Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αφηρημένου εξπρεσιονισμού και ένας από τους καλλιτέχνες που βοήθησαν να μεταφερθεί το κέντρο της παγκόσμιας πρωτοπορίας από το Παρίσι στη Νέα Υόρκη. Όμως η πραγματική επανάσταση του Willem de Kooning κρύβει ένα παράδοξο: πριν αρχίσει να παραβιάζει τους κανόνες της ζωγραφικής και του σχεδίου, είχε μάθει να τους εφαρμόζει σχεδόν τέλεια.

Από την Αργώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Υπάρχει κάτι παράδοξο στην εικόνα που έχουμε για τους μεγάλους επαναστάτες της τέχνης. Συχνά τους φανταζόμαστε σαν δημιουργούς που απέρριψαν εξαρχής τους κανόνες. Σαν ανθρώπους που αρνήθηκαν την παράδοση και άρχισαν να δημιουργούν ελεύθερα, χωρίς να ενδιαφέρονται για τεχνικές, σχολές και συμβάσεις. Η περίπτωση του Willem de Kooning δείχνει σχεδόν το αντίθετο. Για να μπορέσεις πραγματικά να καταστρέψεις τη γλώσσα της τέχνης, πρέπει πρώτα να τη γνωρίζεις.
Και ο De Kooning τη γνώριζε εξαιρετικά καλά.
Ένας δεκατριάχρονος μαθητής στο Ρότερνταμ
Ο Willem de Kooning γεννήθηκε στην Ολλανδία το 1904. Σε ηλικία μόλις 13 ετών άρχισε να εκπαιδεύεται ως εμπορικός καλλιτέχνης στην Ακαδημία Εικαστικών Τεχνών και Τεχνικών Επιστημών του Ρότερνταμ, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως μαθητευόμενος σε εταιρεία design. Η εκπαίδευσή του ήταν αυστηρή. Έμαθε προοπτική, περίγραμμα, φωτοσκίαση, όγκο, χρώμα και τις τεχνικές που απαιτούνταν από έναν επαγγελματία σχεδιαστή.
Ένα από τα πρώιμα έργα του, το "Dish With Jugs", είναι εντυπωσιακό ακριβώς επειδή δεν θυμίζει καθόλου τον De Kooning που γνωρίζουμε σήμερα. Για περίπου έναν χρόνο ο νεαρός καλλιτέχνης εργαζόταν πάνω σε αυτό δύο ημέρες την εβδομάδα - συνολικά περίπου 600 ώρες. Το αποτέλεσμα πλησίαζε τη φωτογραφική ακρίβεια. Ο άνθρωπος που αργότερα θα γινόταν συνώνυμο της χειρονομίας, της παραμόρφωσης και της ελεγχόμενης αταξίας μπορούσε, αν ήθελε, να σχεδιάζει με εκπληκτική ακρίβεια.
Ακριβώς αυτή την ικανότητα θα περνούσε το υπόλοιπο της ζωής του προσπαθώντας, κατά κάποιον τρόπο, να… ξεχάσει.
Πρώτα μαθαίνεις τους κανόνες. Μετά τους διαλύεις
Εδώ βρίσκεται ίσως το κλειδί για την κατανόηση του De Kooning. Δεν επαναστάτησε απέναντι στην ακαδημαϊκή τεχνική επειδή δεν μπορούσε να την κατακτήσει. Επαναστάτησε αφού την είχε κατακτήσει. Γνώριζε πώς δημιουργείται ένας όγκος με διαβαθμίσεις του τόνου. Γνώριζε πώς αλλάζει μια γραμμή ανάλογα με την πίεση και την ταχύτητα του χεριού. Γνώριζε πώς οι σχέσεις των χρωμάτων μπορούν να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση του βάθους. Και στη συνέχεια άρχισε να χρησιμοποιεί αυτές τις γνώσεις για εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. Το σχέδιο δεν ήταν για εκείνον απλώς το προκαταρκτικό στάδιο ενός πίνακα. Ήταν ένας τρόπος σκέψης.
