οποία, τη στιγμή της διακήρυξης, αποτελούσε ακόμη τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Βρετανία δεν είχε ακόμη αποκτήσει τον έλεγχο της Παλαιστίνης. Η κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τις βρετανικές δυνάμεις θα πραγματοποιούνταν τον Δεκέμβριο του 1917.

Η διακήρυξη, επομένως, δεν αποτελούσε απλώς δήλωση συμπάθειας. Εντασσόταν σε μια ευρύτερη στρατηγική αναδιάταξης της Μέσης Ανατολής, την ώρα που οι ευρωπαϊκές δυνάμεις σχεδίαζαν τη μεταπολεμική τύχη των οθωμανικών εδαφών.

Τι ακριβώς έλεγε η Διακήρυξη Μπάλφουρ;

Το ουσιαστικό μέρος της επιστολής ήταν εξαιρετικά σύντομο. Η βρετανική κυβέρνηση δήλωνε ότι αντιμετώπιζε ευνοϊκά τη δημιουργία εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό στην Παλαιστίνη και θα κατέβαλλε προσπάθειες για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Ταυτόχρονα, έθετε δύο περιορισμούς: δεν έπρεπε να θιγούν τα αστικά και θρησκευτικά δικαιώματα των υφιστάμενων μη εβραϊκών κοινοτήτων της Παλαιστίνης, ούτε τα δικαιώματα και το πολιτικό καθεστώς των Εβραίων σε άλλες χώρες. Η διατύπωση είχε μεγάλη πολιτική σημασία. Πρώτον, δεν υποσχόταν ρητά τη δημιουργία εβραϊκού κράτους. Χρησιμοποιούσε τον όρο "εθνική εστία", του οποίου το ακριβές θεσμικό περιεχόμενο δεν προσδιοριζόταν.

Δεύτερον, δεν αναγνώριζε ρητά πολιτικά ή εθνικά δικαιώματα στον αραβικό πληθυσμό της Παλαιστίνης. Αναφερόταν στην προστασία των αστικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων του, αλλά όχι στην αυτοδιάθεση ή στην πολιτική του κυριαρχία. Τρίτον, η Βρετανία αναλάμβανε μια διεθνή δέσμευση για την πολιτική εξέλιξη μιας περιοχής της οποίας οι κάτοικοι δεν είχαν συμμετάσχει στη διαμόρφωση της απόφασης. Αυτές οι ασάφειες και αντιφάσεις θα βρίσκονταν στο επίκεντρο των μεταγενέστερων συγκρούσεων.

Πώς γεννήθηκε το σιωνιστικό κίνημα

Για να κατανοήσουμε τη Διακήρυξη Μπάλφουρ, πρέπει να επιστρέψουμε στα τέλη του 19ου αιώνα. Το σύγχρονο πολιτικό σιωνιστικό κίνημα αναπτύχθηκε μέσα σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον έντονου εθνικισμού, αντισημιτισμού και διεκδικήσεων εθνικής αυτοδιάθεσης. Οι εβραϊκές κοινότητες της Ευρώπης αντιμετώπιζαν διακρίσεις, διωγμούς και, ιδιαίτερα στην Ανατολική Ευρώπη, επανειλημμένα πογκρόμ. Ο Αυστροουγγροεβραίος δημοσιογράφος και πολιτικός στοχαστής Τέοντορ Χερτσλ υποστήριξε ότι η ασφάλεια και η πολιτική χειραφέτηση των Εβραίων απαιτούσαν μια δική τους εθνική πολιτική οντότητα. Το 1896 δημοσίευσε το έργο Der Judenstaat ("Το εβραϊκό κράτος") και το 1897 συγκάλεσε στη Βασιλεία το Πρώτο Σιωνιστικό Συνέδριο.


