Ένας άνδρας κρατά μια τρίαινα. Μια γυναίκα στέκεται δίπλα του χωρίς να μας κοιτάζει. Πίσω τους, ένα λευκό ξύλινο σπίτι με ένα παράξενο γοτθικό παράθυρο. Τίποτε δεν συμβαίνει.
Κι όμως, εδώ και σχεδόν έναν αιώνα, εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούν να καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει στο "American Gothic" του Grant Wood. Είναι ένα ειρωνικό πορτρέτο της συντηρητικής αμερικανικής επαρχίας; Ένας ύμνος στους ανθρώπους που έχτισαν την Αμερική; Μια εικόνα καταπίεσης; Ή μήπως όλα αυτά μαζί;
Υπάρχουν πίνακες που χρειάζονται χρόνο για να γίνουν διάσημοι. Και υπάρχουν πίνακες που κάποια στιγμή παύουν να είναι απλώς πίνακες.
Γίνονται εικόνες. Σύμβολα. Μέρος της συλλογικής μνήμης μιας ολόκληρης κοινωνίας.
Το American Gothic του Grant Wood ανήκει σε αυτή τη σπάνια δεύτερη κατηγορία.
Σήμερα είναι σχεδόν αδύνατον να κοιτάξει κανείς τον πίνακα χωρίς να αισθανθεί ότι τον έχει ξαναδεί.
- Ο άνδρας με τα στρογγυλά γυαλιά και την τρίαινα.
- Η γυναίκα δίπλα του.
- Το λευκό σπίτι.
- Το παράξενο μυτερό παράθυρο.
- Τα σφιγμένα χείλη.
- Η ακινησία.
Έχουν αντιγραφεί, διασκευαστεί και παρωδηθεί αμέτρητες φορές. Πρόεδροι, ηθοποιοί, πολιτικοί, χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων, διαφημίσεις και εξώφυλλα περιοδικών έχουν πάρει τη θέση των δύο προσώπων.
Κι όμως, όσο περισσότερο εξοικειωνόμαστε με την εικόνα τόσο πιο εύκολα ξεχνάμε πόσο παράξενος είναι πραγματικά αυτός ο πίνακας.
Γιατί, αν τον κοιτάξουμε σαν να τον βλέπουμε για πρώτη φορά, σχεδόν τίποτε δεν είναι αυτονόητο.
- Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;
- Είναι παντρεμένοι;
- Είναι συγγενείς;
- Γιατί ο άνδρας κρατά την τρίαινα τόσο αποφασιστικά;
- Γιατί μας κοιτάζει ευθεία, ενώ η γυναίκα κοιτάζει κάπου έξω από τον πίνακα;
- Γιατί μοιάζουν τόσο αυστηροί;
Και, κυρίως:
- ο Grant Wood τους θαυμάζει ή τους κοροϊδεύει;
Σχεδόν έναν αιώνα μετά τη δημιουργία του American Gothic, δεν υπάρχει μία απολύτως ασφαλής απάντηση. Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς ο πίνακας εξακολουθεί να μας συναρπάζει.
Όλα άρχισαν από ένα παράθυρο
Το καλοκαίρι του 1930, ο Grant Wood ταξίδευε στη μικρή πόλη Eldon της Iowa.
Δεν αναζητούσε το θέμα για έναν πίνακα που θα γινόταν σύμβολο της Αμερικής. Είδε απλώς ένα σπίτι. Ή, ακριβέστερα, είδε ένα παράθυρο.
Το σπίτι ήταν ένα σχετικά ταπεινό ξύλινο κτίσμα, χαρακτηριστικό της αμερικανικής επαρχίας. Αλλά στον επάνω όροφο υπήρχε κάτι απροσδόκητο:
Ένα ψηλό, στενό παράθυρο με οξυκόρυφη καμάρα.
Ήταν ένα αρχιτεκτονικό κατάλοιπο του λεγόμενου Carpenter Gothic, της αμερικανικής εκδοχής της νεογοτθικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα.