Ή, ίσως ακριβέστερα, ένας τρόπος με τον οποίο σκέψη και σώμα γίνονταν ένα.
Λαθρεπιβάτης προς την Αμερική
Το 1926, σε ηλικία 22 ετών, ο De Kooning πήρε μια απόφαση που θα άλλαζε τη ζωή του - και, αρκετά χρόνια αργότερα, την ιστορία της αμερικανικής τέχνης. Έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες ως λαθρεπιβάτης. Έζησε αρχικά στο Hoboken του New Jersey και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Για δεκαετίες παρέμεινε χωρίς νόμιμο καθεστώς παραμονής. Για να επιβιώσει έκανε διάφορες δουλειές. Έβαφε σπίτια και πινακίδες, διακοσμούσε βιτρίνες, σχεδίαζε διαφημίσεις και εργαζόταν ως εμπορικός σχεδιαστής. Αυτή η περίοδος όμως αποδείχθηκε εξαιρετικά σημαντική.
Οι τεχνικές της εμπορικής τέχνης που έμαθε τότε δεν εξαφανίστηκαν ποτέ από τη δουλειά του. Αργότερα απλώς τις χρησιμοποίησε με τρόπους για τους οποίους δεν είχαν σχεδιαστεί.

Η Νέα Υόρκη αλλάζει την τέχνη
Στη Νέα Υόρκη γνώρισε καλλιτέχνες της πρωτοπορίας και συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον αρμενικής καταγωγής ζωγράφο Arshile Gorky. Σταδιακά εγκατέλειψε την εμπορική τέχνη και στράφηκε ολοκληρωτικά στη ζωγραφική. Πειραματίστηκε με επιρροές από τον Picasso, τον Miró και τον Matisse, αλλά άρχισε να διαμορφώνει μια προσωπική γλώσσα που δεν ήταν ούτε καθαρά παραστατική ούτε καθαρά αφηρημένη.
Στα έργα του, ακόμη και όταν έμοιαζαν αφηρημένα, μπορούσε κανείς να διακρίνει θραύσματα του ανθρώπινου σώματος.
- Ένα χέρι.
- Ένα στόμα.
- Ένα μάτι.
Μια καμπύλη που μπορούσε ξαφνικά να μετατραπεί σε γυναικείο σώμα και ύστερα να διαλυθεί ξανά μέσα στη ζωγραφική επιφάνεια.
Η γραμμή που βρισκόταν διαρκώς «υπό επίθεση»
Η τεχνική του De Kooning ήταν παράξενη. Σχεδίαζε μια γραμμή και στη συνέχεια την έσβηνε. Όχι όμως απαραίτητα για να την εξαφανίσει. Ο κριτικός Thomas Hess, παρακολουθώντας τον να εργάζεται, παρατήρησε ότι συχνά γύριζε το μολύβι και χρησιμοποιούσε τη γόμα σαν ακόμη ένα εργαλείο σχεδίου. Έσπρωχνε τον γραφίτη. Μετακινούσε τις γραμμές. Τις παραμόρφωνε. Η γόμα δεν διόρθωνε το σχέδιο. Συμμετείχε στη δημιουργία του.
Έτσι τα έργα του έμοιαζαν να βρίσκονται συνεχώς σε κατάσταση μεταμόρφωσης. Οι μορφές εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν. Το φόντο γινόταν φιγούρα και η φιγούρα μετατρεπόταν ξανά σε φόντο. Τίποτε δεν παρέμενε σταθερό.