Η Παλαιστίνη, συνδεδεμένη με την εβραϊκή ιστορία, θρησκεία και παράδοση, αποτέλεσε τον κεντρικό γεωγραφικό στόχο του κινήματος. Ήδη πριν από το 1917 είχαν αρχίσει κύματα εβραϊκής μετανάστευσης στην οθωμανική Παλαιστίνη, με την αγορά γης και τη δημιουργία αγροτικών κοινοτήτων. Ωστόσο, η περιοχή δεν ήταν ακατοίκητη. Διέθετε έναν κυρίως αραβόφωνο πληθυσμό, μουσουλμανικό και χριστιανικό στην πλειονότητά του, καθώς και υφιστάμενες εβραϊκές κοινότητες. Αυτή η δημογραφική πραγματικότητα δημιουργούσε ένα θεμελιώδες πολιτικό ερώτημα: πώς θα μπορούσε να υλοποιηθεί ένα εβραϊκό εθνικό σχέδιο σε μια περιοχή όπου η πλειονότητα των κατοίκων δεν ήταν Εβραίοι;

Γιατί η Βρετανία υποστήριξε τη δημιουργία εβραϊκής εθνικής εστίας;

Οι λόγοι της βρετανικής απόφασης δεν ήταν αποκλειστικά ιδεολογικοί ή ανθρωπιστικοί. Η Βρετανία βρισκόταν σε πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και επιδίωκε να εξασφαλίσει στρατηγικά πλεονεκτήματα στη Μέση Ανατολή. Η Παλαιστίνη κατείχε ιδιαίτερα σημαντική γεωγραφική θέση, κοντά στη Διώρυγα του Σουέζ, τον ζωτικό θαλάσσιο δρόμο που συνέδεε τη Βρετανία με την Ινδία και τις ασιατικές κτήσεις της. Η βρετανική ηγεσία θεωρούσε ότι μια φιλική πολιτική παρουσία στην Παλαιστίνη θα μπορούσε να ενισχύσει τη μεταπολεμική της θέση στην περιοχή.

Παράλληλα, ορισμένοι Βρετανοί αξιωματούχοι πίστευαν ότι η υποστήριξη του σιωνιστικού κινήματος θα μπορούσε να επηρεάσει ευνοϊκά την κοινή γνώμη και πολιτικούς κύκλους στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Ρωσία. Οι αντιλήψεις αυτές συνδέονταν εν μέρει και με υπερβολικές, συχνά στερεοτυπικές εκτιμήσεις για τη διεθνή πολιτική επιρροή των εβραϊκών κοινοτήτων. Δεν υπήρχε, πάντως, μία και μοναδική βρετανική επιδίωξη. Η στρατηγική ασφάλεια, οι πολεμικοί υπολογισμοί, οι θρησκευτικές και πολιτισμικές αντιλήψεις ορισμένων πολιτικών και η δράση των σιωνιστών εκπροσώπων συνέβαλαν με διαφορετικό τρόπο στη διαμόρφωση της απόφασης.

Καθοριστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις διαδραμάτισε ο Χάιμ Βάιτσμαν, ένας από τους σημαντικότερους ηγέτες του σιωνιστικού κινήματος, ο οποίος διατηρούσε στενές επαφές με τη βρετανική πολιτική ηγεσία.

Τρεις βρετανικές δεσμεύσεις και μια Μέση Ανατολή

Η Διακήρυξη Μπάλφουρ δεν ήταν η μόνη διπλωματική πρωτοβουλία της Βρετανίας για τη μεταπολεμική Μέση Ανατολή. Κατά τη διάρκεια του πολέμου είχαν προηγηθεί δύο σημαντικές συνεννοήσεις.

Η αλληλογραφία Χουσεΐν–ΜακΜάχον συνδέθηκε με τη βρετανική επιδίωξη ενθάρρυνσης της αραβικής εξέγερσης κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Συμφωνία Σάικς–Πικό, αντίθετα, αποτύπωνε τις επιδιώξεις Βρετανίας και Γαλλίας να διαμορφώσουν μεταπολεμικές ζώνες επιρροής. Η Διακήρυξη Μπάλφουρ πρόσθεσε μια νέα δέσμευση, αυτή τη φορά προς το σιωνιστικό κίνημα. Το κατά πόσον οι βρετανικές υποσχέσεις προς τους Άραβες περιλάμβαναν συγκεκριμένα την Παλαιστίνη αποτέλεσε αντικείμενο μακροχρόνιας ιστορικής και διπλωματικής διαφωνίας.

Αυτό που δεν αμφισβητείται είναι ότι η Βρετανία επιχείρησε να συνδυάσει διαφορετικές δεσμεύσεις, των οποίων οι πολιτικές συνέπειες αποδείχθηκαν εξαιρετικά δύσκολο να συμβιβαστούν.

