Υπάρχει ένας τρόπος να μιλήσουμε για το ελληνικό ελαφρό τραγούδι μέσα από τις μελωδίες, τους συνθέτες και τις μεγάλες φωνές του.
Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος.
Να προσπαθήσουμε να ακούσουμε τα τραγούδια του όπως τα άκουγαν οι άνθρωποι της εποχής τους.
Να φανταστούμε το δωμάτιο όπου βρισκόταν το ραδιόφωνο. Το καφενείο όπου έπαιζε το γραμμόφωνο. Την αίθουσα όπου ένα ζευγάρι χόρευε ταγκό. Τη σκοτεινή αίθουσα του κινηματογράφου. Το θερινό θέατρο. Το μικρό διαμέρισμα μιας μεταπολεμικής πολυκατοικίας.
Την Κυριακάτικη εκδρομή. Την παραλιακή. Έναν νέο που περίμενε κάτω από ένα μπαλκόνι. Μια κοπέλα που άκουγε για πρώτη φορά ένα τραγούδι και πίστευε ότι είχε γραφτεί για εκείνη.
Γιατί το ελαφρό τραγούδι δεν γεννήθηκε μόνο στα πιάνα των συνθετών. Γεννήθηκε μέσα σε έναν ολόκληρο τρόπο ζωής.
Και για να καταλάβουμε πραγματικά γιατί αγαπήθηκε τόσο πολύ, πρέπει πρώτα να επιστρέψουμε σε εκείνη την Ελλάδα.
Μια Ελλάδα φτωχότερη από τη σημερινή, πολύ πιο σκληρή σε πολλά πράγματα, συχνά βαθιά διχασμένη και δοκιμασμένη.
Αλλά μια Ελλάδα που ήθελε απελπισμένα να ερωτευτεί, να διασκεδάσει και - έστω για λίγες ώρες - να ονειρευτεί.
Μια βραδιά στην Αθήνα
Ας φανταστούμε μια αθηναϊκή βραδιά της δεκαετίας του 1950. Η πόλη δεν έχει ακόμη κατακλυστεί από αυτοκίνητα.
Τα φώτα των καταστημάτων αντανακλούν στα πεζοδρόμια. Στο κέντρο λειτουργούν θέατρα, κινηματογράφοι, ζαχαροπλαστεία και χώροι διασκέδασης. Κάπου ακούγεται μια μικρή ορχήστρα.
Από ένα ανοιχτό παράθυρο μπορεί να φτάνει η φωνή του Νίκου Γούναρη. Σε κάποιο άλλο σπίτι παίζει το ραδιόφωνο. Σε ένα δισκοπωλείο κάποιος ακούει έναν καινούργιο δίσκο.
Στο θέατρο η επιθεώρηση σχολιάζει με χιούμορ την πολιτική και την κοινωνική ζωή. Και στον κινηματογράφο μια νέα γενιά Ελλήνων βλέπει στην οθόνη μια εκδοχή της ζωής λίγο πιο λαμπερή από τη δική της.
Αυτός είναι ο φυσικός κόσμος του ελαφρού τραγουδιού.
Δεν είναι απλώς μουσική.
Είναι το soundtrack της αστικής ζωής.
Η πόλη γεννά τη δική της μουσική
Το ελαφρό τραγούδι είναι κατεξοχήν αστικό μουσικό φαινόμενο. Η ίδια η Ελληνική Μουσική Πύλη το εντάσσει στην ιστορία του νεότερου αστικού τραγουδιού, δίπλα στην καντάδα, την αθηναϊκή επιθεώρηση, την οπερέτα, το ρεμπέτικο και αργότερα το λαϊκό και έντεχνο τραγούδι.
Αυτό έχει σημασία.
Γιατί μέσα στις πόλεις δημιουργείται πλέον ένα νέο κοινό. Άνθρωποι που δουλεύουν σε γραφεία, καταστήματα, υπηρεσίες.Φοιτητές. Δημόσιοι υπάλληλοι. Έμποροι. Επαγγελματίες.
Μια μεσαία τάξη που αναπτύσσει τις δικές της συνήθειες διασκέδασης.
Το τραγούδι βγαίνει σταδιακά από τα στενά όρια της ζωντανής παράστασης και αποκτά πολλαπλές ζωές.