Η μεγάλη ευρωπαϊκή γοτθική αρχιτεκτονική είχε γεννήσει καθεδρικούς ναούς, πέτρινους πύργους και τεράστια βιτρό. Στην αμερικανική επαρχία, όμως, η ίδια αισθητική είχε μεταφερθεί σε μικρά ξύλινα σπίτια.
Και αυτή η αντίθεση γοήτευσε τον Wood.
Ένα ταπεινό αγροτικό σπίτι προσπαθούσε, κατά κάποιον τρόπο, να αποκτήσει κάτι από τη μεγαλοπρέπεια ενός γοτθικού ναού.
Ο Wood έκανε ένα γρήγορο σχέδιο.
Αλλά δεν τον ενδιέφερε να ζωγραφίσει απλώς το σπίτι. Άρχισε να φαντάζεται κάτι άλλο. Τι είδους άνθρωποι θα μπορούσαν να κατοικούν σε ένα τέτοιο σπίτι;
Από αυτή την ερώτηση γεννήθηκε ένας από τους διασημότερους πίνακες του 20ού αιώνα.
Ο Grant Wood πριν από το «American Gothic»
Ο Grant Wood γεννήθηκε το 1891 στην αγροτική Iowa. Η σχέση του με τον κόσμο της αμερικανικής υπαίθρου ήταν επομένως προσωπική.
Δεν παρατηρούσε αυτούς τους ανθρώπους από απόσταση. Τους γνώριζε. Είχε μεγαλώσει ανάμεσά τους.
Όταν πέθανε ο πατέρας του, η οικογένεια μετακόμισε στο Cedar Rapids και ο Wood άρχισε σταδιακά να ακολουθεί καλλιτεχνική πορεία.
Όπως πολλοί Αμερικανοί καλλιτέχνες της γενιάς του, στράφηκε αρχικά προς την Ευρώπη. Ταξίδεψε αρκετές φορές εκεί και γνώρισε από κοντά τα μεγάλα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα. Για ένα διάστημα επηρεάστηκε έντονα από τον ιμπρεσιονισμό.
Αλλά ένα ταξίδι στο Μόναχο το 1928 αποδείχθηκε καθοριστικό. Εκεί ήρθε σε στενότερη επαφή με την τέχνη της Βόρειας Αναγέννησης. Και ανακάλυψε έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπει τη ζωγραφική.
Όχι τη διάλυση των μορφών μέσα στο φως.
- Αλλά την ακρίβεια.
- Την καθαρή γραμμή.
- Την εξαντλητική λεπτομέρεια.
- Τη σχεδόν μεταλλική καθαρότητα των επιφανειών.
Καλλιτέχνες όπως ο Jan van Eyck και ο Hans Memling είχαν αποδείξει αιώνες νωρίτερα ότι ακόμη και ένα πρόσωπο, ένα ύφασμα, ένα μικρό αντικείμενο ή ένα παράθυρο μπορούσαν να αποκτήσουν σχεδόν μεταφυσική ένταση όταν ζωγραφίζονταν με απόλυτη ακρίβεια.
Ο Wood επέστρεψε στην Αμερική διαφορετικός.
Και τότε έκανε κάτι που θα χαρακτήριζε μια ολόκληρη γενιά Αμερικανών καλλιτεχνών: σταμάτησε να ψάχνει την Αμερική στην Ευρώπη και άρχισε να τη ζωγραφίζει εκεί όπου πραγματικά βρισκόταν.
- Στην Iowa.
- Στα χωράφια.
- Στις μικρές πόλεις.
- Στους αγρότες.
- Στα σπίτια.
Στους ανθρώπους που μέχρι τότε θεωρούνταν υπερβολικά συνηθισμένοι για να αποτελέσουν "μεγάλη τέχνη".
Έτσι γεννήθηκε το αμερικανικό Regionalism, με σημαντικότερους εκπροσώπους τον Wood, τον Thomas Hart Benton και τον John Steuart Curry.
Και το American Gothic θα γινόταν η απόλυτη εικόνα του.
Οι δύο άνθρωποι που δεν ήταν ποτέ ζευγάρι
Αφού είχε βρει το σπίτι, ο Wood χρειαζόταν δύο πρόσωπα. Δεν βρήκε τους ανθρώπους που κατοικούσαν εκεί. Τους δημιούργησε.
