Η συζήτηση για τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου δεν είναι καινούργια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα τελευταία χρόνια, “προοδευτικοί” πολιτικοί έχουν προτείνει φόρους στην περιουσία, στις μεγάλες κληρονομιές και ακόμη και στα μη πραγματοποιημένα κεφαλαιακά κέρδη, υποστηρίζοντας ότι ένα μεγαλύτερο μέρος του πλούτου πρέπει να επιστρέφει στην κοινωνία.
Η νέα πρωτοβουλία του γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς, όμως, πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα.
Δεν περιορίζεται στη φορολόγηση των επιχειρήσεων Τεχνητής Νοημοσύνης. Προτείνει το ομοσπονδιακό κράτος να αποκτήσει το 50% της ιδιοκτησίας των μεγαλύτερων εταιρειών ΑΙ, δημιουργώντας ένα κρατικό επενδυτικό ταμείο που θα διαχειρίζεται τις συμμετοχές αυτές προς όφελος όλων των Αμερικανών.
Για τους υποστηρικτές του σχεδίου πρόκειται για έναν τρόπο ώστε ο πλούτος που δημιουργεί η επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης να μοιραστεί ευρύτερα στην κοινωνία.
Για τους επικριτές του, αποτελεί μία από τις πιο ριζοσπαστικές προτάσεις κρατικής παρέμβασης στην ιδιωτική οικονομία που έχουν παρουσιαστεί τις τελευταίες δεκαετίες.
Τι προβλέπει το σχέδιο
Το νομοσχέδιο, με τίτλο American AI Sovereign Wealth Fund Act, κατατέθηκε στη Γερουσία τον Ιούνιο του 2026.
Η βασική του πρόβλεψη είναι ότι οι μεγάλες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια θα πρέπει να μεταβιβάσουν στο ομοσπονδιακό κράτος το 50% των μετοχών τους.
Τυπικά, η μεταβίβαση παρουσιάζεται ως ειδική φορολογική επιβάρυνση (excise tax).
Στην πράξη, όμως, η “πληρωμή” του φόρου δεν θα γίνεται σε χρήμα αλλά σε μετοχές, με αποτέλεσμα η ομοσπονδιακή κυβέρνηση να καταστεί ισότιμος μέτοχος των εταιρειών.
Οι μετοχές αυτές θα συγκεντρωθούν σε ένα νέο κρατικό επενδυτικό ταμείο, αντίστοιχο των κρατικών επενδυτικών ταμείων που λειτουργούν σε χώρες όπως η Νορβηγία ή η Σιγκαπούρη.
Το επιχείρημα του Σάντερς
Ο Μπέρνι Σάντερς θεωρεί ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δημιουργείται πάνω σε δημόσια γνώση και σε τεράστιο όγκο ανθρώπινης δημιουργικής εργασίας.
Κατά την άποψή του, τα οικονομικά οφέλη της δεν πρέπει να συγκεντρωθούν σε λίγες μεγάλες εταιρείες και σε μια μικρή ομάδα δισεκατομμυριούχων.
Όπως υποστηρίζει, οι οκτώ πλουσιότεροι Αμερικανοί - πολλοί από τους οποίους δραστηριοποιούνται στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης - διαθέτουν συνολική περιουσία μεγαλύτερη από εκείνη του φτωχότερου 59% των αμερικανικών νοικοκυριών.
Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η ΑΙ αποτελεί τεχνολογία με τόσο μεγάλη κοινωνική σημασία ώστε ο παραγόμενος πλούτος θα πρέπει να διαχέεται σε ολόκληρη την κοινωνία.
Διαβάστε ακόμα: Το κράτος θέλει να ελέγξει το μέλλον - Κανείς όμως δεν μπορεί
Ετήσιο «μέρισμα» για όλους τους Αμερικανούς
Το κρατικό επενδυτικό ταμείο θα εισπράττει τα μερίσματα από τις συμμετοχές του στις εταιρείες ΑΙ. Μέρος αυτών των εσόδων θα επιστρέφει στους πολίτες. Οι πρώτες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για ετήσιο μέρισμα περίπου $1.000 ανά Αμερικανό πολίτη, ενώ ο Σάντερς υποστηρίζει ότι μακροπρόθεσμα τα έσοδα θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν καλύτερη δημόσια υγεία, δωρεάν εκπαίδευση, στεγαστικά προγράμματα, περιβαλλοντικές επενδύσεις, κοινωνικές πολιτικές.
Ωστόσο, το ίδιο το νομοσχέδιο προβλέπει ότι μόλις το 5% των εσόδων του ταμείου θα κατευθύνεται απευθείας στους πολίτες.
Το υπόλοιπο 95% θα χρηματοδοτεί κρατικά προγράμματα.
Η μεγάλη αντίδραση
Η πρόταση έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στους επιχειρηματικούς κύκλους αλλά και σε πολλούς οικονομολόγους. Οι επικριτές της υποστηρίζουν ότι το κράτος δεν αποκτά τις μετοχές επειδή επένδυσε κεφάλαια ή ανέλαβε επιχειρηματικό ρίσκο.
