Υπάρχουν ταινίες που κερδίζουν Όσκαρ. Υπάρχουν ταινίες που σπάνε τα ταμεία. Και υπάρχουν ελάχιστες ταινίες που αλλάζουν για πάντα τη γλώσσα του κινηματογράφου.
Το The Best Years of Our Lives (1946) ανήκει αναμφίβολα στην τελευταία κατηγορία.
Σχεδόν ογδόντα χρόνια μετά την πρώτη προβολή του εξακολουθεί να διδάσκεται στις μεγαλύτερες σχολές κινηματογράφου του κόσμου, να θεωρείται υπόδειγμα κινηματογραφικής αφήγησης και να συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα έργα που γυρίστηκαν ποτέ για τις ψυχολογικές συνέπειες του πολέμου.
Το εντυπωσιακό είναι ότι πρόκειται για μια πολεμική ταινία χωρίς… πόλεμο.
Οι μάχες έχουν ήδη τελειώσει όταν αρχίζει η ιστορία.
Και όμως, οι ήρωές της βρίσκονται αντιμέτωποι με τον δυσκολότερο αγώνα της ζωής τους: την επιστροφή στην κανονικότητα.
Μία ιστορία για την ειρήνη, όχι για τον πόλεμο
Η ταινία ακολουθεί τρεις Αμερικανούς βετεράνους που επιστρέφουν στην πατρίδα τους μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο Άλ Στίβενσον (Fredric March), μεσήλικας τραπεζικός υπάλληλος.
Ο Φρεντ Ντέρι (Dana Andrews), πρώην ήρωας της αεροπορίας που δυσκολεύεται να βρει τη θέση του στην κοινωνία.
Και ο Χόμερ Πάρις (Harold Russell), ένας νεαρός ναύτης που έχασε και τα δύο του χέρια στον πόλεμο.
Κανείς τους δεν επιστρέφει στον κόσμο που άφησε πίσω.
- Οι οικογένειες έχουν αλλάξει.
- Οι φιλίες δοκιμάζονται.
- Οι σχέσεις μοιάζουν ξένες.
Οι ήρωες αντιλαμβάνονται ότι η ειρήνη δεν θεραπεύει αυτόματα τα τραύματα του πολέμου.
Ο William Wyler: ο σκηνοθέτης που γνώριζε τι σημαίνει πόλεμος
Ο William Wyler δεν ήταν ένας δημιουργός που παρατηρούσε τον πόλεμο από απόσταση.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε στην Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ, κινηματογραφώντας πραγματικές αποστολές βομβαρδιστικών στην Ευρώπη.
Οι συνεχείς πτήσεις του προκάλεσαν σοβαρή απώλεια ακοής, η οποία τον συνόδευσε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του.
Ίσως γι’ αυτό ο Wyler δεν ενδιαφέρεται να εξυμνήσει τον ηρωισμό. Τον ενδιαφέρει τι συμβαίνει όταν ο ήρωας επιστρέφει σπίτι και κανείς δεν ξέρει πώς να τον αντιμετωπίσει.
Η προσωπική του εμπειρία χαρίζει στην ταινία έναν αυθεντικό ανθρωπισμό που σπάνια συναντά κανείς στον μεταπολεμικό κινηματογράφο.
Η μεγάλη επανάσταση της σκηνοθεσίας
Το The Best Years of Our Lives δεν θεωρείται αριστούργημα μόνο για το σενάριό του.
Η πραγματική του επανάσταση βρίσκεται στη μορφή.
Ο Wyler χρησιμοποιεί τη γλώσσα του κινηματογράφου με τρόπο σχεδόν αόρατο.
Δεν εντυπωσιάζει με θεαματικές κινήσεις της κάμερας. Δεν χρησιμοποιεί γρήγορο μοντάζ. Δεν επιδιώκει εύκολη συγκίνηση.
Αντίθετα, αφήνει τον θεατή να παρατηρεί. Να σκέφτεται. Να ανακαλύπτει μόνος του τα συναισθήματα των χαρακτήρων.