«Excavation»: η μεγάλη αναγνώριση
Η πρώτη ατομική έκθεση του De Kooning πραγματοποιήθηκε το 1948. Δύο χρόνια αργότερα ήρθε η μεγάλη αναγνώριση με το "Excavation", έναν τεράστιο πίνακα πάνω στον οποίο εργάστηκε επί εβδομάδες, προσθέτοντας και αφαιρώντας συνεχώς στοιχεία. Το έργο είχε αρχικά επηρεαστεί από σκηνές της ιταλικής ταινίας "Bitter Rice", στην οποία νεαρές γυναίκες εργάζονται σε πλημμυρισμένους ορυζώνες. Όσο όμως ο De Kooning δούλευε πάνω στον πίνακα, οι ανθρώπινες μορφές άρχισαν να διαλύονται.
Το σώμα και ο χώρος έγιναν σχεδόν αδιαχώριστα.
Το έργο βραβεύτηκε το 1951 από το Art Institute of Chicago, το οποίο στη συνέχεια το απέκτησε. Ο De Kooning είχε πλέον βρεθεί στην πρώτη γραμμή μιας γενιάς καλλιτεχνών - μαζί με τους Jackson Pollock, Mark Rothko, Lee Krasner και Helen Frankenthaler — που θα άλλαζαν την ισορροπία δυνάμεων στον κόσμο της τέχνης. Για πρώτη φορά, η Νέα Υόρκη μπορούσε να διεκδικήσει από το Παρίσι τον ρόλο της πρωτεύουσας της σύγχρονης τέχνης.
Οι γυναίκες του De Kooning
Ένα από τα πιο διάσημα αλλά και αμφιλεγόμενα κεφάλαια της δημιουργίας του ήταν οι γυναικείες μορφές του. Η σειρά "Women" βρίσκεται ανάμεσα στα πλέον αναγνωρίσιμα έργα του. Οι γυναίκες του De Kooning δεν ακολουθούν τις κλασικές αναλογίες. Έχουν τεράστια μάτια, υπερβολικά στόματα, έντονα δόντια και σώματα που μοιάζουν να διαλύονται μέσα στη ζωγραφική. Οι επιρροές του ήταν εντυπωσιακά διαφορετικές μεταξύ τους. Από τη Venus of Willendorf και τον Rubens μέχρι τον Picasso, τα κόμικς, τον κινηματογράφο και τις γυναικείες φιγούρες των αμερικανικών διαφημίσεων.
Υψηλή και λαϊκή κουλτούρα συγκρούονταν πάνω στον ίδιο καμβά. Και αυτή ακριβώς η σύγκρουση ήταν βαθιά αμερικανική.
Η ευρωπαϊκή παράδοση συναντά την αμερικανική ενέργεια
Ο De Kooning δεν απέρριψε ποτέ πραγματικά την Ευρώπη. Η τεχνική του τον συνέδεε με μια μεγάλη παράδοση που περνούσε από τον Tintoretto, τον Rubens και τον Delacroix έως τον Ingres, τον Picasso και τον Matisse. Αλλά πλέον ζούσε στην Αμερική. Και η Αμερική του 20ού αιώνα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Ήταν οι τεράστιες κινηματογραφικές οθόνες.
- Η Marilyn Monroe.
- Η Betty Boop.
- Οι διαφημίσεις.
- Τα περιοδικά.
- Η μαζική κουλτούρα.
- Η ταχύτητα της Νέας Υόρκης.
Ο De Kooning προσπάθησε να ενώσει την πειθαρχία της ευρωπαϊκής ζωγραφικής παράδοσης με την ωμή ενέργεια της αμερικανικής κουλτούρας. Από αυτή τη σύγκρουση γεννήθηκε μεγάλο μέρος της τέχνης του.