Η βρετανική εντολή και η μετατροπή της υπόσχεσης σε διεθνή πολιτική

Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Παλαιστίνη πέρασε υπό βρετανική διοίκηση. Το 1922 η Κοινωνία των Εθνών ενέκρινε τη βρετανική Εντολή για την Παλαιστίνη, ενσωματώνοντας τη Διακήρυξη Μπάλφουρ στο διεθνές θεσμικό πλαίσιο διοίκησης της περιοχής. Η εντολή περιλάμβανε τη διευκόλυνση της δημιουργίας εβραϊκής εθνικής εστίας, αλλά και την υποχρέωση προστασίας των δικαιωμάτων των κατοίκων. Η ενσωμάτωση αυτή είχε τεράστια σημασία: μια μονομερής βρετανική δήλωση μετατράπηκε σε στοιχείο διεθνώς εγκεκριμένου διοικητικού καθεστώτος.

Κατά τη διάρκεια της βρετανικής εντολής, η εβραϊκή μετανάστευση αυξήθηκε σημαντικά, ιδίως μετά την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία και την εντατικοποίηση των αντισημιτικών διωγμών στην Ευρώπη. Η αύξηση του εβραϊκού πληθυσμού και οι αλλαγές στις ιδιοκτησιακές και κοινωνικές σχέσεις προκάλεσαν εντονότερες αντιπαραθέσεις με τους Παλαιστίνιους Άραβες, οι οποίοι διεκδικούσαν την ανεξαρτησία της χώρας και αντιδρούσαν στις προοπτικές μεταβολής του πολιτικού και δημογραφικού της χαρακτήρα. Οι εντάσεις κορυφώθηκαν με τη μεγάλη αραβική εξέγερση του 1936–1939.

Η Βρετανία βρέθηκε πλέον αντιμέτωπη με δύο εθνικά κινήματα που διεκδικούσαν διαφορετικό πολιτικό μέλλον για την ίδια περιοχή.

Η τραγωδία του Ολοκαυτώματος και η μεταπολεμική κρίση

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος άλλαξε δραματικά τις συνθήκες. Η ναζιστική Γερμανία και οι συνεργάτες της δολοφόνησαν περίπου έξι εκατομμύρια Εβραίους στο Ολοκαύτωμα. Για πολλούς επιζώντες, η επιστροφή στις προπολεμικές τους πατρίδες ήταν αδύνατη ή εξαιρετικά επισφαλής. Η ανάγκη δημιουργίας ασφαλούς καταφυγίου για τους Εβραίους απέκτησε νέα διεθνή πολιτική και ανθρωπιστική βαρύτητα. Την ίδια στιγμή, οι Παλαιστίνιοι Άραβες επέμεναν ότι η δική τους εθνική αυτοδιάθεση δεν μπορούσε να υποχωρήσει εξαιτίας εγκλημάτων που είχαν διαπραχθεί στην Ευρώπη.

Η Βρετανία, εξαντλημένη οικονομικά και στρατιωτικά από τον πόλεμο, αδυνατούσε πλέον να διαχειριστεί την κλιμακούμενη σύγκρουση. Το 1947 παρέπεμψε το ζήτημα της Παλαιστίνης στον νεοσύστατο Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών.


Από τη Διακήρυξη Μπάλφουρ στο σχέδιο διχοτόμησης του 1947

Στις 29 Νοεμβρίου 1947, ακριβώς τριάντα χρόνια μετά τη Διακήρυξη Μπάλφουρ, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υιοθέτησε το Ψήφισμα 181. Το σχέδιο πρότεινε τον τερματισμό της βρετανικής εντολής και τη δημιουργία δύο κρατών, ενός εβραϊκού και ενός αραβικού, με ειδικό διεθνές καθεστώς για την Ιερουσαλήμ. Η ψηφοφορία είχε το ακόλουθο αποτέλεσμα: 33 Υπέρ, 13 Κατά, 10 Αποχές. Η Ελλάδα ήταν ανάμεσα στις χώρες που καταψήφισαν το σχέδιο διχοτόμησης. Η εβραϊκή ηγεσία αποδέχθηκε τη διχοτόμηση ως βάση για τη δημιουργία κράτους, ενώ η αραβική ηγεσία την απέρριψε, θεωρώντας ότι παραβίαζε τα δικαιώματα αυτοδιάθεσης της αραβικής πλειονότητας.