Αντίθετα, αποκτά ιδιοκτησία αποκλειστικά μέσω νομοθετικής παρέμβασης.
Όπως επισημαίνουν, οι επιχειρηματίες επένδυσαν δικά τους χρήματα, ανέλαβαν κινδύνους, δημιούργησαν προϊόντα και καινοτομίες, ενώ το Δημόσιο δεν συμμετείχε σε κανένα στάδιο της δημιουργίας τους.
Κατά συνέπεια, θεωρούν ότι η υποχρεωτική μεταβίβαση μετοχών αποτελεί ουσιαστικά μορφή κρατικής απαλλοτρίωσης.
Ποιος θα διοικεί τις εταιρείες;
Ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα σημεία του σχεδίου αφορά τη διακυβέρνηση των εταιρειών. Το κρατικό ποσοστό θα ασκείται από μια νέα Ανεξάρτητη Επιτροπή για τη Δημοκρατική Τεχνητή Νοημοσύνη, αποτελούμενη από επτά μέλη που θα ορίζονται πολιτικά.
Η επιτροπή θα διαθέτει δικαιώματα ψήφου στις γενικές συνελεύσεις και θα συμμετέχει ουσιαστικά στη διαμόρφωση της στρατηγικής των εταιρειών.
Οι επικριτές φοβούνται ότι με τον τρόπο αυτό οι πολιτικές αποφάσεις θα αρχίσουν να επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία των μεγαλύτερων τεχνολογικών επιχειρήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Μπορεί να επηρεαστεί η ίδια η Τεχνητή Νοημοσύνη;
Η ανησυχία δεν περιορίζεται μόνο στην οικονομία. Οι μεγαλύτερες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης διαμορφώνουν πλέον τον τρόπο με τον οποίο εκατομμύρια άνθρωποι αναζητούν πληροφορίες, δημιουργούν περιεχόμενο, εργάζονται και επικοινωνούν.
Αρκετοί αναλυτές προειδοποιούν ότι η κρατική συμμετοχή στη διοίκησή τους θα μπορούσε μελλοντικά να επηρεάσει:
- τον σχεδιασμό των ίδιων των μοντέλων ΑΙ,
- τις πολιτικές διαχείρισης περιεχομένου,
- τους κανόνες πρόσβασης στις νέες τεχνολογίες,
- ακόμη και τη ροή της πληροφορίας.
Αν και το νομοσχέδιο δεν προβλέπει άμεσο κρατικό έλεγχο στο περιεχόμενο που παράγουν τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, αρκετοί θεωρούν ότι δημιουργεί ένα προηγούμενο που ενδέχεται να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις στο μέλλον.
Ένα προηγούμενο που μπορεί να επεκταθεί
Ένα ακόμη βασικό επιχείρημα των επικριτών είναι ότι, εάν γίνει αποδεκτό πως το κράτος μπορεί να αποκτήσει το 50% μιας ιδιωτικής επιχείρησης επειδή δραστηριοποιείται σε έναν “στρατηγικό” κλάδο, τότε το ίδιο σκεπτικό θα μπορούσε να εφαρμοστεί και αλλού.
Θεωρητικά, μελλοντικές κυβερνήσεις θα μπορούσαν να στοχεύσουν:
- φαρμακευτικές εταιρείες,
- ενεργειακούς ομίλους,
- τράπεζες,
- ασφαλιστικές εταιρείες,
- βιομηχανίες τροφίμων,
- αυτοκινητοβιομηχανίες,
- ή οποιονδήποτε άλλο τομέα χαρακτηριστεί κρίσιμος για την οικονομία.
Για πολλούς αναλυτές, το πραγματικό διακύβευμα δεν αφορά μόνο την Τεχνητή Νοημοσύνη αλλά τα όρια της κρατικής παρέμβασης στην ιδιωτική οικονομία.
Μια ιδεολογική σύγκρουση με παγκόσμιες προεκτάσεις
Η πρόταση Σάντερς ανοίγει μία από τις μεγαλύτερες ιδεολογικές συζητήσεις της εποχής της Τεχνητής Νοημοσύνης. Από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι θεωρούν ότι η ΑΙ θα δημιουργήσει τόσο τεράστιο πλούτο ώστε απαιτείται ένας νέος μηχανισμός αναδιανομής του.
Από την άλλη, όσοι υποστηρίζουν ότι η κρατική συμμετοχή στην ιδιοκτησία των επιχειρήσεων θα αποθαρρύνει την καινοτομία, θα περιορίσει τις επενδύσεις και θα δημιουργήσει επικίνδυνα προηγούμενα για την ελευθερία της αγοράς.
Ανεξάρτητα από την τελική τύχη του νομοσχεδίου, η κατάθεσή του δείχνει ότι η πολιτική συζήτηση γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη μετατοπίζεται πλέον από τη ρύθμιση της τεχνολογίας στην ίδια την ιδιοκτησία της.
Add comment
Comments