Όταν τα «λάθη» γίνονται τεχνική
Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στη μέθοδό του ήταν η προσπάθεια να σαμποτάρει την ίδια του τη δεξιοτεχνία. Χρησιμοποιούσε καρμπόν και ημιδιαφανή χαρτιά για να μεταφέρει τμήματα σχεδίων από τη μία σύνθεση στην άλλη. Χρησιμοποιούσε frottage, τοποθετώντας λεπτό χαρτί πάνω σε επιφάνειες με υφή και περνώντας κάρβουνο από πάνω. Έκοβε εικόνες από περιοδικά και ενσωμάτωνε τμήματά τους στις συνθέσεις του. Χρησιμοποιούσε ταινίες και επικαλύψεις χαρτιού ώστε οι ελεύθερες γραμμές του να αποκτούν ξαφνικά απότομα, καθαρά όρια.
Ακόμη και τα στερεωτικά υλικά που κανονικά χρησιμοποιούνται για την προστασία ενός σχεδίου τα μετέτρεπε σε εργαλεία δημιουργίας. Αντί να ψεκάζει ομοιόμορφα από απόσταση, έφερνε το σπρέι πολύ κοντά στο χαρτί. Το υγρό δημιουργούσε κηλίδες, ρυάκια και αλλοιώσεις. Το ατύχημα μετατρεπόταν σε μέρος του έργου.
Να ζωγραφίζεις με κλειστά μάτια
Αργότερα ο πειραματισμός έγινε ακόμη πιο ακραίος. Ο De Kooning δοκίμαζε να σχεδιάζει με κλειστά μάτια. Άλλοτε χρησιμοποιούσε και τα δύο χέρια ταυτόχρονα. Δεν ήταν παιχνίδι. Ήταν ένας τρόπος να εμποδίσει την τεχνική του ικανότητα να γίνει αυτοματισμός. Ο De Kooning είχε ένα παράξενο πρόβλημα: ήταν υπερβολικά καλός σχεδιαστής. Και γνώριζε ότι η μεγάλη τεχνική ευχέρεια μπορούσε να μετατραπεί σε παγίδα.
Ο Clement Greenberg είχε εντοπίσει το πρόβλημα ήδη από την πρώτη ατομική του έκθεση: η εκπληκτική ευκολία με την οποία χειριζόταν τη ζωγραφική μπορούσε να γίνει εμπόδιο στην αναζήτηση πραγματικά νέων μορφών. Ο De Kooning πέρασε μεγάλο μέρος της καριέρας του προσπαθώντας να ξεφύγει από αυτή την ευκολία.
Η τέχνη ως δημιουργική καταστροφή
Αυτό ίσως είναι και το μεγάλο μάθημα του Willem de Kooning. Η πρωτοπορία δεν γεννήθηκε από την άγνοια της παράδοσης. Γεννήθηκε από την απόλυτη γνώση της και τη συνειδητή παραβίασή της. Ο De Kooning μπορούσε να σχεδιάσει με ακαδημαϊκή ακρίβεια. Επέλεξε όμως να παραμορφώσει. Μπορούσε να δημιουργήσει μια καθαρή γραμμή. Επέλεξε να την κάνει να τρέμει. Μπορούσε να ολοκληρώσει μια μορφή. Επέλεξε να την αφήσει να διαλυθεί. Μπορούσε να ελέγξει το χέρι του. Και πέρασε δεκαετίες αναζητώντας τρόπους για να χάσει αυτόν τον έλεγχο χωρίς να χάσει τη ζωγραφική.
Ίσως γι' αυτό τα έργα του εξακολουθούν να έχουν τόση ενέργεια. Δεν βλέπουμε απλώς το τελικό αποτέλεσμα. Βλέπουμε τη μάχη που προηγήθηκε. Τη γραμμή που σχεδιάστηκε και μετακινήθηκε. Τη μορφή που δημιουργήθηκε και καταστράφηκε. Την παράδοση που κατακτήθηκε και ύστερα παραβιάστηκε. Και πίσω από όλα αυτά, έναν από τους μεγαλύτερους ζωγράφους του 20ού αιώνα να αναζητά διαρκώς κάτι εξαιρετικά δύσκολο: την ελευθερία από την ίδια του τη δεξιοτεχνία.
Add comment
Comments