- Μπορεί να ακουστεί στο θέατρο.
- Μετά στο ραδιόφωνο.
- Να ηχογραφηθεί σε δίσκο.
- Να ξανακουστεί σε κάποια κινηματογραφική ταινία.
- Και τελικά να περάσει στο στόμα του κόσμου.
Αυτό ακριβώς αλλάζει την ιστορία της ελληνικής μουσικής.
Η οπερέτα και η επιθεώρηση: Τα μεγάλα σχολεία
Πριν από το ραδιόφωνο και τον κινηματογράφο υπήρχε το θέατρο.
Η αθηναϊκή οπερέτα και η επιθεώρηση δημιούργησαν έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς παραγωγής τραγουδιών στην Ελλάδα.
Εκεί συναντήθηκαν η μουσική, το χιούμορ, η πολιτική σάτιρα, η κοσμική ζωή και ο έρωτας.
Ένα τραγούδι μπορούσε να γραφτεί για μια συγκεκριμένη θεατρική παράσταση και λίγες εβδομάδες αργότερα να τραγουδιέται σε ολόκληρη την Αθήνα.
- Οι ηθοποιοί τραγουδούσαν.
- Οι τραγουδιστές έπαιζαν.
- Οι συνθέτες συνεργάζονταν με θεατρικούς συγγραφείς.
- Οι στιχουργοί συχνά προέρχονταν από τον κόσμο της επιθεώρησης.
Έτσι δημιουργήθηκε ένα πολιτιστικό οικοσύστημα στο οποίο οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε θέατρο, μουσική και ψυχαγωγία ήταν πολύ λιγότερο αυστηρές από όσο φανταζόμαστε σήμερα.
1938: Το ραδιόφωνο μπαίνει στην ιστορία
Η πραγματική επανάσταση όμως έρχεται όταν η μουσική παύει να απαιτεί φυσική παρουσία.
Στις 21 Μαΐου 1938 άρχισε επίσημα η λειτουργία του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών. Το εναρκτήριο πρόγραμμα περιλάμβανε ήδη ορχηστρική μουσική και τραγούδι.
Για τα σημερινά δεδομένα είναι δύσκολο να αντιληφθούμε πόσο μεγάλη αλλαγή ήταν αυτή.
Ξαφνικά ένας καλλιτέχνης δεν χρειαζόταν να βρίσκεται απέναντι από τον ακροατή. Η φωνή του μπορούσε να ταξιδεύει.
Το ίδιο τραγούδι μπορούσε να το ακούει σχεδόν ταυτόχρονα μια οικογένεια στην Αθήνα και κάποιος πολύ μακρύτερα.
Το ραδιόφωνο άρχισε σταδιακά να δημιουργεί κάτι εντελώς καινούργιο: ένα κοινό μουσικό σύμπαν.
Το ραδιόφωνο ως μέλος της οικογένειας
Σήμερα το τραγούδι είναι προσωπική υπόθεση. Το ακούμε στα ακουστικά μας. Επιλέγουμε τη στιγμή. Πατάμε ένα κουμπί. Αλλάζουμε τραγούδι.
Εκείνη την εποχή η εμπειρία ήταν διαφορετική.
Το ραδιόφωνο βρισκόταν συχνά σε κεντρικό σημείο του σπιτιού. Η ακρόαση μπορούσε να είναι οικογενειακή δραστηριότητα. Οι εκφωνητές αποκτούσαν αναγνωρίσιμες φωνές. Τα μουσικά προγράμματα δημιουργούσαν συνήθειες.
Ορισμένες ώρες της ημέρας συνδέονταν με συγκεκριμένες εκπομπές.
Μετά τον πόλεμο το μέσο οργανώθηκε θεσμικά ακόμη περισσότερο. Στις 14 Ιουνίου 1945 ιδρύθηκε το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, το ΕΙΡ, ως ο κρατικός φορέας του ελληνικού ραδιοφώνου.
Και το 1952 θα ακολουθούσε κάτι εξαιρετικά σημαντικό για το τραγούδι.
Το Δεύτερο Πρόγραμμα
Στις 11 Μαΐου 1952 άρχισε επίσημα να εκπέμπει το Δεύτερο Πρόγραμμα.