Για τη γυναίκα επέλεξε την αδελφή του, Nan Wood Graham.
Για τον άνδρα επέλεξε τον οδοντίατρό του στο Cedar Rapids, Dr. Byron McKeeby.
Και εδώ γεννήθηκε μία από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις στην ιστορία της αμερικανικής τέχνης.
Οι περισσότεροι άνθρωποι που βλέπουν για πρώτη φορά το American Gothic υποθέτουν ότι πρόκειται για έναν ηλικιωμένο αγρότη και τη σύζυγό του.
Ο Wood όμως τους είχε φανταστεί ως: πατέρα και κόρη.
Η Nan ήταν μάλιστα ιδιαίτερα ενοχλημένη από την ιδέα ότι οι θεατές θεωρούσαν πως η γυναίκα του πίνακα ήταν σύζυγος του πολύ μεγαλύτερου άνδρα.
Ούτε οι δύο εικονιζόμενοι πόζαραν μαζί μπροστά στο σπίτι.
Ο Wood τους ζωγράφισε χωριστά. Το σπίτι επίσης ζωγραφίστηκε χωριστά. Η περίφημη οικογενειακή σκηνή, δηλαδή, δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα. Κατασκευάστηκε εξ ολοκλήρου μέσα στο μυαλό του ζωγράφου.
Και αυτή η πληροφορία αλλάζει τον τρόπο που βλέπουμε τον πίνακα.
Δεν πρόκειται για πορτρέτο δύο συγκεκριμένων ανθρώπων.
Πρόκειται για δύο ανθρώπους που ο Wood χρησιμοποιεί για να δημιουργήσει τύπους.
Σχεδόν χαρακτήρες.
Ο άνδρας με την τρίαινα
Το πρώτο πράγμα που τραβά το βλέμμα είναι αναπόφευκτα ο άνδρας.
Στέκεται σχεδόν ακριβώς απέναντί μας.
- Δεν χαμογελά.
- Δεν στρέφει το κεφάλι.
- Δεν δείχνει καμία διάθεση να μας υποδεχθεί.
- Μας κοιτάζει.
- Το πρόσωπό του είναι μακρόστενο και στεγνό.
- Τα χείλη σφιγμένα.
- Τα μαλλιά τραβηγμένα προς τα πίσω.
- Τα μικρά στρογγυλά γυαλιά ενισχύουν την αίσθηση αυστηρότητας.
- Φορά λευκό πουκάμισο χωρίς σακάκι, πάνω από το οποίο διακρίνεται η τζιν φόρμα εργασίας.
- Είναι ταυτόχρονα αγρότης και ένας άνθρωπος που μοιάζει σχεδόν με προτεστάντη ιεροκήρυκα.
- Δεν υπάρχει τίποτε επιδεικτικό πάνω του.
- Τίποτε περιττό.
Και μπροστά του βρίσκεται η τρίαινα. Όχι στο πλάι. Ακριβώς μπροστά στο σώμα του. Σχεδόν σαν όπλο.
Αυτό το απλό γεωργικό εργαλείο είναι το σημαντικότερο αντικείμενο του πίνακα.
Και ίσως το κλειδί για ολόκληρη τη σύνθεση.
Η τρίαινα δεν είναι απλώς μια τρίαινα
Αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά τον πίνακα, θα παρατηρήσει ότι η μορφή της τρίαινας επαναλαμβάνεται παντού.
Τα τρία μακριά μεταλλικά δόντια της ανεβαίνουν κατακόρυφα. Οι ίδιες κατακόρυφες γραμμές εμφανίζονται στις ραφές της φόρμας του άνδρα.
- Εμφανίζονται στο πουκάμισό του.
- Στο μακρόστενο πρόσωπό του.
- Στις σανίδες του σπιτιού.
- Στο παράθυρο.
Ακόμη και η συνολική στάση του σώματός του μοιάζει να επαναλαμβάνει την τρίαινα.
Ο άνδρας και το εργαλείο του έχουν σχεδόν ενωθεί.
Δεν κρατά απλώς την τρίαινα. Έχει αποκτήσει τη γεωμετρία της.
