Υπάρχει ένα παράδοξο στην προσπάθεια της Βενεζουέλας να επιστρέψει κάποτε στις διεθνείς αγορές. Για να πληρώσει τους πιστωτές της, μπορεί να χρειαστεί να πουλήσει το πολυτιμότερο περιουσιακό στοιχείο που διαθέτει στο εξωτερικό.
Για να μπορέσει όμως να πληρώσει τους πιστωτές της μακροπρόθεσμα, ίσως χρειάζεται ακριβώς αυτό το περιουσιακό στοιχείο. Στο κέντρο αυτής της αντιπαράθεσης βρίσκεται η Citgo Petroleum, η αμερικανική εταιρεία διύλισης που ανήκει μέσω της PDV Holding στην κρατική πετρελαϊκή PDVSA της Βενεζουέλας.
Η Citgo διαθέτει τρία μεγάλα διυλιστήρια στις ΗΠΑ, σε Τέξας, Λουιζιάνα και Ιλινόι, μαζί με αγωγούς, terminals και ένα εκτεταμένο δίκτυο εμπορίας καυσίμων. Για δεκαετίες αποτέλεσε τον κρίκο που συνέδεε το βαρύ αργό της Βενεζουέλας με την τεράστια αμερικανική αγορά καυσίμων.
Σήμερα όμως έχει μετατραπεί σε κάτι πολύ περισσότερο. Είναι ταυτόχρονα περιουσιακό στοιχείο μιας υπερχρεωμένης χώρας, στόχος των πιστωτών της, στρατηγική αμερικανική ενεργειακή υποδομή και διαπραγματευτικό χαρτί της Ουάσιγκτον. Και γι’ αυτό η υπόθεση Citgo εξελίσσεται σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πειράματα κρατικού χρέους της εποχής μας.
Μια πώληση που αποφασίστηκε αλλά δεν πραγματοποιήθηκε
Η ιστορία αρχίζει πολλά χρόνια πριν. Μετά τις εθνικοποιήσεις και απαλλοτριώσεις της εποχής Hugo Chávez και τη μετέπειτα χρεοκοπία της Βενεζουέλας, επιχειρήσεις και επενδυτές στράφηκαν στα αμερικανικά δικαστήρια προσπαθώντας να εισπράξουν τις απαιτήσεις τους.
Η κρίσιμη νομική εξέλιξη ήταν ότι αμερικανικά δικαστήρια επέτρεψαν σε πιστωτές να στραφούν εναντίον των μετοχών της μητρικής της Citgo, θεωρώντας ουσιαστικά την PDVSA alter ego του κράτους της Βενεζουέλας.
Ακολούθησε μια πολυετής διαδικασία αναγκαστικής πώλησης. Τον Νοέμβριο του 2025, ο ομοσπονδιακός δικαστής Leonard Stark στο Delaware ενέκρινε προσφορά $5,9 δισ. της Amber Energy, εταιρείας που συνδέεται με την Elliott Investment Management, για τον έλεγχο της PDV Holding, της μητρικής της Citgo.
Στο πλαίσιο της συναλλαγής προβλέπονται επίσης έως περίπου $2,8 δισ. για κατόχους ομολόγων της PDVSA που έχουν αθετηθεί, ανεβάζοντας την οικονομική αξία των πληρωμών κοντά $στα 9 δισ.
Θεωρητικά, λοιπόν, η υπόθεση είχε σχεδόν τελειώσει. Στην πράξη, όχι. Η Citgo βρίσκεται υπό το αμερικανικό καθεστώς κυρώσεων και η δικαστική απόφαση από μόνη της δεν αρκεί για να αλλάξει ιδιοκτήτη.
Η ίδια η αμερικανική υπηρεσία κυρώσεων, το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιών - OFAC - διευκρινίζει ότι απαιτείται ειδική άδεια προτού εκτελεστεί η πώληση στην υπόθεση Crystallex. Και αυτή η άδεια δεν έχει δοθεί.