Για την ελληνική μουσική αυτό ήταν σταθμός. Το ραδιόφωνο δεν λειτουργούσε πλέον μόνο ως φορέας ενημέρωσης ή γενικού προγράμματος. Μπορούσε να αφιερώσει περισσότερο χώρο στη μουσική και την ψυχαγωγία.
Το Αρχείο της ΕΡΤ καταγράφει τον κεντρικό ρόλο που απέκτησε η ραδιοφωνία της εποχής στη μουσική παραγωγή, από τη συμφωνική και τη δημοτική μουσική έως το ελαφρό και το λαϊκό τραγούδι, καθώς και την παρουσία της Ελαφράς Ορχήστρας του ΕΙΡ. (ΕΡΤ Αρχείο)
Το αποτέλεσμα ήταν τεράστιο.
Ο τραγουδιστής γινόταν γνωστός χωρίς ο ακροατής να τον έχει δει ποτέ. Η φωνή προηγούνταν της εικόνας. Κι αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί οι τραγουδιστές εκείνης της εποχής είχαν τόσο ιδιαίτερη προσωπικότητα.
Έπρεπε να δημιουργήσουν έναν ολόκληρο κόσμο μόνο με τη φωνή.
Όταν ο δίσκος έγινε αντικείμενο πόθου
Παράλληλα εξελισσόταν μια άλλη επανάσταση: Η δισκογραφία.
Ο δίσκος επέτρεψε στο τραγούδι να αποκτήσει διάρκεια. Μέχρι τότε η μουσική υπήρχε κυρίως όταν κάποιος την έπαιζε. Τώρα μπορούσε να αποθηκευτεί.
- Να αγοραστεί.
- Να ξανακουστεί.
- Να γίνει προσωπική περιουσία.
Και το δισκοπωλείο μετατράπηκε σταδιακά σε τόπο ανακάλυψης.
Δεν αγόραζες απλώς μουσική. Αγόραζες ένα μικρό κομμάτι του κόσμου που αυτή αντιπροσώπευε.
Το τραγούδι ως τρόπος ερωτικής επικοινωνίας
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο.
Το ελαφρό τραγούδι άνθησε σε μια κοινωνία όπου ο δημόσιος τρόπος έκφρασης του έρωτα ήταν πολύ πιο περιορισμένος από ό,τι σήμερα.
Η ερωτική εξομολόγηση είχε μεγαλύτερο τελετουργικό βάρος.
- Το φλερτ ακολουθούσε κώδικες.
- Η κοινωνική επιτήρηση ήταν ισχυρότερη.
- Η οικογένεια είχε πολύ μεγαλύτερο ρόλο στις προσωπικές σχέσεις.
Το τραγούδι επομένως μπορούσε να πει πράγματα που οι άνθρωποι δυσκολεύονταν να πουν μεταξύ τους.
- «Μου λείπεις».
- «Γύρισε».
- «Σε αγαπώ».
- «Με ξέχασες».
- «Θα σε περιμένω».
- «Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα».
Οι στίχοι λειτουργούσαν σαν έτοιμες ερωτικές επιστολές.
Και ίσως γι’ αυτό τόσα τραγούδια εκείνων των δεκαετιών μοιάζουν σήμερα σχεδόν αφοπλιστικά άμεσα.
Δεν φοβούνται το συναίσθημα. Δεν το ειρωνεύονται. Δεν κρατούν απόσταση. Το δηλώνουν.
Και μετά ερχόταν ο χορός
Το ελαφρό τραγούδι δεν ήταν μόνο μουσική για να ακούσεις.
Ήταν μουσική για να χορέψεις.
- Βαλς.
- Ταγκό.
- Φοξ τροτ.
- Ρούμπα.
- Μπολερό.
- Σουίνγκ.
Οι χοροί αυτοί δεν ήταν απλώς ξενόφερτες μόδες.
Μεταφέρθηκαν στην ελληνική καθημερινότητα και απέκτησαν τοπικό χαρακτήρα. Και είχαν μια πολύ σημαντική κοινωνική λειτουργία. Έφερναν τα σώματα κοντά.
Σε μια κοινωνία όπου η δημόσια σωματική οικειότητα ήταν περιορισμένη, ο χορός δημιουργούσε έναν νομιμοποιημένο χώρο εγγύτητας.