- Σκληρός.
- Ευθύς.
- Κατακόρυφος.
- Ακίνητος.
Η τρίαινα είναι εργαλείο εργασίας. Αλλά μέσα στον πίνακα γίνεται κάτι περισσότερο. Είναι σύμβολο της γης.
- Της χειρωνακτικής εργασίας.
- Της αυτάρκειας.
- Της αγροτικής ζωής.
Ταυτόχρονα όμως λειτουργεί και ως φράγμα.
Βρίσκεται ανάμεσα σε εμάς και εκείνον. Σαν να μας λέει: μέχρι εδώ.
Δεν γνωρίζουμε αν ο άνδρας προστατεύει το σπίτι, την κόρη του, τον τρόπο ζωής του ή απλώς τον προσωπικό του χώρο.
Αλλά η στάση του είναι αναμφίβολα αμυντική.
Και γι’ αυτό το American Gothic περιέχει μια παράξενη ένταση. Δεν υπάρχει βία. Υπάρχει όμως η πιθανότητά της.
Η γυναίκα που δεν μας κοιτάζει
Και μετά υπάρχει η γυναίκα. Αν ο άνδρας μάς αντιμετωπίζει κατά μέτωπο, εκείνη κάνει το ακριβώς αντίθετο.
- Το σώμα της βρίσκεται μπροστά μας.
- Το κεφάλι της όμως στρέφεται ελαφρά.
- Το βλέμμα της φεύγει προς τα αριστερά.
- Κοιτάζει κάτι που εμείς δεν μπορούμε να δούμε.
Αυτό το μικρό στοιχείο δημιουργεί μια τεράστια ψυχολογική διαφορά ανάμεσα στις δύο μορφές.
Ο άνδρας ανήκει στον κόσμο της βεβαιότητας.
Η γυναίκα μοιάζει να ανήκει στον κόσμο της σκέψης.
Τι κοιτάζει; Κάποιον που πλησιάζει; Κάτι που συμβαίνει έξω από το κάδρο; Ή μήπως απλώς αποφεύγει το βλέμμα μας;
Δεν υπάρχει απάντηση.
Αλλά υπάρχει ακόμη μια λεπτομέρεια.
Τα χείλη της. Είναι σφιγμένα. Η έκφρασή της δεν είναι χαρούμενη. Δεν είναι όμως ούτε ξεκάθαρα δυστυχισμένη. Μοιάζει συγκρατημένη.
Σαν ένας άνθρωπος που έχει μάθει ότι τα συναισθήματα δεν χρειάζεται να εκτίθενται δημόσια.
Η καρφίτσα στον λαιμό
Στον λαιμό της γυναίκας υπάρχει μια μικρή καρφίτσα. Είναι εύκολο να την προσπεράσουμε. Αλλά στον κόσμο του Grant Wood οι μικρές λεπτομέρειες σπάνια είναι τυχαίες.
Η γυναίκα φορά ένα σκούρο φόρεμα με λευκό γιακά και μια ποδιά με τυπωμένο μοτίβο.
Το ντύσιμό της είναι παλιομοδίτικο ακόμη και για το 1930. Ο Wood δεν προσπαθεί να μας δείξει μια μοντέρνα Αμερικανίδα. Μας δείχνει μια γυναίκα που μοιάζει να ανήκει σε μια προηγούμενη γενιά.
Η καρφίτσα προσθέτει όμως κάτι προσωπικό. Μια μικρή προσπάθεια κομψότητας. Μέσα σε έναν κόσμο πρακτικότητας και αυστηρότητας υπάρχει ακόμη η ανάγκη για ομορφιά.
- Μικρή.
- Συγκρατημένη.
- Σχεδόν κρυμμένη.
Και μετά υπάρχει το σπίτι
Το σπίτι βρίσκεται πίσω από τους δύο ανθρώπους. Κι όμως δεν είναι απλώς φόντο. Είναι ο τρίτος πρωταγωνιστής του πίνακα.
- Λευκό.
- Ξύλινο.
- Καθαρό.
- Αυστηρό.
- Σχεδόν υπερβολικά τακτοποιημένο.
