Ρωσία: Οι «εθελοντικές» δωρεές των δισεκατομμυριούχων – Όταν το κράτος ψάχνει λεφτά έξω από φόρους και ομόλογα

Published on October 5, 2026 at 12:18 AM

Υπάρχει ένας αριθμός στον ρωσικό προϋπολογισμό του 2026 που, με την πρώτη ματιά, μοιάζει σχεδόν με λογιστική υποσημείωση: 471 δισ. ρούβλια. Περισσότερα από $5,6 δισ.

Από την Αργώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Δεν είναι φόρος. Δεν είναι έκδοση κρατικού ομολόγου. Δεν είναι έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Στα δημοσιονομικά έγγραφα της Ρωσίας εμφανίζονται ως "εθελοντικές εισπράξεις" από ιδιώτες και επιχειρήσεις. Και είναι αρκετές για να χρηματοδοτήσουν περισσότερο από 1% των συνολικών δαπανών του ρωσικού κράτους για ολόκληρο το 2026. 

Η λέξη "εθελοντικές" όμως χρειάζεται εισαγωγικά. Οι πληρωμές αυξήθηκαν μετά από κλειστή συνάντηση του Vladimir Putin με κορυφαίους Ρώσους επιχειρηματίες τον περασμένο Μάρτιο. Το Reuters σημειώνει ότι οι περισσότεροι από όσους συμμετείχαν βρίσκονται υπό δυτικές κυρώσεις, ενώ η πλήρης λίστα των παρευρισκομένων δεν δημοσιοποιήθηκε. 

Η ιστορία είναι πολύ μεγαλύτερη από τους Ρώσους δισεκατομμυριούχους. Γιατί μας δείχνει πώς αλλάζει η χρηματοδότηση ενός κράτους όταν ένας πόλεμος διαρκεί πολύ περισσότερο από όσο είχε αρχικά σχεδιαστεί.

Ένα έλλειμμα που διπλασιάστηκε

Ο ρωσικός προϋπολογισμός του 2026 είχε αρχικά σχεδιαστεί με έλλειμμα περίπου 1,6% του ΑΕΠ. Η σημερινή πρόβλεψη είναι πλέον 3,2% του ΑΕΠ, ή περίπου 7,3 τρισ. ρούβλια - $87 δισ.  Δηλαδή το έλλειμμα διπλασιάστηκε.

Και αυτό συμβαίνει ενώ η Ρωσία δεν είναι, τουλάχιστον με τους συνηθισμένους διεθνείς δείκτες, ένα υπερχρεωμένο κράτος. Το πρόβλημά της βρίσκεται αλλού.

Οι στρατιωτικές ανάγκες έχουν αυξηθεί δραματικά, τα προβλεπόμενα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο έχουν αναθεωρηθεί χαμηλότερα, το εσωτερικό κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό και το κράτος πρέπει συνεχώς να βρίσκει νέους πόρους. Για το 2026 τα καθαρά νέα δάνεια αυξάνονται κατά 26%, στα 5 τρισ. ρούβλια, ενώ προβλέπεται και άντληση 459 δισ. από το Εθνικό Ταμείο Πλούτου. 

Και κάπου εδώ εμφανίζονται οι "εθελοντικές" εισφορές.

Χωρίς αυτές, το έλλειμμα θα ήταν μεγαλύτερο

Τα 471 δισ. ρούβλια δεν σώζουν τον ρωσικό προϋπολογισμό. Είναι περίπου το 6,5% του συνολικού δημοσιονομικού ελλείμματος. Αλλά δεν είναι και αμελητέα.

Χωρίς τις συγκεκριμένες εισπράξεις, το έλλειμμα θα βρισκόταν περίπου στο 3,4% αντί για 3,2% του ΑΕΠ. Το πραγματικά ενδιαφέρον όμως είναι ο τρόπος με τον οποίο προέκυψαν.

Τον Μάρτιο πραγματοποιήθηκε κλειστή συνάντηση μεταξύ του Putin και κορυφαίων εκπροσώπων της ρωσικής επιχειρηματικής ελίτ. Σύμφωνα με το Κρεμλίνο, ένας επιχειρηματίας - το όνομα του οποίου δεν αποκαλύφθηκε - πρότεινε ότι όσοι δημιούργησαν μεγάλες περιουσίες κατά τις ιδιωτικοποιήσεις της δεκαετίας του 1990, συχνά χάρη στις σχέσεις τους με το κράτος, είχαν τώρα υποχρέωση να συνεισφέρουν στον κρατικό προϋπολογισμό. 