Ένα ταγκό μπορούσε να αποτελεί ολόκληρη ερωτική ιστορία χωρίς να ειπωθεί ούτε μία λέξη.
Η Αθήνα κοιτούσε προς την Ευρώπη — και προς την Αμερική
Η Ελλάδα εκείνων των δεκαετιών δεν ήταν πολιτιστικά απομονωμένη.
Το Παρίσι, η Βιέννη, η Ιταλία, η κεντρική Ευρώπη, αλλά αργότερα και οι Ηνωμένες Πολιτείες τροφοδοτούσαν τη μουσική φαντασία.
Το ταγκό είχε ήδη κατακτήσει την Ευρώπη. Η τζαζ και το σουίνγκ έφερναν νέους ρυθμούς. Ο αμερικανικός κινηματογράφος δημιουργούσε νέες εικόνες κομψότητας.
Τα musical πρότειναν ένα σύμπαν όπου η καθημερινή ζωή μπορούσε ξαφνικά να μεταμορφωθεί σε τραγούδι.
Οι Έλληνες συνθέτες δεν αντέγραφαν απλώς αυτά τα πρότυπα. Τα εξελλήνιζαν.
Έδιναν στις ευρωπαϊκές φόρμες ελληνικό στίχο, ελληνικό συναίσθημα και ελληνική καθημερινότητα.
Κάπως έτσι προέκυψε ένας κόσμος ταυτόχρονα διεθνής και βαθιά ελληνικός.
Και ύστερα ήρθε ο πόλεμος
Το 1940 όλα αλλάζουν.
Η αισιοδοξία του Μεσοπολέμου διακόπτεται. Η μουσική αποκτά ξαφνικά άλλες λειτουργίες. Η επιθεώρηση γίνεται όπλο εμψύχωσης και σάτιρας. Η Σοφία Βέμπο μετατρέπεται από μεγάλη τραγουδίστρια σε εθνικό σύμβολο.
Τα τραγούδια αποκτούν στρατιωτικούς, πατριωτικούς και σατιρικούς στίχους. Ο ίδιος μηχανισμός που λίγους μήνες πριν μιλούσε για τον έρωτα τώρα μιλά για τον πόλεμο.
Αυτό μας δείχνει κάτι σημαντικό για το ελαφρό τραγούδι.
Ήταν πολύ περισσότερο από ένα μουσικό είδος. Ήταν ένας τρόπος με τον οποίο η κοινωνία σχολίαζε τον εαυτό της.
Η Κατοχή: όταν το τραγούδι γίνεται καταφύγιο
Με την Κατοχή η πραγματικότητα γίνεται δραματικά διαφορετική.
Πείνα. Φόβος. Καταστολή. Αβεβαιότητα. Θάνατος.
Κι όμως η ψυχαγωγία δεν εξαφανίζεται.
Αυτό μπορεί σήμερα να μοιάζει παράδοξο.
Δεν είναι.
Σε περιόδους κρίσης ο άνθρωπος δεν παύει να αναζητά στιγμές κανονικότητας.
Ακριβώς το αντίθετο. Τις χρειάζεται περισσότερο.
Το θέατρο, η μουσική και το τραγούδι μετατρέπονται σε προσωρινό καταφύγιο.
Για λίγες ώρες η πραγματικότητα μπορούσε να μείνει έξω από την αίθουσα.
Η Ελλάδα βγαίνει από τον πόλεμο - αλλά όχι από τον πόνο
Η Απελευθέρωση δεν έφερε αμέσως την ευτυχία. Ακολούθησαν πολιτικές συγκρούσεις και ο Εμφύλιος.
Η Ελλάδα της δεύτερης μισής δεκαετίας του 1940 είναι τραυματισμένη και φτωχή.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγάλα παράδοξα της ιστορίας του ελαφρού τραγουδιού.
Ενώ η κοινωνία περνά μια από τις δυσκολότερες περιόδους της νεότερης ιστορίας της, το τραγούδι εξακολουθεί να μιλά για έρωτες, βόλτες, καλοκαίρια, φεγγάρια και όνειρα.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για φυγή από την πραγματικότητα. Μπορεί να είναι ένας τρόπος επιβίωσης μέσα σε αυτήν.