Ακολούθησε εμφύλια σύγκρουση στην υπό βρετανική εντολή Παλαιστίνη. Στις 14 Μαΐου 1948 ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία του Ισραήλ. Την επόμενη ημέρα, στρατιωτικές δυνάμεις γειτονικών αραβικών κρατών εισήλθαν στον πόλεμο. Η σύγκρουση οδήγησε στη δημιουργία και διεθνή εδραίωση του ισραηλινού κράτους, αλλά και στον εκτοπισμό και τη φυγή εκατοντάδων χιλιάδων Παλαιστινίων. Οι Παλαιστίνιοι αναφέρονται σε αυτή την ιστορική εμπειρία ως Νάκμπα, δηλαδή "Καταστροφή". Το αραβικό κράτος που προέβλεπε το σχέδιο του ΟΗΕ δεν δημιουργήθηκε τότε.

Ποιος ήταν τελικά ο ιστορικός χαρακτήρας της Διακήρυξης;

Η σημασία της Διακήρυξης Μπάλφουρ παραμένει αντικείμενο διαφορετικών ιστορικών και πολιτικών ερμηνειών. Για το σιωνιστικό κίνημα και πολλούς Ισραηλινούς, αποτέλεσε κρίσιμο βήμα προς τη διεθνή αναγνώριση της εβραϊκής εθνικής αυτοδιάθεσης, ιδιαίτερα σε μια εποχή κατά την οποία οι ευρωπαϊκές εβραϊκές κοινότητες αντιμετώπιζαν σοβαρές απειλές. Για τους Παλαιστινίους, η διακήρυξη συμβολίζει μια αποικιακή απόφαση για την πατρίδα τους, η οποία ελήφθη χωρίς τη συναίνεσή τους και χωρίς ρητή αναγνώριση των εθνικών και πολιτικών τους δικαιωμάτων.

Από την πλευρά της βρετανικής διπλωματικής ιστορίας, η διακήρυξη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύνδεσης πολεμικής στρατηγικής, αποικιακής πολιτικής και εθνικών κινημάτων. Η Βιβλιοθήκη της Βουλής των Κοινοτήτων έχει καταγράψει αυτές τις διαφορετικές ερμηνείες, επισημαίνοντας ότι η διακήρυξη αντιμετωπίζεται τόσο ως ιστορικό βήμα προς την ίδρυση του Ισραήλ όσο και ως μία από τις αφετηρίες της μεταγενέστερης σύγκρουσης.

Το μεγάλο παράδοξο των 67 λέξεων

Το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της Διακήρυξης Μπάλφουρ είναι η απόσταση ανάμεσα στη συντομία της και στις ιστορικές της συνέπειες. Μια επιστολή λίγων γραμμών διατύπωσε μια πολιτική υπόσχεση, χωρίς να καθορίσει σαφώς το τελικό κρατικό καθεστώς της περιοχής ή τον τρόπο συμβιβασμού των διαφορετικών εθνικών διεκδικήσεων. Το κείμενο αναγνώριζε τις εβραϊκές εθνικές επιδιώξεις, αλλά δεν αντιμετώπιζε με αντίστοιχη σαφήνεια τις πολιτικές προσδοκίες του αραβικού πληθυσμού.  Η μεταγενέστερη βρετανική διοίκηση προσπάθησε επανειλημμένα να διαχειριστεί αυτή την αντίφαση, χωρίς να επιτύχει μια κοινά αποδεκτή λύση.

Η Διακήρυξη Μπάλφουρ δεν δημιούργησε μόνη της την ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση. Οι ρίζες της βρίσκονται σε ευρύτερες ιστορικές διαδικασίες: την άνοδο των εθνικισμών, τον ευρωπαϊκό αντισημιτισμό, την αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την αποικιακή πολιτική και τις ανταγωνιστικές διεκδικήσεις αυτοδιάθεσης.

Υπήρξε, όμως, καθοριστικός σταθμός στη διεθνοποίηση και τη θεσμική διαμόρφωση του ζητήματος. Η ιστορική κληρονομιά της 2ας Νοεμβρίου 1917 υπενθυμίζει πόσο δύσκολο είναι να οικοδομηθεί μια διαρκής πολιτική διευθέτηση όταν οι εθνικές επιδιώξεις διαφορετικών πληθυσμών δεν εντάσσονται εξαρχής σε ένα σαφές και κοινά αποδεκτό πλαίσιο δικαιωμάτων.

Add comment

Comments

There are no comments yet.