Έτσι δημιουργήθηκε μια παράδοξη κατάσταση: το δικαστήριο έχει αποφασίσει την πώληση, αλλά η εκτελεστική εξουσία μπορεί ουσιαστικά να εμποδίσει την πραγματοποίησή της.
Γιατί ο Trump δεν πατάει το κουμπί
Στις αρχές του 2026 όλα έδειχναν ότι η κυβέρνηση Trump θα επέτρεπε τελικά τη συναλλαγή. Οκτώ μήνες αργότερα, όμως, η έγκριση εξακολουθεί να μην έχει δοθεί.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει παρατείνει επανειλημμένα την προστασία της Citgo, ενώ η αλλαγή των πολιτικών συνθηκών στη Βενεζουέλα έχει αλλάξει και τον γεωπολιτικό υπολογισμό της Ουάσιγκτον.
Μετά την απομάκρυνση του Nicolás Maduro και την ανάληψη της προσωρινής προεδρίας από την Delcy Rodríguez, οι ΗΠΑ έχουν ανοίξει μια πολύ ευρύτερη διαδικασία για την οικονομική αποκατάσταση της Βενεζουέλας.
Μόλις αυτή την εβδομάδα, η Rodríguez βρέθηκε στη Νέα Υόρκη και είχε συναντήσεις με την ηγεσία της Παγκόσμιας Τράπεζας, του ΔΝΤ και της Inter-American Development Bank, με το χρέος, την ενέργεια και την επιστροφή της χώρας στη διεθνή χρηματοδότηση να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Η Citgo αποκτά επομένως διαφορετική αξία. Όσο η Washington δεν εγκρίνει την πώληση, διατηρεί ένα εξαιρετικά ισχυρό διαπραγματευτικό εργαλείο απέναντι στο Καράκας.
Εάν η νέα κυβέρνηση της Βενεζουέλας συνεργάζεται, η Citgo μπορεί να προστατεύεται. Εάν αλλάξει πορεία, η Ουάσιγκτον μπορεί να επιτρέψει στους πιστωτές να προχωρήσουν.
Η Citgo, με άλλα λόγια, δεν είναι πλέον απλώς εταιρεία. Έχει μετατραπεί σε γεωπολιτικό διαπραγματευτικό χαρτί.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η Βενεζουέλα χρωστάει πάρα πολλά
Η Βενεζουέλα ξεκίνησε φέτος την προσπάθεια αναδιάρθρωσης του κρατικού χρέους και του χρέους της PDVSA. Οι περισσότερες εκτιμήσεις τοποθετούν σήμερα τις υποχρεώσεις περίπου στα $150–$200 δισ., ενώ προηγούμενη αποκάλυψη των Financial Times ανέφερε ότι το πλήρες περίγραμμα των απαιτήσεων που εξετάζει το Καράκας μπορεί να προσεγγίζει ακόμη και τα $240 δισ.
Μόνο τα κρατικά ομόλογα και τα ομόλογα της PDVSA αντιστοιχούν περίπου σε $60 δισ. κεφαλαίου. Σε αυτά έχουν προστεθεί περίπου $40 δισ. τόκων μετά το default.
Υπάρχουν επίσης απαιτήσεις πετρελαϊκών εταιρειών και προμηθευτών, αποζημιώσεις για τις απαλλοτριώσεις της εποχής Chávez, δάνεια από την Κίνα και τη Ρωσία και υποχρεώσεις προς αναπτυξιακές τράπεζες.
Μπροστά σε αυτά τα ποσά, η Citgo είναι ταυτόχρονα πολύ μεγάλη και πολύ μικρή.
Πολύ μεγάλη για να χαθεί εύκολα.
Πολύ μικρή για να λύσει το πρόβλημα του χρέους.
Ακόμη και περίπου $9 δισ. εσόδων από την πώλησή της θα αντιπροσώπευαν μόλις ένα μικρό μέρος των συνολικών απαιτήσεων. Και εκεί βρίσκεται το οικονομικό δίλημμα.