Όταν η καθημερινότητα είναι σκληρή, ακόμη και ένα τρίλεπτο τραγούδι μπορεί να γίνει μικρή προσωπική ελευθερία.
Η δεκαετία του 1950: Η μεγάλη ανάγκη να αρχίσουμε ξανά
Και τότε φτάνουμε στη δεκαετία που θα γίνει η πραγματική χρυσή εποχή αυτού του κόσμου.
Στη δεκαετία του 1950.
- Η χώρα παραμένει φτωχή.
- Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού ζουν με στερήσεις.
- Η μετανάστευση προς τις πόλεις μεγαλώνει.
- Αργότερα θα αρχίσει και η μεγάλη έξοδος προς το εξωτερικό.
Ταυτόχρονα όμως υπάρχει κάτι νέο: η προσδοκία ότι το αύριο μπορεί να είναι καλύτερο από το χθες.
Και αυτό αλλάζει τα πάντα.
- Η διασκέδαση μεγαλώνει.
- Η κατανάλωση αυξάνεται σταδιακά.
- Το ραδιόφωνο εξαπλώνεται.
- Ο κινηματογράφος γίνεται μαζικό θέαμα.
- Οι δίσκοι ταξιδεύουν.
- Η μόδα αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Οι νέοι αρχίζουν σταδιακά να διαμορφώνουν τη δική τους πολιτιστική ταυτότητα.
Το ελαφρό τραγούδι βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο αυτής της μετάβασης.
Το θερινό σινεμά
Ίσως τίποτε δεν συμβολίζει περισσότερο τη μεταπολεμική ελληνική ψυχαγωγία από το θερινό σινεμά.
- Καρέκλες κάτω από τον ανοιχτό ουρανό.
- Γιασεμιά.
- Η οθόνη ανάμεσα στις πολυκατοικίες.
- Οι φωνές από τον δρόμο.
- Ένα αεροπλάνο που περνά.
- Κι επάνω στην οθόνη ένας κόσμος πιο φωτεινός από την καθημερινότητα.
Ο κινηματογράφος πρόσφερε κάτι που το ραδιόφωνο δεν μπορούσε: εικόνα.
Τώρα ο θεατής δεν άκουγε μόνο τη φωνή.
- Έβλεπε το φόρεμα.
- Το κοστούμι.
- Το αυτοκίνητο.
- Το διαμέρισμα.
- Το νυχτερινό κέντρο.
- Τον τρόπο που χόρευαν οι πρωταγωνιστές.
Και έτσι η μουσική άρχισε να συνδέεται με ολόκληρα πρότυπα ζωής.
Η μεγάλη συμμαχία του τραγουδιού με τον κινηματογράφο
Η σχέση αυτή θα γινόταν ιδιαίτερα ισχυρή.
Η Finos Film είχε ήδη παρουσιάσει την πρώτη της ταινία, τη "Φωνή της Καρδιάς", το 1943 και εξελίχθηκε σε κεντρικό φορέα της μεταπολεμικής ελληνικής κινηματογραφίας.
Κατά τη δεκαετία του 1950 η εταιρεία γύρισε 25 ταινίες έως το 1959 και καθιερώθηκε ως μια από τις σημαντικότερες δυνάμεις της εγχώριας παραγωγής.
Αλλά το σημαντικότερο για τη μουσική δεν είναι οι αριθμοί. Είναι η νέα σχέση που δημιουργήθηκε ανάμεσα στο τραγούδι και την εικόνα.
Το τραγούδι μπορούσε πλέον να έχει πρόσωπο. Μια μελωδία μπορούσε να συνδεθεί για πάντα με μια κινηματογραφική σκηνή. Ένας ηθοποιός μπορούσε να γίνει τραγουδιστής. Ένας τραγουδιστής μπορούσε να εμφανιστεί στην οθόνη.
Και οι συνθέτες μπορούσαν πλέον να γράφουν γνωρίζοντας ότι η μουσική τους θα συνοδεύσει μια ιστορία, έναν χαρακτήρα, έναν έρωτα.
Ο κινηματογράφος δημιούργησε όνειρα
Για μια κοινωνία όπου η κατανάλωση παρέμενε ακόμη περιορισμένη, η μεγάλη οθόνη ήταν παράθυρο σε έναν κόσμο προσδοκιών.