Η επιχειρηματολογία είναι εντυπωσιακή. Πριν από τρεις δεκαετίες τα κρατικά περιουσιακά στοιχεία έγιναν ιδιωτικές περιουσίες. Τώρα, εν μέρει οι ιδιωτικές περιουσίες καιρός είναι να ενισχύσουν το. κρατικό προϋπολογισμό.  Ο οικονομικός κύκλος της μετασοβιετικής Ρωσίας μοιάζει σχεδόν να γυρίζει ανάποδα.


Πόσο «εθελοντική» είναι μια εισφορά προς ένα ισχυρό κράτος;

Δεν υπάρχουν στοιχεία που να μας επιτρέπουν να χαρακτηρίσουμε συλλήβδην τις πληρωμές παράνομες ή να γνωρίζουμε τις συνθήκες υπό τις οποίες αποφάσισε κάθε επιχειρηματίας να συμμετάσχει. Ο επίσημος δημοσιονομικός χαρακτηρισμός είναι "εθελοντικές εισπράξεις".

Υπάρχει όμως ένα προφανές πρόβλημα πολιτικής οικονομίας. Η σχέση ανάμεσα στο ρωσικό κράτος και τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους δεν είναι σχέση μεταξύ δύο ισοδύναμων αντισυμβαλλομένων.

Το κράτος ρυθμίζει, φορολογεί, ελέγχει στρατηγικούς κλάδους, χορηγεί άδειες, διερευνά επιχειρήσεις, και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να κατασχέσει περιουσιακά στοιχεία.

Άρα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν στο λογιστικό φύλλο η εισφορά χαρακτηρίζεται εθελοντική. Είναι πόση πραγματική διαπραγματευτική δύναμη έχει εκείνος που καλείται να την καταβάλει.

Και εδώ η ιστορία γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Το κράτος δεν ζητά μόνο δωρεές Οι εθελοντικές εισφορές αποτελούν μόνο έναν από τους νέους μηχανισμούς άντλησης πόρων. Η Μόσχα αναμένει να εισπράξει περίπου 385 δισ. ρούβλια - περίπου $4,6 δισ. - μέσα στο 2026 από την πώληση περιουσιακών στοιχείων που έχουν κατασχεθεί ή περάσει υπό κρατικό έλεγχο. 

Οι ρωσικές αρχές έχουν δικαιολογήσει τέτοιες παρεμβάσεις κατά περίπτωση με κατηγορίες για διαφθορά, παραβιάσεις παλαιότερων ιδιωτικοποιήσεων ή περιορισμούς ξένης ιδιοκτησίας σε στρατηγικούς κλάδους. Ανεξάρτητα από τη νομική βάση κάθε ξεχωριστής υπόθεσης, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα είναι σαφές: το κράτος αποκτά περιουσία και στη συνέχεια μπορεί να τη μετατρέψει σε έσοδο.

Και αυτό δημιουργεί μια πολύ διαφορετική οικονομία από εκείνη όπου το κράτος χρηματοδοτείται σχεδόν αποκλειστικά με φόρους και ομόλογα.

Οι τέσσερις πηγές χρηματοδότησης

Μια κυβέρνηση που χρειάζεται περισσότερα χρήματα έχει, χονδρικά, τέσσερις συνηθισμένες επιλογές. Μπορεί να αυξήσει φόρους. Μπορεί να δανειστεί. Μπορεί να μειώσει άλλες δαπάνες. Ή μπορεί να χρησιμοποιήσει αποθεματικά. Η σημερινή Ρωσία κάνει και τα τέσσερα. Αλλά προσθέτει και άλλους μηχανισμούς:

  • εθελοντικές επιχειρηματικές εισφορές,
  • έκτακτους φόρους,
  • έσοδα από κατασχεμένα assets,
  • και μεγαλύτερη μεταφορά πόρων από την πολιτική οικονομία προς την άμυνα.

Αυτό είναι το στοιχείο που έχει πραγματική σημασία. Δεν βλέπουμε απλώς έναν προϋπολογισμό με μεγαλύτερο έλλειμμα. Βλέπουμε σταδιακή αλλαγή του τρόπου με τον οποίο το κράτος αντλεί οικονομικούς πόρους από την κοινωνία.