Πουλάς το καλύτερο περιουσιακό στοιχείο για να πληρώσεις τα παλιά χρέη;
Φανταστείτε μια υπερχρεωμένη επιχείρηση που διαθέτει ένα εξαιρετικά κερδοφόρο εργοστάσιο. Οι πιστωτές της ζητούν να πουληθεί το εργοστάσιο ώστε να εισπράξουν μέρος των χρημάτων τους.
Η πώληση πράγματι μειώνει το χρέος. Αλλά αφαιρεί ταυτόχρονα από την επιχείρηση ένα περιουσιακό στοιχείο που θα μπορούσε να δημιουργεί μελλοντικά cash flows και να χρηματοδοτήσει την ανάκαμψή της.
Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα της Citgo. Η κυβέρνηση της Βενεζουέλας υποστηρίζει πλέον ότι η αξία της επιχείρησης έχει αυξηθεί σημαντικά και ότι η τιμή της δικαστικής πώλησης δεν αντανακλά την πραγματική αξία της.
Τον Μάιο, δικηγόροι της Βενεζουέλας παρουσίασαν στο δικαστήριο αποτίμηση περίπου $15,1 δισ., ζητώντας να σταματήσει η διαδικασία. Η διαφορά είναι τεράστια.
Η προσφορά της Amber για την PDV Holding είναι $5,9 δισ. Η πλευρά της Βενεζουέλας υποστηρίζει ότι η Citgo αξίζει πάνω από $15 δισ. Και στο μεταξύ οι συνθήκες στην αγορά διύλισης έχουν βελτιωθεί σημαντικά.
Σύμφωνα με το Fortune, τα έσοδα των διυλιστηρίων έχουν ενισχυθεί καθώς οι ενεργειακές αναταράξεις έχουν αυξήσει τα περιθώρια διύλισης, ενώ τα κέρδη της Citgo αυξήθηκαν έντονα μεταξύ πρώτου και δεύτερου τριμήνου.
Άρα εμφανίζεται το κλασικό πρόβλημα μιας αναγκαστικής πώλησης: μήπως οι πιστωτές αποκτούν σήμερα ένα στρατηγικό asset σε τιμή που αντανακλά το παρελθόν μιας χρεοκοπημένης χώρας και όχι το μέλλον μιας οικονομίας που προσπαθεί να ανακάμψει;
Αλλά υπάρχει και η πλευρά των πιστωτών
Η αντίθετη θέση είναι εξίσου σημαντική. Οι απαιτήσεις δεν εμφανίστηκαν από το πουθενά. Ορισμένες εταιρείες έχασαν περιουσιακά στοιχεία που απαλλοτριώθηκαν από τη Βενεζουέλα. Άλλοι πιστωτές διαθέτουν δικαστικές ή διαιτητικές αποφάσεις που έχουν παραμείνει απλήρωτες για χρόνια.
Η Crystallex, για παράδειγμα, προσέφυγε στα αμερικανικά δικαστήρια για να εισπράξει αποζημίωση μετά την απαλλοτρίωση επένδυσής της στη Βενεζουέλα. Εάν κάθε φορά που ένας πιστωτής φτάνει τελικά κοντά στην εκτέλεση μιας απόφασης το περιουσιακό στοιχείο προστατεύεται επειδή είναι "πολύ σημαντικό για να πουληθεί", τότε η αξία των ίδιων των συμβάσεων και των διεθνών διαιτητικών αποφάσεων υπονομεύεται.
Αυτό είναι το άλλο μεγάλο μάθημα της υπόθεσης. Το δημόσιο χρέος έχει μία θεμελιώδη διαφορά από το εταιρικό χρέος.
Μια εταιρεία μπορεί τελικά να οδηγηθεί σε πτώχευση και τα περιουσιακά της στοιχεία να διανεμηθούν στους πιστωτές. Ένα κράτος δεν μπορεί να εκκαθαριστεί. Δεν μπορείς να πουλήσεις τη Βενεζουέλα.