- Τα κομψά φορέματα.
- Τα αυτοκίνητα.
- Τα μοντέρνα σπίτια.
- Οι διακοπές.
- Τα νυχτερινά κέντρα.
- Οι χοροί.
- Οι μεγάλοι έρωτες.
Δεν απεικόνιζαν πάντοτε την πραγματική Ελλάδα. Απεικόνιζαν όμως συχνά την Ελλάδα που ήθελε να γίνει η Ελλάδα.
Και το ελαφρό τραγούδι ήταν η φυσική μουσική αυτού του ονείρου.
Η Κυριακή είχε διαφορετικό ήχο
Το τραγούδι δεν ζούσε μόνο τη νύχτα.
- Ζούσε και την Κυριακή.
- Στην οικογενειακή συγκέντρωση.
- Στην εκδρομή.
- Στην παραλία.
- Στην ταβέρνα.
- Στο πικνίκ.
- Στη βόλτα.
Η μεταπολεμική κοινωνία αρχίζει να ανακαλύπτει σταδιακά περισσότερο τον ελεύθερο χρόνο. Και κάθε μορφή ελεύθερου χρόνου χρειάζεται τη μουσική της.
Τα τραγούδια μιλούν για θάλασσες, φεγγάρια, βόλτες, καλοκαίρια. Δεν είναι τυχαίο.
Αντανακλούν μια κοινωνία που αρχίζει να διεκδικεί το δικαίωμα όχι απλώς να επιβιώνει, αλλά και να απολαμβάνει.
Η νύχτα αποκτά ήρωες
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίζεται και ο επαγγελματίας τραγουδιστής με τη σύγχρονη έννοια.
Δεν είναι πλέον απλώς κάποιος που ερμηνεύει ένα έργο.
- Έχει προσωπικότητα.
- Ύφος.
- Ρεπερτόριο.
- Θαυμαστές.
Οι ακροατές αναγνωρίζουν τη φωνή του από τις πρώτες νότες.
Ο Γούναρης δεν τραγουδά απλώς ένα τραγούδι. Υπάρχει πλέον "ο τρόπος του Γούναρη".
- Το ίδιο ισχύει για τον Μαρούδα.
- Τον Πολυμέρη.
- Τη Δανάη.
- Τη Βέμπο.
Και αυτή είναι ίσως η στιγμή κατά την οποία γεννιέται στην Ελλάδα ο μουσικός σταρ.
Η φωνή είχε μεγαλύτερη σημασία από την εικόνα
Οι μεγάλες φωνές εκείνης της εποχής έχουν ένα χαρακτηριστικό που σήμερα συχνά ξεχνάμε.
Πολλοί ακροατές τις γνώρισαν πρώτα χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς πώς είναι το πρόσωπο του καλλιτέχνη.
Αυτό δημιουργούσε μια διαφορετική σχέση. Ο ακροατής έφτιαχνε τη δική του εικόνα. Η φωνή γινόταν πιο προσωπική.
Ίσως γι’ αυτό οι μεγάλοι ερμηνευτές του ελαφρού τραγουδιού παραμένουν τόσο εύκολα αναγνωρίσιμοι.
Η εποχή τους απαιτούσε φωνητική ταυτότητα.
Το τραγούδι ήταν και κοινωνική τάξη
Δεν πρέπει όμως να εξιδανικεύσουμε την εικόνα.
Η Ελλάδα δεν άκουγε όλη την ίδια μουσική.
Υπήρχαν κοινωνικές και πολιτισμικές διαχωριστικές γραμμές. Το ελαφρό τραγούδι είχε ισχυρή παρουσία στα αστικά στρώματα. Το ρεμπέτικο είχε διαφορετικές κοινωνικές ρίζες. Το δημοτικό τραγούδι παρέμενε πανίσχυρο στην επαρχία. Το λαϊκό τραγούδι ανέβαινε συνεχώς.
Οι κόσμοι αυτοί δεν ήταν απολύτως απομονωμένοι.
Συναντιόνταν. Αλληλοεπηρεάζονταν. Κάποιες φορές συγκρούονταν.
Και μέσα από αυτή τη ζύμωση θα προκύψει η επόμενη μεγάλη μεταμόρφωση της ελληνικής μουσικής.
