Από την πρώτη ημέρα της αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής κατά του Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ και οι κορυφαίοι συνεργάτες του εμφανίζονταν βέβαιοι για την εξέλιξη των γεγονότων.
Ο πόλεμος, έλεγαν, θα ήταν σύντομος. Το Ιράν θα υποχωρούσε. Το Στενό του Ορμούζ θα παρέμενε ασφαλές. Οι τιμές των καυσίμων θα μειώνονταν, ενώ δεν έλειψαν ακόμη και οι εκτιμήσεις ότι το ιρανικό καθεστώς θα μπορούσε να ανατραπεί από εσωτερική λαϊκή εξέγερση.
Τέσσερις και πλέον μήνες αργότερα, σχεδόν όλες αυτές οι προβλέψεις έχουν διαψευστεί.
Οι εξελίξεις όχι μόνο δεν επιβεβαίωσαν τις αρχικές εκτιμήσεις της Ουάσιγκτον, αλλά ανέδειξαν και μια σειρά λανθασμένων υπολογισμών σχετικά με τις δυνατότητες, τις προθέσεις και την αντοχή της Τεχεράνης.
Η εξαγγελία για αμερικανικό έλεγχο των Στενών του Ορμούζ
Η πιο εντυπωσιακή ίσως αναδίπλωση αφορά το Στενό του Ορμούζ.
Ο Τραμπ ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάμβαναν τον ρόλο του “προστάτη” της θαλάσσιας οδού, επιβάλλοντας τέλος διέλευσης 20% στα εμπορικά φορτία.
Η πρόταση προκάλεσε αμέσως ερωτήματα, καθώς αντέβαινε στην πάγια θέση της ίδιας της αμερικανικής κυβέρνησης. Μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο είχε χαρακτηρίσει κάθε μορφή διοδίων στα Στενά “απαράδεκτη” και “παράνομη σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο”.
Το σχέδιο εγκαταλείφθηκε σχεδόν αμέσως, ενώ αμερικανικά μέσα ενημέρωσης αποκάλυψαν ότι στενοί συνεργάτες του προέδρου χρειάστηκε να τον μεταπείσουν, εξηγώντας του ότι η εφαρμογή του θα απαιτούσε πολυετή στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή.
Ο πόλεμος που «θα τελείωνε σε λίγες εβδομάδες»
Από την έναρξη των επιχειρήσεων, ο Τραμπ προέβλεπε ότι η σύγκρουση θα διαρκούσε μόλις τέσσερις ή πέντε εβδομάδες. Ακόμη και δύο μήνες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, διαβεβαίωνε ότι “δεν θα κρατήσει πολύ”.
Η πραγματικότητα αποδείχθηκε εντελώς διαφορετική.
Τέσσερις και πλέον μήνες μετά, οι συγκρούσεις συνεχίζονται, η προσωρινή εκεχειρία κατέρρευσε και η αμερικανική εμπλοκή παραμένει χωρίς σαφή χρονικό ορίζοντα.
Από τους «λογικούς συνομιλητές» στους «τρελούς»
Μετά την προσωρινή συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, ο Τραμπ εμφανιζόταν αισιόδοξος. Χαρακτήριζε την ιρανική ηγεσία “λογική” και υποστήριζε ότι οι συνομιλίες διεξάγονταν σε θετικό κλίμα.
Ανάλογη εικόνα παρουσίαζε και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος δήλωνε ότι ακόμη και στελέχη των Φρουρών της Επανάστασης αναγνώριζαν πως η μέχρι τότε στάση απέναντι στις ΗΠΑ ήταν λανθασμένη.
Λίγες ημέρες αργότερα, όταν η συμφωνία κατέρρευσε, η ρητορική άλλαξε πλήρως.
Ο Τραμπ χαρακτήρισε τους Ιρανούς ηγέτες “παρανοϊκούς”, “διεφθαρμένους”, “βίαιους” και “αποβράσματα”, δείχνοντας πόσο γρήγορα ανατράπηκε το αφήγημα περί εξομάλυνσης των σχέσεων.
Η προσδοκία λαϊκής εξέγερσης
Ένα ακόμη βασικό στοιχείο της αμερικανικής στρατηγικής ήταν η πεποίθηση ότι οι αεροπορικές επιθέσεις θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν λαϊκή εξέγερση στο Ιράν.
Στο πρώτο του διάγγελμα μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, ο Τραμπ απηύθυνε δημόσια έκκληση προς τους Ιρανούς πολίτες να ανατρέψουν το καθεστώς.
Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ.
Αντίθετα, καθώς οι εβδομάδες περνούσαν, το συγκεκριμένο αφήγημα εγκαταλείφθηκε πλήρως. Μάλιστα, πρόσφατα ο ίδιος ο Τραμπ παραδέχθηκε ότι δεν θεωρεί πλέον πιθανή μια εσωτερική εξέγερση, υποστηρίζοντας ότι η ηγεσία της Τεχεράνης είναι υπερβολικά βίαιη για να επιτρέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Το Στενό του Ορμούζ δεν αποδείχθηκε «ασφαλές»
Στις αρχές της κρίσης, τόσο ο Τραμπ όσο και ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ υποβάθμιζαν τις απειλές για το Στενό του Ορμούζ. Υποστήριζαν ότι η θαλάσσια οδός θα παρέμενε ανοικτή και ότι η αμερικανική οικονομία δεν θα επηρεαζόταν ουσιαστικά.
Η πραγματικότητα εξελίχθηκε διαφορετικά.
Οι επανειλημμένες διακοπές της ναυσιπλοΐας προκάλεσαν σημαντικές αναταράξεις στις αγορές ενέργειας, ενώ το Ιράν απέκτησε ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί απέναντι στην Ουάσιγκτον.
Οι τιμές της βενζίνης δεν υποχώρησαν
Η κυβέρνηση διαβεβαίωνε επίσης ότι η τιμή της βενζίνης θα υποχωρούσε γρήγορα κάτω από τα τρία δολάρια ανά γαλόνι. Ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ έκανε λόγο ακόμη και για χρονικό ορίζοντα λίγων εβδομάδων. Τίποτε από αυτά δεν επιβεβαιώθηκε.
Οι τιμές παρέμειναν σημαντικά υψηλότερες, ενώ η νέα κλιμάκωση της έντασης στην περιοχή οδήγησε σε νέα άνοδο των διεθνών τιμών της ενέργειας.
Η Τεχεράνη δεν εμφανίστηκε πρόθυμη για συμφωνία
Ο Τραμπ υποστήριζε επανειλημμένα ότι το Ιράν “ικέτευε” για μια συμφωνία και ήταν έτοιμο να αποδεχθεί σχεδόν οποιονδήποτε συμβιβασμό.
Ωστόσο, η πορεία των διαπραγματεύσεων έδειξε το αντίθετο.
Η Τεχεράνη όχι μόνο επέμεινε στις βασικές της απαιτήσεις, αλλά τελικά εγκατέλειψε ακόμη και το προσχέδιο συμφωνίας που είχε διαμορφωθεί τον προηγούμενο μήνα.
Η υπόσχεση για πλήρη αεροπορική υπεροχή
Τόσο ο Τραμπ όσο και ο υπουργός Άμυνας διαβεβαίωναν ότι μέσα σε λίγες ημέρες οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα είχαν απόλυτο έλεγχο του ιρανικού εναέριου χώρου.
Υποστήριζαν ότι η αεράμυνα του Ιράν είχε ουσιαστικά καταστραφεί και ότι η Τεχεράνη δεν διέθετε πλέον δυνατότητα αποτελεσματικής αντίδρασης.
Ωστόσο, στις αρχές Απριλίου οι ιρανικές δυνάμεις κατάφεραν να καταρρίψουν δύο αμερικανικά αεροσκάφη, γεγονός που αμφισβήτησε ευθέως την εικόνα της απόλυτης στρατιωτικής κυριαρχίας που είχε παρουσιάσει η αμερικανική κυβέρνηση.
Μια σύγκρουση γεμάτη λανθασμένες εκτιμήσεις
Οι αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις των αμερικανικών προβλέψεων αποκαλύπτουν ότι η εξέλιξη της σύγκρουσης αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκη από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί στην Ουάσιγκτον.
Οι υπολογισμοί για την ταχεία λήξη του πολέμου, την αποδυνάμωση του ιρανικού καθεστώτος, τη σταθερότητα των ενεργειακών αγορών και την προθυμία της Τεχεράνης να συμβιβαστεί δεν επιβεβαιώθηκαν.
Καθώς η κρίση εισέρχεται σε νέα φάση, η απόσταση ανάμεσα στις αρχικές διαβεβαιώσεις και στην πραγματική εξέλιξη των γεγονότων έχει μετατραπεί σε ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά στοιχεία της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στο Ιράν.
Add comment
Comments