Το παράξενο γοτθικό παράθυρο στον επάνω όροφο είναι αυτό που αρχικά τράβηξε την προσοχή του Wood. Και βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα στα δύο πρόσωπα.
Η μορφή του είναι μακρόστενη. Όπως το πρόσωπο του άνδρα. Όπως η τρίαινα. Όπως οι κατακόρυφες σανίδες.
Ολόκληρος ο πίνακας μοιάζει οργανωμένος γύρω από την ίδια γεωμετρική ιδέα.
Το σπίτι και οι άνθρωποι που στέκονται μπροστά του αρχίζουν σχεδόν να μοιάζουν μεταξύ τους.
Και τότε καταλαβαίνουμε κάτι:
ο Wood δεν ζωγραφίζει ανθρώπους μπροστά από ένα σπίτι. Ζωγραφίζει ανθρώπους που έχουν γίνει σαν το σπίτι τους.
- Αυστηροί.
- Λειτουργικοί.
- Απέριττοι.
- Κλειστοί.
- Ανθεκτικοί.
Οι κουρτίνες στο παράθυρο
Πίσω από το γοτθικό παράθυρο υπάρχουν κουρτίνες. Μια σχεδόν ασήμαντη λεπτομέρεια. Αλλά είναι σημαντική. Το παράθυρο θα έπρεπε να μας επιτρέπει να κοιτάξουμε μέσα στο σπίτι.
Δεν μπορούμε.
Οι κουρτίνες εμποδίζουν το βλέμμα.
Όπως τα πρόσωπα των δύο ανθρώπων εμποδίζουν την πρόσβαση στα συναισθήματά τους.
Βλέπουμε την εξωτερική επιφάνεια. Όχι το εσωτερικό. Το ίδιο συμβαίνει με ολόκληρο τον πίνακα. Ο Wood μάς δίνει απίστευτη οπτική πληροφορία.
Και σχεδόν καμία ψυχολογική βεβαιότητα.
Ένας πίνακας φτιαγμένος από επαναλήψεις
Εδώ βρίσκεται ίσως ένα από τα μεγαλύτερα τεχνικά επιτεύγματα του American Gothic. Η σύνθεση φαίνεται απλή. Στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά αυστηρά οργανωμένη.
Οι μορφές, τα αντικείμενα και η αρχιτεκτονική επαναλαμβάνουν συνεχώς το ένα το άλλο.
- Η τρίαινα επαναλαμβάνεται στις ραφές της φόρμας.
- Οι κατακόρυφες γραμμές της φόρμας επαναλαμβάνονται στις σανίδες του σπιτιού.
- Το μακρύ πρόσωπο του άνδρα συνομιλεί με το γοτθικό παράθυρο.
- Οι καμπύλες του μοτίβου της ποδιάς της γυναίκας επαναλαμβάνονται στις κουρτίνες.
- Οι στρογγυλές φόρμες των φυτών μαλακώνουν ελαφρά την αυστηρότητα της αρχιτεκτονικής.
Όλα συνδέονται. Σχεδόν τίποτε δεν βρίσκεται εκεί μόνο του.
Και αυτή η γεωμετρική συνοχή δημιουργεί την παράξενη αίσθηση ακινησίας του έργου.
Ο χρόνος έχει σταματήσει.
Οι δύο άνθρωποι δεν φαίνεται να πρόκειται να κινηθούν ποτέ.
Γιατί λέγεται «American Gothic»;
Ο τίτλος δεν αναφέρεται σε κάποια σκοτεινή ιστορία τρόμου.
Το "Gothic" προέρχεται πρωτίστως από την αρχιτεκτονική του σπιτιού.
Το οξυκόρυφο παράθυρο αποτελεί χαρακτηριστικό της νεογοτθικής αισθητικής που πέρασε στην αμερικανική οικιακή αρχιτεκτονική του 19ου αιώνα.
Αλλά ο τίτλος απέκτησε σταδιακά πολύ μεγαλύτερη σημασία. Γιατί υπάρχει πράγματι κάτι "γοτθικό" στην ψυχολογία του πίνακα.
- Μια παράξενη αυστηρότητα.