Το αρχοντορεμπέτικο: όταν οι κόσμοι συναντήθηκαν
Ίσως η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της συνάντησης είναι το αρχοντορεμπέτικο.
Η ονομασία από μόνη της αποκαλύπτει την ένταση. Το "αρχοντικό" συναντά το "ρεμπέτικο".
Στοιχεία του λαϊκού ύφους περνούν στην αστική ψυχαγωγία. Το μπουζούκι γίνεται περισσότερο αποδεκτό. Οι μελωδίες αποκτούν λαϊκότερο χρώμα. Η κοινωνική απόσταση ανάμεσα στα μουσικά είδη αρχίζει να μικραίνει.
Το ελαφρό τραγούδι δεν εξαφανίζεται.
Αρχίζει όμως να αλλάζει.
Το 1959: Μια κορύφωση που ήταν ταυτόχρονα προμήνυμα αλλαγής
Έχει κάτι σχεδόν συμβολικό ότι το 1959 οργανώθηκε για πρώτη φορά υπό την αιγίδα του ΕΙΡ το Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού.
Θα μπορούσε κανείς να δει αυτή τη στιγμή ως θρίαμβο του είδους.
Και ήταν.
Αλλά ταυτόχρονα ο μουσικός κόσμος γύρω του είχε ήδη αρχίσει να μεταμορφώνεται.
Προς το τέλος της δεκαετίας του 1950, το λαϊκό τραγούδι είχε πλέον διαμορφώσει τη δική του ισχυρή παρουσία και κινούνταν παράλληλα με το ελαφρό. Στο ίδιο ιστορικό σημείο εμφανίζεται ακόμη πιο έντονα μια νέα πρόταση μέσα από δημιουργούς όπως ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης, που θα συμβάλουν στη διαμόρφωση αυτού που αργότερα ονομάστηκε έντεχνο τραγούδι.
Μια εποχή έφτανε στην κορύφωσή της. Και ακριβώς εκεί άρχιζε μια άλλη.
Δεν χάθηκε απλώς ένα μουσικό είδος — άλλαξε μια κοινωνία
Αν θέλουμε να καταλάβουμε γιατί το κλασικό ελαφρό τραγούδι άρχισε να υποχωρεί, δεν αρκεί να εξετάσουμε τις μουσικές τάσεις.
Πρέπει να κοιτάξουμε την κοινωνία.
- Η Ελλάδα αλλάζει ταχύτατα.
- Η αστικοποίηση επιταχύνεται.
- Νέοι πληθυσμοί μετακινούνται προς Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
- Το λαϊκό τραγούδι γίνεται η μουσική έκφραση ενός πολύ ευρύτερου κοινού.
- Οι νεότερες γενιές αναζητούν νέους ήχους.
- Οι ξένες μουσικές επιρροές αλλάζουν.
Και αργότερα η τηλεόραση θα δημιουργήσει μια εντελώς διαφορετική πολιτιστική πραγματικότητα.
Το Αρχείο της ΕΡΤ τοποθετεί χαρακτηριστικά την εμφάνιση της ελληνικής τηλεόρασης το 1966 ως το επόμενο μεγάλο ορόσημο μετά τις πρώτες δεκαετίες της ραδιοφωνίας.
Ο κόσμος στον οποίο είχε ακμάσει το ελαφρό τραγούδι δεν εξαφανίστηκε σε μία νύχτα.
Αλλά άλλαζε.
Τι απέμεινε;
Πολύ περισσότερο από όσο νομίζουμε.
- Έμειναν οι μελωδίες.
- Έμειναν οι δίσκοι.
- Έμειναν οι κινηματογραφικές σκηνές.
- Έμειναν τα ονόματα.
- Έμειναν οι φωνές.
Αλλά πάνω από όλα έμεινε κάτι δυσκολότερο να οριστεί: ένα συγκεκριμένο ύφος ζωής.
- Ένας τρόπος να μιλάς για τον έρωτα χωρίς να τον φοβάσαι.
- Ένας τρόπος να ντύνεσαι για να βγεις.
- Να περιμένεις μια βραδινή έξοδο.
- Να ακούς ένα τραγούδι ως γεγονός.
- Να χορεύεις με κάποιον χωρίς να χρειάζεσαι τίποτε άλλο.