Και τώρα έρχονται νέοι φόροι

Η Μόσχα έχει ήδη αυξήσει φόρους και δανεισμό και προετοιμάζει νέες αυξήσεις για το 2027. Μεταξύ των σχεδιαζόμενων μέτρων βρίσκεται μεγαλύτερη φορολόγηση εισοδήματος από τραπεζικές καταθέσεις, από την οποία η κυβέρνηση υπολογίζει ότι μπορεί να συγκεντρώσει περίπου 1 τρισ. ρούβλια.

Προβλέπεται επίσης έκτακτη επιβάρυνση σε επιχειρήσεις μετάλλων και εξόρυξης, με αναμενόμενα έσοδα περίπου 200 δισ. ρούβλια ετησίως.  Και η σημασία αυτών των μέτρων δεν βρίσκεται μόνο στα χρήματα. Κάθε νέα φορολογική επιβάρυνση μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος του κόστους του πολέμου από τον κρατικό ισολογισμό, προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Γιατί δεν δανείζεται απλώς περισσότερο;

Θεωρητικά, η Ρωσία έχει περιθώριο. Το δημόσιο χρέος της παραμένει χαμηλό συγκριτικά με τις περισσότερες δυτικές οικονομίες. Ακόμη και με την αύξησή του, η κυβέρνηση προβλέπει ότι θα βρίσκεται περίπου στο 21,7% του ΑΕΠ το 2027. 

Γιατί λοιπόν να κυνηγά μερικές εκατοντάδες δισεκατομμύρια ρούβλια από επιχειρηματίες; Επειδή το ποσοστό χρέους προς ΑΕΠ δεν λέει όλη την ιστορία. Η Ρωσία δεν έχει την ίδια πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές που είχε πριν από τον πόλεμο. Ο δανεισμός της είναι κυρίως εσωτερικός.

Και το εσωτερικό χρήμα είναι ακριβό. Όσο αυξάνεται ο κρατικός δανεισμός σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, τόσο αυξάνεται και ο μελλοντικός λογαριασμός τόκων. Το 2027 οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους προβλέπεται να απορροφούν περίπου 9,4% των συνολικών κρατικών δαπανών.

Το 2029 προβλέπεται να φθάσουν στο 10,6%.  Άρα η Ρωσία έχει χαμηλό χρέος αλλά όχι απαραίτητα φθηνό χρέος.

$200 δισ. για την άμυνα

Στη συνέχεια έρχεται η άλλη πλευρά της εξίσωσης. Η Ρωσία σχεδιάζει στρατιωτικές δαπάνες περίπου 17,1 τρισ. ρουβλίων - σχεδόν $203 δισ. - για το 2027. Το ποσό είναι περίπου 27% υψηλότερο από τον προηγούμενο σχεδιασμό και αποτελεί τη μεγαλύτερη ονομαστική στρατιωτική δαπάνη από την έναρξη της πλήρους εισβολής στην Ουκρανία. 

Για το 2026, άμυνα και ασφάλεια αναμένεται να απορροφήσουν περίπου 38% των συνολικών ομοσπονδιακών δαπανών.  Και κάπου πρέπει να βρεθούν αυτοί οι πόροι.

Ο πραγματικός λογαριασμός εμφανίζεται αλλού

Για το 2027, σε σχέση με προηγούμενους σχεδιασμούς, προβλέπονται μειώσεις περίπου 7% στην κοινωνική πολιτική, 6% στην εκπαίδευση, 6,8% στην υγεία, και 7,4% στις δαπάνες για οικονομία, υποδομές και γεωργία. 

Εδώ βρίσκεται ίσως ο σημαντικότερος οικονομικός μηχανισμός. Ο πόλεμος δεν χρηματοδοτείται μόνο όταν ένας δισεκατομμυριούχος γράφει μια επιταγή ή όταν το υπουργείο Οικονομικών εκδίδει ένα ομόλογο. Χρηματοδοτείται επίσης όταν:

  • ένα σχολείο δεν παίρνει την προγραμματισμένη χρηματοδότηση,
  • ένα νοσοκομείο λαμβάνει λιγότερους πόρους,
  • μια υποδομή αναβάλλεται,
  • ή ένας φορολογούμενος πληρώνει περισσότερο.