- Μια σιωπή.
- Μια αδιόρατη απειλή.
- Κάτι οικείο που ταυτόχρονα προκαλεί ελαφρά δυσφορία.
Ο Wood μπορεί να μην το σχεδίασε ως ψυχολογικό θρίλερ. Η εικόνα όμως έχει αυτή την παράξενη ικανότητα: όσο περισσότερο την κοιτάζουμε, τόσο λιγότερο απλή γίνεται.
1930: Η χειρότερη δυνατή στιγμή - ή η ιδανική
Ο πίνακας ολοκληρώθηκε το 1930. Έναν χρόνο νωρίτερα είχε συμβεί το κραχ της Wall Street.
- Η Αμερική έμπαινε στη Μεγάλη Ύφεση.
- Τράπεζες θα κατέρρεαν.
- Επιχειρήσεις θα έκλειναν.
- Εκατομμύρια άνθρωποι θα έχαναν τις δουλειές τους.
- Αγροτικές οικογένειες θα βρίσκονταν αντιμέτωπες με χρέη, πλειστηριασμούς και καταστροφή.
Ο Wood δεν ζωγράφισε το American Gothic ως άμεση αλληγορία της Μεγάλης Ύφεσης.
Αλλά η ιστορία άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ο πίνακας διαβάστηκε.
Αυτοί οι δύο άνθρωποι, με τα σφιγμένα χείλη και την απόλυτη ακινησία τους, άρχισαν ξαφνικά να μοιάζουν με κάτι περισσότερο από παράξενους κατοίκους της Iowa.
Έμοιαζαν με ανθρώπους που θα άντεχαν.
- Δεν είναι πλούσιοι.
- Δεν είναι κομψοί.
- Δεν είναι χαρούμενοι.
- Αλλά στέκονται όρθιοι.
Και ο άνδρας εξακολουθεί να κρατά την τρίαινά του.
Όταν η Αμερική θύμωσε με τον πίνακα
Το American Gothic παρουσιάστηκε το 1930 σε διαγωνισμό του Art Institute of Chicago.
Οι κριτές αρχικά δεν ενθουσιάστηκαν όλοι.
Τελικά όμως το έργο βραβεύτηκε με χάλκινο μετάλλιο και χρηματικό έπαθλο 300 δολαρίων.
Σύντομα αναπαράχθηκε στις εφημερίδες. Και τότε άρχισαν τα προβλήματα.
Κάτοικοι της Iowa θεώρησαν ότι ο Wood τους κορόιδευε.
Μία γυναίκα φέρεται να εξοργίστηκε τόσο ώστε να απειλήσει ότι θα δαγκώσει το αυτί του ζωγράφου.
Για αρκετούς κατοίκους της αμερικανικής ενδοχώρας, ο πίνακας παρουσίαζε τους ανθρώπους της Iowa ως:
- στενόμυαλους,
- σκυθρωπούς,
- παλιομοδίτες,
- πουριτανούς,
- ανίκανους να χαρούν τη ζωή.
Και πράγματι, αρκετοί διανοούμενοι της εποχής τον υποδέχθηκαν ακριβώς έτσι: ως σάτιρα της επαρχιακής Αμερικής.
Ο Wood όμως επέμενε: Δεν τους κοροϊδεύω
Ο ίδιος ο Grant Wood αντιστάθηκε σε αυτή την ερμηνεία. Δεν ήθελε, έλεγε, να γελοιοποιήσει τους ανθρώπους της Midwest.
Τους γνώριζε. Ήταν δικοί του άνθρωποι. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αμφισημία.
Γιατί αν ο Wood ήθελε απλώς να τους εξυμνήσει, γιατί τους έκανε τόσο παράξενους;
- Γιατί τόση αυστηρότητα;
- Γιατί αυτά τα πρόσωπα;
- Γιατί αυτή η σχεδόν κωμική σοβαρότητα;
Και αν ήθελε να τους σατιρίσει, γιατί τους έδωσε τόση αξιοπρέπεια;
- Γιατί ο άνδρας δεν είναι γελοίος;
- Γιατί η γυναίκα δεν είναι καρικατούρα;
- Γιατί ολόκληρη η σύνθεση έχει τη σοβαρότητα θρησκευτικής εικόνας;
Ίσως επειδή ο Wood έκανε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από το να επιλέξει ανάμεσα στη σάτιρα και στον θαυμασμό.