Οι πιστωτές επομένως αναζητούν τα λίγα εμπορικά περιουσιακά στοιχεία του κράτους που βρίσκονται εκτός της χώρας και μπορούν να φτάσουν μέσω ξένων δικαστηρίων. Και η Citgo είναι το μεγαλύτερο από αυτά.
Το πρόβλημα του «όποιος προλάβει»
Υπάρχει όμως ακόμη μία δυσκολία. Εάν η Citgo πουληθεί τώρα και τα χρήματα κατευθυνθούν σε μια περιορισμένη ομάδα πιστωτών, τι θα συμβεί με όλους τους υπόλοιπους;
Ο Martin Mühleisen, πρώην στέλεχος του ΔΝΤ και σήμερα senior fellow στο Atlantic Council, επισημαίνει στο Fortune ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αφαιρέσει το καλύτερο asset πριν αυτό ενταχθεί σε μια συνολική αναδιάρθρωση του χρέους.
Σε μια οργανωμένη αναδιάρθρωση, διαφορετικές κατηγορίες πιστωτών διαπραγματεύονται ένα συνολικό πακέτο. Κάποιοι δέχονται κούρεμα. Άλλοι επιμήκυνση. Άλλοι νέα ομόλογα. Μπορεί να υπάρξουν warrants συνδεδεμένα με την τιμή του πετρελαίου ή μελλοντικά έσοδα.
Στόχος είναι να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην ανάκτηση χρημάτων από τους πιστωτές και στην ικανότητα της χώρας να εξυπηρετεί το νέο χρέος. Εάν όμως οι πρώτοι πιστωτές που έχουν ισχυρές δικαστικές αποφάσεις πάρουν προηγουμένως τα καλύτερα assets, η πίτα που απομένει για όλους τους υπόλοιπους μικραίνει.
Και τότε κάθε πιστωτής έχει κίνητρο να τρέξει πρώτος στα δικαστήρια. Ακριβώς αυτό που μια συνολική αναδιάρθρωση προσπαθεί να αποτρέψει.
Και κάπου εδώ μπαίνει το πετρέλαιο
Η συζήτηση θα ήταν πολύ διαφορετική εάν η Citgo ήταν απλώς μια οποιαδήποτε βιομηχανική εταιρεία. Δεν είναι. Τα διυλιστήριά της είναι σχεδιασμένα ώστε να μπορούν να επεξεργάζονται βαρύ αργό, όπως αυτό που διαθέτει σε τεράστιες ποσότητες η Βενεζουέλα.
Αυτό σημαίνει ότι η Citgo μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας ολόκληρης αλυσίδας: πετρέλαιο Βενεζουέλας → αμερικανικά διυλιστήρια → καύσιμα → δολάρια → οικονομική ανάκαμψη και εξυπηρέτηση χρέους.
Η Elliott, από την άλλη πλευρά, έχει επίσης οικονομικό σχέδιο για την εταιρεία. Η Amber Energy έχει δεσμευθεί για επενδύσεις περίπου $11 δισ. για τον εκσυγχρονισμό και την επέκταση των δραστηριοτήτων της Citgo, περιλαμβανομένης επένδυσης περίπου 1 δισ. δολαρίων στο διυλιστήριο του Τέξας.
Άρα η αντιπαράθεση δεν είναι απλώς "hedge fund εναντίον Βενεζουέλας". Υπάρχουν δύο διαφορετικές οικονομικές στρατηγικές. Η πρώτη λέει: πουλήστε το asset, αποζημιώστε πιστωτές, μεταφέρετε την ιδιοκτησία σε έναν επενδυτή που μπορεί να βάλει νέο κεφάλαιο.
Η δεύτερη λέει: κρατήστε το asset, χρησιμοποιήστε τις μελλοντικές ταμειακές ροές του για την ανάκαμψη της χώρας και εντάξτε το σε μια συνολική συμφωνία με όλους τους πιστωτές.