Αυτό είναι το κόστος ευκαιρίας. Και δεν εμφανίζεται πάντοτε κάτω από τη γραμμή "άμυνα".

Η πολεμική οικονομία μπορεί να δείχνει ισχυρή και ταυτόχρονα να αποδυναμώνεται

Αυτό εξηγεί και ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα των πολεμικών οικονομιών. Ένα κράτος μπορεί να αυξάνει στρατιωτική παραγωγή. Τα εργοστάσια μπορούν να λειτουργούν στο μέγιστο. Η ανεργία μπορεί να παραμένει χαμηλή. Οι μισθοί σε συγκεκριμένους κλάδους μπορεί να αυξάνονται.

Και το ΑΕΠ μπορεί ακόμη και να εμφανίζει ανάπτυξη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αυξάνεται αντίστοιχα ο μελλοντικός πλούτος της χώρας. Ένα τανκ μετρά στο ΑΕΠ. Ένα πυρομαχικό μετρά στο ΑΕΠ.

Αλλά αφού χρησιμοποιηθούν, δεν αποτελούν παραγωγικό κεφάλαιο που θα παράγει εισόδημα για δεκαετίες όπως ένας δρόμος, ένα εργοστάσιο πολιτικής χρήσης ή ένα καλύτερα εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό.

Η σύνθεση της ανάπτυξης έχει σημασία.

Και εδώ εμφανίζονται οι ολιγάρχες

Η σχέση του Κρεμλίνου με τους μεγάλους επιχειρηματίες ήταν ανέκαθεν ιδιαίτερη. Το σημερινό σύστημα όμως κάνει αυτή τη σχέση ακόμη πιο καθαρή. Οι επιχειρηματίες μπορούν να έχουν πρόσβαση σε τεράστια οικονομικά περιουσιακά στοιχεία.

Αλλά το κράτος διατηρεί πολύ μεγάλη πολιτική ισχύ απέναντί τους. Σε κανονικές περιόδους αυτή η σχέση μπορεί να είναι σχετικά σταθερή. Σε περίοδο δημοσιονομικής πίεσης, όμως, οι μεγάλες ιδιωτικές περιουσίες μετατρέπονται σε δυνητική δεξαμενή κρατικών πόρων.

Και αυτό δημιουργεί μια δεύτερη, λιγότερο εμφανή συνέπεια. Τι κάνει ένας επιχειρηματίας όταν δεν ξέρει ποιο μέρος της περιουσίας του είναι πραγματικά δικό του; Η οικονομική ανάπτυξη χρειάζεται επενδύσεις. Και οι επενδύσεις χρειάζονται μια βασική προσδοκία: ότι ο επενδυτής θα διατηρήσει ένα επαρκές μέρος της μελλοντικής απόδοσης.

Όσο αυξάνεται η αβεβαιότητα γύρω από έκτακτους φόρους, "εθελοντικές" εισφορές, κατασχέσεις και κρατικές παρεμβάσεις, τόσο αυξάνεται το κίνητρο μιας επιχείρησης να καθυστερήσει επενδύσεις, να διατηρήσει ρευστότητα, να περιορίσει μακροχρόνια σχέδια ή - όπου αυτό είναι δυνατό - να μεταφέρει κεφάλαιο εκτός χώρας.

Εδώ βρίσκεται η μακροχρόνια οικονομική τιμή μιας τέτοιας πολιτικής. Το κράτος μπορεί να εισπράξει περισσότερα σήμερα. Αλλά μπορεί να μειώσει την ιδιωτική επένδυση αύριο.

Όταν ένα κράτος αρχίζει να χρηματοδοτεί περισσότερο από 1% των συνολικών δαπανών του με εισφορές της επιχειρηματικής ελίτ που επισήμως χαρακτηρίζονται "εθελοντικές", δεν βλέπουμε απλώς μια ασυνήθιστη γραμμή στον προϋπολογισμό.

Βλέπουμε τη σχέση μεταξύ κράτους και ιδιωτικού πλούτου να αλλάζει. Και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο στοιχείο της νέας ρωσικής οικονομίας.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν έχει η Ρωσία αρκετά χρήματα για να συνεχίσει. Είναι κυρίως από ποιον θα πάρει το επόμενο ρούβλι - και τι θα θυσιαστεί για να το βρει.

Add comment

Comments

There are no comments yet.