Έκανε και τα δύο.
Είναι αστείος ο πίνακας; Ναι.
Και αυτό συχνά φοβόμαστε να το παραδεχτούμε όταν μιλάμε για ένα αριστούργημα.
Υπάρχει χιούμορ στο American Gothic.
- Το υπερβολικά μακρύ πρόσωπο.
- Η απίστευτη σοβαρότητα.
- Η τρίαινα που επαναλαμβάνεται σχεδόν παντού.
- Το γοτθικό παράθυρο σε ένα μικρό ξύλινο σπίτι.
- Η αίσθηση ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν θα γελούσαν ακόμη κι αν κάποιος τους το ζητούσε.
Όλα έχουν μια ελαφρά υπερβολή.
Αλλά το χιούμορ του Wood δεν είναι απαραίτητα περιφρόνηση.
Είναι το χιούμορ κάποιου που γνωρίζει πολύ καλά τον κόσμο που ζωγραφίζει.
Όπως μπορούμε να πειράξουμε την οικογένειά μας με τρόπο που δεν θα επιτρέπαμε σε έναν ξένο.
Είναι όμως και ένας πίνακας για την αξιοπρέπεια
Αν αφαιρέσουμε για λίγο την ειρωνεία, μένει κάτι πολύ δυνατό.
- Δύο άνθρωποι στέκονται μπροστά στο σπίτι τους.
- Δεν επιδεικνύουν πλούτο.
- Δεν ζητούν την έγκρισή μας.
- Δεν προσπαθούν να μας γοητεύσουν.
- Δεν χαμογελούν για να γίνουν συμπαθείς.
Υπάρχει μια σχεδόν προκλητική αυτάρκεια στη στάση τους.
- Αυτό είμαστε.
- Αυτό έχουμε.
- Εδώ στεκόμαστε.
Και όταν ο πίνακας άρχισε να διαβάζεται μέσα από την εμπειρία της Μεγάλης Ύφεσης, αυτή η πλευρά έγινε ακόμη ισχυρότερη.
Οι δύο μορφές μπορούσαν πλέον να συμβολίζουν κάτι θεμελιώδες στην αμερικανική αυτοεικόνα: την αντοχή.
Ο άνδρας προστατεύει ή φυλακίζει;
Υπάρχει όμως μια σκοτεινότερη ανάγνωση.
Ο άνδρας βρίσκεται μπροστά.
Η γυναίκα λίγο πίσω.
Εκείνος κρατά το εργαλείο - και πιθανό όπλο.
Εκείνος κοιτάζει τον θεατή. Εκείνη κοιτάζει αλλού. Εκείνος φαίνεται να ορίζει τα όρια του χώρου.
Μπορούμε λοιπόν να δούμε τον πίνακα ως εικόνα μιας πατριαρχικής κοινωνίας;
- Τον πατέρα ως φύλακα της κόρης;
- Το σπίτι ως προστασία αλλά ταυτόχρονα ως περιορισμό;
- Τη γυναίκα ως κάποιον που κοιτάζει προς έναν κόσμο έξω από το κάδρο αλλά παραμένει πίσω από τον άνδρα;
Η ερμηνεία είναι δελεαστική.
Δεν μπορούμε όμως να γνωρίζουμε αν ήταν πρόθεση του Wood.
Και αυτό πρέπει να το ξεχωρίζουμε.
Ένα μεγάλο έργο τέχνης δεν περιορίζεται πάντα σε όσα συνειδητά σχεδίασε ο δημιουργός του. Οι εικόνες αποκτούν νέες σημασίες καθώς αλλάζουν οι κοινωνίες που τις κοιτούν.
Η παράξενη απουσία επαφής
Υπάρχει μια ακόμη λεπτομέρεια που κάνει το American Gothic ψυχολογικά παράξενο.
Οι δύο άνθρωποι βρίσκονται πολύ κοντά.
- Αλλά δεν αγγίζονται.