Η σκηνοθεσία του είναι τόσο διακριτική ώστε σχεδόν εξαφανίζεται.
Και αυτή ακριβώς είναι η μεγαλύτερη αρετή της.
Η φωτογραφία του Gregg Toland και η δύναμη του Deep Focus
Πίσω από την κάμερα βρισκόταν ο θρυλικός διευθυντής φωτογραφίας Gregg Toland, γνωστός ήδη από το Citizen Kane.
Ο Toland αξιοποιεί στο έπακρο την τεχνική του deep focus, όπου τόσο το προσκήνιο όσο και το φόντο παραμένουν απόλυτα ευκρινή.
Στον κλασικό κινηματογράφο ο σκηνοθέτης συνήθως υποδεικνύει στον θεατή πού πρέπει να κοιτάξει.
Ο Wyler κάνει το αντίθετο. Δίνει πλήρη ελευθερία.
Το αποτέλεσμα είναι ότι κάθε κάδρο μοιάζει περισσότερο με πραγματικό χώρο παρά με σκηνή κινηματογράφου.
Οι χαρακτήρες συνυπάρχουν στο ίδιο πλάνο, οι αντιδράσεις τους εξελίσσονται ταυτόχρονα και ο θεατής γίνεται ενεργός παρατηρητής αντί για παθητικός δέκτης.
Ο μεγάλος θεωρητικός του κινηματογράφου André Bazin θεωρούσε αυτή την τεχνική μία από τις σημαντικότερες κατακτήσεις της κινηματογραφικής τέχνης.
Η σκηνή που διδάσκεται ακόμη στις κινηματογραφικές σχολές
Υπάρχει μία σκηνή που αποτελεί αντικείμενο μελέτης σχεδόν σε κάθε σχολή κινηματογράφου.
Ο Χόμερ δείχνει στην αρραβωνιαστικιά του πώς βγάζει τα μεταλλικά του άγκιστρα πριν κοιμηθεί.
Η κάμερα παραμένει ακίνητη. Δεν υπάρχουν δραματικές μουσικές. Δεν υπάρχουν εντυπωσιακά κοντινά πλάνα. Δεν υπάρχουν εύκολοι συναισθηματικοί εκβιασμοί.
Στο βάθος του ίδιου κάδρου, σχεδόν αόρατος, ο Φρεντ παρακολουθεί τη σκηνή.
Ο θεατής ανακαλύπτει μόνος του ότι δύο διαφορετικές ιστορίες εξελίσσονται ταυτόχρονα.
Η μία είναι εκείνη του Χόμερ. Η άλλη είναι η εσωτερική μεταμόρφωση του Φρεντ.
Ο Wyler δεν το εξηγεί ποτέ. Το αφήνει να συμβεί μπροστά στα μάτια μας.
Αυτή είναι η ουσία του μεγάλου κινηματογράφου.
Ο Harold Russell δεν υποδύεται τον ήρωα. Είναι ο ήρωας.
Το μεγαλύτερο ίσως καλλιτεχνικό επίτευγμα της ταινίας είναι η παρουσία του Harold Russell.
Ο Russell δεν ήταν ηθοποιός. Ήταν πραγματικός βετεράνος πολέμου.
Είχε χάσει και τα δύο του χέρια σε στρατιωτικό ατύχημα και χρησιμοποιούσε καθημερινά μεταλλικούς γάντζους.
Ο Wyler αρνήθηκε να προσλάβει επαγγελματία ηθοποιό.
Ήθελε αλήθεια. Και αυτή η αλήθεια διαπερνά κάθε σκηνή.
Ο Russell δεν ερμηνεύει έναν άνθρωπο με αναπηρία.
Ζει μπροστά στην κάμερα τη δική του πραγματικότητα.
Για την εποχή ήταν μια πρωτοφανής πράξη καλλιτεχνικής τόλμης.
Η Ακαδημία τον τίμησε με δύο Όσκαρ για την ίδια ταινία - ένα τιμητικό και το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου - κάτι που δεν έχει επαναληφθεί ποτέ.