- Να επιτρέπεις στη μελωδία να γίνει ανάμνηση.
Μια εποχή περισσότερο σύνθετη απ’ όσο θυμόμαστε
Θα ήταν εύκολο να μετατρέψουμε αυτή την περίοδο σε καρτ ποστάλ.
Να φανταστούμε μόνο ζαχαροπλαστεία, ταγκό, όμορφα φορέματα και θερινά σινεμά.
Αλλά θα ήταν λάθος.
Πίσω από αυτά υπήρχαν φτώχεια, πολιτική ένταση, κοινωνικοί αποκλεισμοί και η τεράστια σκιά του πολέμου.
Ακριβώς γι’ αυτό το τραγούδι έχει μεγαλύτερη σημασία. Η αισιοδοξία του δεν γεννήθηκε μέσα στην ευκολία. Γεννήθηκε μέσα στη δυσκολία.
Ο ρομαντισμός του δεν ήταν αποτέλεσμα μιας κοινωνίας χωρίς προβλήματα.
Ήταν πολλές φορές η απάντηση μιας κοινωνίας στα προβλήματά της.
Γιατί πρέπει να ξανακούσουμε αυτά τα τραγούδια
Όχι από νοσταλγία. Ή τουλάχιστον όχι μόνο από νοσταλγία.
Αλλά επειδή μέσα τους υπάρχει ένα κομμάτι της κοινωνικής ιστορίας της Ελλάδας.
- Πώς ερωτεύονταν οι άνθρωποι.
- Πώς μιλούσαν.
- Πώς φαντάζονταν την ευτυχία.
- Πώς έβλεπαν την Ευρώπη.
- Πώς αντιλαμβάνονταν την κομψότητα.
- Πώς άλλαζε η θέση της γυναίκας.
- Πώς διαμορφωνόταν η νέα αστική ζωή.
Πώς το ραδιόφωνο δημιούργησε για πρώτη φορά ένα πραγματικά μαζικό μουσικό κοινό.
Πώς ο κινηματογράφος έδωσε εικόνα στις μελωδίες.
Και πώς μια χώρα που είχε περάσει πόλεμο, Κατοχή και Εμφύλιο επέμενε να γράφει τραγούδια για το φεγγάρι.
Και τώρα μπορούμε να συναντήσουμε τους ανθρώπους που το δημιούργησαν
Γνωρίσαμε το ελαφρό τραγούδι.
Και γνωρίσαμε τον κόσμο μέσα στον οποίο έζησε.
Τώρα μπορούμε να περάσουμε στους ανθρώπους.
Στους συνθέτες που κάθισαν στο πιάνο και έγραψαν τις μελωδίες.
Στους στιχουργούς που βρήκαν τις λέξεις.
Στους ερμηνευτές που τους έδωσαν φωνή.
Και στις ιστορίες που κρύβονται πίσω από τραγούδια τα οποία, οκτώ και εννέα δεκαετίες αργότερα, εξακολουθούν να μπορούν να μας σταματήσουν για λίγα λεπτά όταν τα ακούσουμε.
Γιατί τελικά αυτή είναι η πιο παράξενη ιδιότητα ενός πραγματικά μεγάλου τραγουδιού.
Η εποχή που το γέννησε μπορεί να έχει χαθεί.
Οι άνθρωποι που το έγραψαν μπορεί να έχουν φύγει.
Τα θέατρα μπορεί να έχουν γκρεμιστεί.
Τα παλιά ραδιόφωνα μπορεί να έχουν σιγήσει.
Οι δίσκοι μπορεί να έχουν γίνει συλλεκτικά αντικείμενα.
Αλλά κάποιος βάζει τη βελόνα στην αρχή ενός παλιού δίσκου.
Ακούγεται ο πρώτος θόρυβος.
Και ξαφνικά όλα επιστρέφουν.
Η αίθουσα χορού.
Το καλοκαιρινό βράδυ.
Το φως του κινηματογράφου.
Ένας έρωτας.
Μια Αθήνα που δεν υπάρχει πια.
Και μια Ελλάδα που, ύστερα από όλα όσα είχε περάσει, εξακολουθούσε να πιστεύει ότι υπήρχε πάντα ένας καλός λόγος για να τραγουδήσει.
Add comment
Comments