- Δεν υπάρχει χέρι στον ώμο.
- Δεν υπάρχει αγκαλιά.
- Δεν υπάρχει καν βλέμμα μεταξύ τους.
Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κανένα εμφανές στοιχείο συναισθηματικής σχέσης. Ξέρουμε ότι υποτίθεται πως είναι πατέρας και κόρη μόνο επειδή μας το είπε ο δημιουργός.
Αν δεν το γνωρίζαμε, ο πίνακας δεν θα μας το αποκάλυπτε. Και ίσως αυτή η συναισθηματική απόσταση να αποτελεί μέρος της δύναμής του.
Ο Wood παρουσιάζει έναν κόσμο στον οποίο η αγάπη - αν υπάρχει - δεν εκφράζεται.
Η οικογένεια είναι περισσότερο καθήκον παρά επίδειξη συναισθήματος.
Η επιρροή των Φλαμανδών
Αν βάλουμε δίπλα στο American Gothic πορτρέτα της Βόρειας Αναγέννησης, η συγγένεια γίνεται εμφανέστερη.
- Η εξαιρετικά καθαρή επιφάνεια.
- Οι λεπτομέρειες των υφασμάτων.
- Η ακρίβεια των προσώπων.
- Τα μικρά αντικείμενα που αποκτούν συμβολικό βάρος.
- Η αίσθηση ότι τίποτε δεν έχει ζωγραφιστεί βιαστικά.
- Ακόμη και η μετωπική σοβαρότητα των μορφών θυμίζει παλαιότερη ευρωπαϊκή προσωπογραφία.
Ο Wood κάνει όμως κάτι παράξενο.
Χρησιμοποιεί μια ζωγραφική γλώσσα που παραπέμπει στην ευρωπαϊκή υψηλή τέχνη για να απεικονίσει δύο φαινομενικά συνηθισμένους ανθρώπους από την Iowa.
Σαν να τους λέει: δεν χρειάζεται να είσαι βασιλιάς, άγιος ή αριστοκράτης για να αξίζεις αυτή τη ζωγραφική σοβαρότητα.
Και ξαφνικά η αμερικανική επαρχία αποκτά τη μνημειακότητα της ευρωπαϊκής παράδοσης.
Η Αμερική αναζητούσε το δικό της πρόσωπο
Αυτό είναι σημαντικό για να κατανοήσουμε το έργο.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, η αμερικανική τέχνη βρισκόταν συχνά στη σκιά της Ευρώπης.
- Παρίσι.
- Λονδίνο.
- Μόναχο.
- Ρώμη.
Εκεί βρισκόταν η μεγάλη παράδοση.
Οι Regionalists υποστήριξαν κάτι διαφορετικό.
Η Αμερική δεν χρειαζόταν να μιμηθεί την Ευρώπη. Είχε δικά της τοπία. Δικούς της ανθρώπους. Δικές της ιστορίες. Δική της μυθολογία.
Και ο Grant Wood βρήκε ένα από τα ισχυρότερα σύμβολά της σε κάτι σχεδόν ασήμαντο: ένα μικρό ξύλινο σπίτι στην Iowa.
Και τι απέγιναν οι πραγματικοί πρωταγωνιστές;
Η Nan Wood Graham έζησε για δεκαετίες μετά τη δημιουργία του πίνακα και έγινε αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας του.
Ο Byron McKeeby συνέχισε τη ζωή του ως οδοντίατρος.
Το σπίτι στο Eldon παρέμεινε επίσης όρθιο.
Και συνέβη κάτι υπέροχα παράξενο.
Ένα συνηθισμένο σπίτι, σε μια μικρή πόλη της Iowa, έγινε τόπος προσκυνήματος της αμερικανικής ποπ κουλτούρας.
Άνθρωποι ταξιδεύουν εκεί για να φωτογραφηθούν μπροστά του.
Και φυσικά ποζάρουν όπως οι δύο μορφές.
Με μια τρίαινα.
Το σπίτι που ενέπνευσε τον πίνακα έγινε τελικά διάσημο επειδή ο πίνακας έκανε διάσημο το σπίτι.
Add comment
Comments