Και τώρα προκύπτει ένα συνταγματικό ζήτημα
Υπάρχει τέλος μία ακόμη διάσταση που κάνει την υπόθεση εξαιρετικά ασυνήθιστη. Το αμερικανικό δικαστήριο έχει διατάξει την πώληση. Αλλά χωρίς την άδεια της OFAC η πώληση δεν μπορεί να ολοκληρωθεί. Τι συμβαίνει εάν η κυβέρνηση Trump απλώς αρνηθεί να δώσει την άδεια;
Νομικοί που μίλησαν στο Fortune θεωρούν ότι θα μπορούσε να δημιουργηθεί σύγκρουση μεταξύ δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας: από τη μία ένα ομοσπονδιακό δικαστήριο προσπαθεί να εκτελέσει την απόφασή του και από την άλλη ο Λευκός Οίκος επικαλείται τις εξουσίες του στις κυρώσεις και την εξωτερική πολιτική.
Το Treasury έκανε μάλιστα στις 14 Σεπτεμβρίου ακόμη μία κίνηση. Τροποποίησε το σχετικό καθεστώς αδειών ώστε να εμποδίζονται μη εγκεκριμένες αλλαγές στη διοίκηση της Citgo και των αμερικανικών μητρικών της.
Με απλά λόγια, η Washington δεν αποφασίζει ακόμη σε ποιον θα καταλήξει η Citgo. Αλλά φροντίζει να ελέγχει ποιος μπορεί να αλλάξει οτιδήποτε μέχρι να αποφασίσει.
Η Citgo είναι τελικά ένα μικρό μοντέλο ολόκληρης της Βενεζουέλας Η χώρα βρίσκεται μπροστά σε μια εξίσωση που δεν λύνεται εύκολα. Χρειάζεται να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της απέναντι στους πιστωτές.
Χρειάζεται όμως και δεκάδες - πιθανώς εκατοντάδες - δισεκατομμύρια νέων επενδύσεων για να αποκαταστήσει την παραγωγή πετρελαίου και τις υποδομές της. Πρόσφατη ανάλυση των Financial Times υπολόγιζε ότι μόνο η ουσιαστική αναζωογόνηση του πετρελαϊκού τομέα μπορεί να απαιτήσει $140–$210 δισ επενδύσεων.
Χρειάζεται δηλαδή τους πιστωτές. Χρειάζεται τους επενδυτές. Χρειάζεται τις ΗΠΑ. Και χρειάζεται τα παραγωγικά assets που εξακολουθεί να διαθέτει.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα της Citgo δεν είναι απλώς ποιος θα αποκτήσει τρία αμερικανικά διυλιστήρια. Είναι ένα πολύ παλαιότερο ερώτημα της οικονομικής ιστορίας: Όταν μια χώρα έχει χρεοκοπήσει, πόσο από το παρελθόν πρέπει να πληρώσει πριν μπορέσει να χρηματοδοτήσει το μέλλον της;
Εάν πουλήσει τα καλύτερα περιουσιακά της στοιχεία για να αποζημιώσει τους παλιούς πιστωτές, μπορεί να μειώσει το χρέος αλλά να αποδυναμώσει την ανάκαμψη. Εάν τα προστατεύσει, μπορεί να ενισχύσει την οικονομική της προοπτική αλλά να υπονομεύσει τα δικαιώματα εκείνων που περιμένουν επί χρόνια να πληρωθούν.
Η Citgo βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα σε αυτές τις δύο λογικές. Μόνο που το κλειδί για την τελική απόφαση δεν βρίσκεται πλέον ούτε στο Καράκας ούτε αποκλειστικά στο δικαστήριο του Delaware.
Βρίσκεται στο αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών.
Και όσο η άδεια της OFAC δεν δίνεται, το πολυτιμότερο ξένο περιουσιακό στοιχείο της Βενεζουέλας παραμένει κάτι ακόμη πιο πολύτιμο για την Washington: ένα διαπραγματευτικό χαρτί που δεν έχει ακόμη παιχτεί.



Add comment
Comments