Η σιωπή ως κινηματογραφικό εργαλείο
Οι περισσότερες δραματικές ταινίες χρησιμοποιούν τη μουσική για να υπαγορεύσουν στον θεατή τι πρέπει να αισθανθεί.
Ο Wyler κάνει ακριβώς το αντίθετο. Οι σημαντικότερες στιγμές αφήνονται σχεδόν γυμνές.
Ακούμε τις ανάσες. Τις παύσεις. Τον ήχο ενός ποτηριού. Το τρίξιμο μιας πόρτας.
Η σιωπή γίνεται ισότιμος πρωταγωνιστής της αφήγησης.
Δεν υπάρχει μελοδραματισμός. Υπάρχει μόνο άνθρωπος.
Το μοντάζ που αρνείται να βιαστεί
Σε μια εποχή όπου το Χόλιγουντ βασιζόταν στον γρήγορο ρυθμό, ο Wyler επιλέγει μεγάλης διάρκειας πλάνα.
- Οι σκηνές έχουν χρόνο να αναπνεύσουν.
- Οι χαρακτήρες έχουν χρόνο να σκεφτούν.
- Ο θεατής έχει χρόνο να παρατηρήσει.
Ο κινηματογράφος μετατρέπεται σε εμπειρία και όχι απλώς σε αφήγηση.
Το φως ως ψυχολογία
Παρότι πρόκειται για ασπρόμαυρη ταινία, η φωτογραφία χρησιμοποιεί το φως σαν ψυχολογικό εργαλείο.
Οι εσωτερικοί χώροι μοιάζουν ασφαλείς αλλά ταυτόχρονα ασφυκτικοί.
Οι μεγάλες σκιές θυμίζουν διαρκώς ότι ο πόλεμος έχει επιστρέψει μαζί με τους στρατιώτες.
Δεν υπάρχουν εξπρεσιονισμοί.
Υπάρχει ένας απόλυτα ελεγχόμενος ρεαλισμός.
Μία ταινία χωρίς «κακούς»
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι η ταινία δεν έχει ανταγωνιστή.
Δεν υπάρχει "κακός". Δεν υπάρχει εχθρός.
Ο πραγματικός αντίπαλος είναι το τραύμα. Η αμηχανία. Η μοναξιά.
Η δυσκολία να συνεχίσει κανείς τη ζωή του όταν ολόκληρος ο κόσμος περιμένει να συμπεριφερθεί σαν να μην συνέβη τίποτα.
Η θριαμβευτική αναγνώριση
Το 1947 η ταινία κυριάρχησε στα Βραβεία Όσκαρ, κατακτώντας οκτώ αγαλματίδια, ανάμεσά τους εκείνα της Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α΄ Ανδρικού Ρόλου και Β΄ Ανδρικού Ρόλου.
Η επιτυχία της όμως δεν μετριέται στα βραβεία.
Μετριέται στο γεγονός ότι σχεδόν οκτώ δεκαετίες αργότερα εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για σκηνοθέτες, φωτογράφους, σεναριογράφους και θεωρητικούς του κινηματογράφου.
Η ετυμηγορία
Το The Best Years of Our Lives δεν είναι απλώς μία από τις καλύτερες αντιπολεμικές ταινίες όλων των εποχών.
Είναι μια βαθιά ανθρωπιστική μελέτη πάνω στη μνήμη, την απώλεια, την αξιοπρέπεια και την επανένταξη.
Ο William Wyler αποδεικνύει ότι η μεγαλύτερη δύναμη του κινηματογράφου δεν βρίσκεται στις εκρήξεις, αλλά στα βλέμματα· όχι στις μάχες, αλλά στις σιωπές· όχι στο θέαμα, αλλά στην αλήθεια.
Γι’ αυτό και το The Best Years of Our Lives παραμένει ένα από τα ελάχιστα έργα που δεν ανήκουν απλώς στην ιστορία του κινηματογράφου. Ανήκουν στην ιστορία της ίδιας της ανθρώπινης εμπειρίας.
Add comment
Comments